Friday, March 18, 2016

1η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ - ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ







ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ



Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.




Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.



Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη  την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα  Χαίρε , Νύμφη  ανύμφευτε

                                      Α    

  Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ´)· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·

 
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

                                  


Άγγελος πρώτην θέσιν κατέχων μεταξύ των Αγγέλων (δηλαδή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ) εστάλη (υπό του Θεού) από τον ουρανό (εις την γην) για να πει σε Εκείνη, η οποία έμελλε να γίνει η Μήτηρ του Θεού, το Χαίρε! Βλέποντας δε ο Άγγελος Σε, Κύριε, να αρχίζεις να λαμβάνεις υλική σάρκα ( μέσα εις την κοιλία της) την ιδία στιγμήν, κατά την οποίαν χαιρέτιζε με την άϋλη φωνή του την Παρθένο, καταλαμβανόμενος από μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό και, στεκούμενος  ενώπιον της Παρθένου, έλεγε προς αυτήν τα εξής:



Χαίρε, συ, μέσω της οποίας θα λάμψη εις τον κόσμο η χαρά (της λυτρώσεως)˙ χαίρε, συ, μέσω της οποίας θα εξαφανισθεί η κατάρα ( που εδόθη εις το ανθρώπινον γένος δια την παρακοή του).



Χαίρε, συ, που γίνεσαι η αιτία να επανέλθει εις τον Παράδεισον ο εκπεσών Αδάμ˙ χαίρε, συ, που γίνεσαι η αιτία να απαλλαγή η Εύα από τις λύπες και τα δάκρυά της.



Χαίρε, συ, που είσαι ύψος, το οποίον δυσκόλως δύνανται να φθάσουν και να κατανοήσουν οι διάνοιες των ανθρώπων ˙ χαίρε, συ, που είσαι βάθος, το οποίον δυσκόλως δύνανται να δουν και αυτών των Αγγέλων οι οφθαλμοί.



Χαίρε, διότι είσαι θρόνος του Βασιλέως Χριστού˙ χαίρε, διότι βαστάζεις εις την κοιλία σου Εκείνον, που βαστάζει ολόκληρον το σύμπαν.



Χαίρε, συ, ο ( πρωϊνός ) αστέρας (αυγερινός), που προμηνύει την εμφάνιση του ηλίου (Χριστού)˙ χαίρε, συ, εις της οποίας την κοιλία λαμβάνει σάρκα ο Θεός. 


Χαίρε, σύ, μέσω της οποίας ανακαινίζεται η (εκ της αμαρτίας διαφθαρείσα) Δημιουργία˙ χαίρε, συ, μέσω της οποίας ο Δημιουργός γίνεται βρέφος.


Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.





 

Β

 

Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων· Ἀλληλούϊα.


Η Αγία Παρθένος, γνωρίζουσα ότι ήταν  απολύτως αγνή και αμόλυντος, λέγει με θάρρος εις τον Γαβριήλ: Οι λόγοι σου είναι παράδοξοι και δεν είναι εύκολον να τους παραδεχθεί  η ψυχή μου.

Διότι συ μου λέγεις ότι θα γεννήσω, αφού συλλάβω άνευ ανδρικού σπέρματος! Πώς είναι τούτο δυνατόν; Και όμως συ αυτό λέγεις και κράζεις:


Αινείτε τον Θεό.





Γ



Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱόν, πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·


Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς, μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


                                   

Η Παρθένος, επιζητούσα να αποκτήσει γνώσιν απόκρυφων και αγνώστων πραγμάτων (για τα οποία της ομιλεί ο Άγγελος), αναφώνησε προς το υπηρετικό όργανον του Θεού (δηλαδή τον Άγγελον): Από παρθενική κοιλία (όπως είναι η δική μου), πώς είναι δυνατόν να γεννηθεί υιός; Απάντησε μου! Τότε ο Άγγελος είπε εις αυτήν με φόβον,αλλά και με σταθερή  φωνή, τα εξής:



Χαίρε, διότι είσαι η μύστις της απόκρυφης  βουλής του Θεού . χαίρε, διότι είσαι η πίστις όλων εκείνων των θαυμαστών πραγμάτων, που (δεν επιδέχονται έρευνα, αλλά) γίνονται δεκτά με σιγή.



Χαίρε, διότι είσαι η απαρχή των θαυμάτων του Χριστού˙ χαίρε, διότι είσαι η βάσις των δογμάτων της Πίστεως Αυτού.



Χαίρε, διότι είσαι η επουράνιος κλίμακα ( η σκάλα )  δια της οποίας κατέβη ο Θεός (εις την γην) ˙ χαίρε, διότι είσαι η γέφυρα η μεταφέρουσα τους εκ γης πλασθέντας ανθρώπους εις τον ουρανόν.



Χαίρε, συ, που είσαι μέγας θρύλος και αντικείμενον θαυμασμού δια τους Αγγέλους ˙



χαίρε, συ, που δια τους Δαίμονας είσαι το προκαλούν πολλούς θρήνους τραύμα.



Χαίρε, συ, που ανερμήνευτα  γέννησες το φώς˙ χαίρε, συ, που εις κανένα δεν φανέρωσες τον τρόπον της γεννήσεως αυτής.



Χαίρε, συ, που είσαι υπεράνω της γνώσεως και αυτών ακόμη των σοφών (διότι ούτε αυτοί δύνανται να κατανοήσουν πως εκ σου έλαβε σάρκα ο Θεός)˙ χαίρε, συ, που φωτίζεις με άπλετο φως τις διάνοιες  των πιστών.


Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.







Δ

 

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως· Ἀλληλούϊα.


Αμέσως τότε (όταν δηλαδή η Παρθένος είπε το «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»,) η δύναμις του Υψίστου Θεού επεσκίασε την μη έχουσα πείρα γάμου Κόρην, δια να συλλάβει (τον Υιόν του Θεού). Και τοιουτοτρόπως την καρποφόρο κοιλία της ανέδειξε αγρόν (φέροντα καρπό) γλυκύ για όλους εκείνους, που θέλουν να θερίζουν την σωτηρίαν των με το να ψάλλουν ούτως:


Αινείτε τον Θεό.





Ε

 

Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·


Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.



Αφού πλέον είχε δεχθεί η Παρθένος εντός της κοιλίας της τον Θεό, μετέβη προς επίσκεψιν της (συγγενούς της ) Ελισάβετ. Το δε βρέφος ( που ήτο εις την κοιλία) της Ελισάβετ (ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος,) αντελήφθη αμέσως τον (προς την Ελισάβετ) χαιρετισμό της Παρθένου (εννόησε, δηλαδή, ότι ο χαιρετισμός αυτός προερχόταν  όχι από απλή γυναίκα, άλλα από την Μητέρα του Θεού) και γέμισε από χαράν. Χρησιμοποιώντας  δε ως άσματα σκιρτήματα, έλεγε προς την Θεοτόκο:



Χαίρε, κλήμα, που παρήγαγες τον αμάραντο βλαστό (τον Χριστόν) χαίρε, κλήμα που μας έδωσες τον άφθαρτο καρπό.



Χαίρε, συ, που κυοφορείς μέσα εις τα σπλάχνα σου τον φιλάνθρωπο Γεωργό.  χαίρε, συ, που γεννάς τον Δημιουργό της ζωής μας.



Χαίρε, γη ευφορωτάτη, που βλαστάνεις αφθονία (όχι υλικών καρπών, αλλά θείας) ευσπλαχνίας χαίρε, τράπεζα, που βαστάζεις επάνω σου τον πλούτο του ελέους.



Χαίρε, διότι κάνεις να ανθίζει λειβάδι (πνευματικής) απολαύσεως χαίρε, διότι ετοιμάζεις λιμένα για τις ψυχές μας.



Χαίρε, διότι είσαι το θυμίαμα πρεσβείας που το δέχεται ο Θεός χαίρε, συ, που εξιλεώνεις (με τις πρεσβείες σου) για όλο τον κόσμον τον Θεό.



Χαίρε, διότι μέσω σού ο Θεός έδειξε την εύνοια και αγαθότητα Του προς τους θνητούς ανθρώπους χαίρε, διότι μέσω σου οι άνθρωποι απέκτησαν θάρρος να πλησιάζουν τον Θεό.


Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε



Ζ 

 

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούϊα.




Ο (προστάτης σου) σώφρων Ιωσήφ, ώ άμεμπτε Παρθένε, έχοντας  εσωτερικώς λογισμούς αμφιβολίας, επειδή σε γνώριζεν άγαμο και (ως εκ τούτου) υποπτευόταν  ότι είχες άνομες σχέσεις (εις τις οποίες απέδιδε την εγκυμοσύνη σου), ταραχτηκε . Όταν όμως πληροφορήθηκε  (από τον Άγγελο ) ότι η σύλληψις βρέφους στην κοιλία σου ήταν  εκ Πνεύματος Αγίου, αναφώνησε:



Αινείτε τον Θεό

Thursday, March 17, 2016

ΚΑΝΩΝ ΙΚΕΤΗΡΙΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ


Ποίημα Θεοκτίστου Μοναχού
 του Στουδίτου
ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΕΡΕΥΣ
Δι' ευχών των Aγίωv Πατέρων ημών , Kύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
       Βασιλεύ  ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών  και τα πάντα πληρών ,ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός , ελθέ και σκήνωσον εν ημίν ,και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον αγαθέ τας ψυχάς ημών. Αμήν .
Άγιος  ο  Θεός, άγιος  Ισχυρός, άγιος  ΑΘάνατος  ελέησον  ημάς. (τρεις φορές)
Δόξα... Καί νύν...
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς.   Κύριε, ιλάσθητι ταίς αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τάς ανομίας ημίν.   Άγιε, επίσκεψαι καί ίασαι τάς ασθενείας ημών,    ένεκεν τού ονόματός σου.
Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον.

Δόξα... Καί νύν...
 Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το Θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης.Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Αμήν.
     Δι' ευχών των Aγίωv Πατέρων ημών , Kύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Ψαλμός 142
Κύριε εισάκουσον τής προσευχής μου ενώτισαι τήν δέησίν μου εν τή αληθεία σου επάκουσόν μου εν τή δικαιοσύνη σου καί μή εισέλθης εις κρίσιν μετά τού δούλου σου ότι ου δικαιωθή-σεται ενώπιόν σου πάς ζών ότι κατεδίωξεν ο εχθρός τήν ψυχήν μου εταπείνωσεν εις γήν τήν ζωήν μου εκάθισέν με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος καί ηκηδίασεν επ' εμέ τό πνεύμά μου εν εμοί εταράχθη η καρδία μου εμνήσθην ημερών αρχαίων καί εμελέτησα εν πάσι τοίς έργοις σου εν ποιήμασιν τών χειρών σου εμελέτων διεπέτασα τάς χείράς μου πρός σέ η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι διάψαλμα ταχύ εισάκουσόν μου κύριε εξέλιπεν τό πνεύμά μου μή αποστρέψης τό πρόσωπόν σου απ' εμού καί ομοιωθήσομαι τοίς καταβαίνουσιν εις λάκκον
ακουστόν ποίησόν μοι τό πρωί τό έλεός σου ότι επί σοί ήλπισα γνώρισόν μοι κύριε οδόν εν η πορεύσομαι ότι πρός σέ ήρα τήν ψυχήν μου
εξελού με εκ τών εχθρών μου κύριε ότι πρός σέ κατέφυγον δίδαξόν με τού ποιείν τό θέλημά σου ότι σύ εί ο Θεός μου τό πνεύμά σου τό αγαθόν οδηγήσει με εν γή ευθεία ένεκεν τού ονόματός σου κύριε ζήσεις με εν τή δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί εν τώ ελέει σου εξολεθρεύσεις τούς εχθρούς μου καί απολείς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου ότι δούλός σού ειμι εγώ

Θεός Κύριος, καί επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχ, α'. Εξομολογείσθε τώ Κυρίω, καί επικαλείσθε τό όνομα τό άγιον αυτού.

Θεός Κύριος, καί επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχ, β'. Πάντα τά έθνη εκύκλωσάν με, καί τώ ονόματι Κυρίου ήμυνάμην αυτούς,

Θεός Κύριος, καί επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, γ'. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, καί εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.
Θεός Κύριος, καί επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Ψαλμός 50
Ελέησόν με ο Θεός κατά τό μέγα ελεός σου καί κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου επί πλείον πλύνόν με από τής ανομίας μου καί από τής αμαρτίας μου καθάρισόν με ότι τήν ανομίαν μου εγώ γινώσκω καί η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστιν διά παντός
σοί μόνω ήμαρτον καί τό πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα όπως άν δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου καί νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήμφθην καί εν αμαρτίαις εκίσσησέν με η μήτηρ μου ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας τά άδηλα καί τά κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσάς μοι ραντιείς με υσσώπω καί καθαρισθήσομαι πλυνείς με καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι ακουτιείς με αγαλλίασιν καί ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα
απόστρεψον τό πρόσωπόν σου από τών αμαρτιών μου καί πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός καί πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου μή απορρίψης με από τού προσώπου σου καί τό πνεύμα τό άγιόν σου μή αντανέλης απ' εμού απόδος μοι τήν αγαλλίασιν τού σωτηρίου σου καί πνεύματι ηγεμονικώ στήρισόν με διδάξω ανόμους τάς οδούς σου καί ασεβείς επί σέ επιστρέψουσιν ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός ο Θεός τής σωτηρίας μου αγαλλιάσεται η γλώσσά μου τήν δικαιοσύνην σου κύριε τά χείλη μου ανοίξεις καί τό στόμα μου αναγγελεί τήν αίνεσίν σου ότι ει ηθέλησας θυσίαν έδωκα άν ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει αγάθυνον κύριε εν τή ευδοκία σου τήν Σιων καί οικοδομηθήτω τά τείχη Ιερουσαλημ τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης αναφοράν καί ολοκαυτώματα τότε ανοίσουσιν επί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους

Ωδή α΄. Ήχος β΄. Εν βυθώ κατέστρωσε.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού γλυκύτατε Χριστέ, Ιησού μακρόθυμε, τα της ψυχής μου θεράπευσον τραύματα, Ιησού και γλύκανον, την καρδίαν μου πολυέλεε δέομαι, Ιησού σωτήρ μου, ίνα μεγαλύνω σε σωζόμενος.

 Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού γλυκύτατε Χριστέ, Ιησού διάνοιξον, της μετανοίας μοι πύλας φιλάνθρωπε, Ιησού και δέξαι με, σοι προσπίπτοντα και θερμώς εξαιτούμενον, Ιησού σωτήρ μου, των πλημμελημάτων την συγχώρησιν.
 Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού γλυκύτατε Χριστέ, Ιησού εξάρπασον, εκ της χειρός του δολίου Βελίαρ με, Ιησού και ποίησον, δεξιόν καμέ παραστάτην της δόξης σου, Ιησού Χριστέ μου, μοίρας ευωνύμου λυτρωσάμενος.

 Θεοτοκίον
Ιησούν γεννήσασα Θεόν, Δέσποινα δυσώπησον, υπέρ αχρείων ικετών πανάχραντε, όπως της κολάσεως, ταις πρεσβείαις σου λυτρωθώμεν αμόλυντε, οι μεμολυσμένοι, δόξης αϊδίου απολαύσαντες.


Ωδή γ΄. Εν πέτρα με της πίστεως.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Εισάκουσον φιλάνθρωπε Ιησού μου, του δούλου σου βοώντος εν κατανύξι, και ρύσαι Ιησού μου της καταδίκης, και της κολάσεως, μόνε μακρόθυμε, Ιησού γλυκύτατε πολυέλεε.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Υπόδεξαι τον δούλόν σου Ιησού μου, προσπίπτοντα συν δάκρυσιν Ιησού μου, και σώσον Ιησού μου μετανοούντα, και της γεέννης με, Δέσποτα λύτρωσαι, Ιησού γλυκύτατε πολυέλεε.
 Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Τον χρόνον Ιησού μου ον δέδωκάς μοι, εις πάθη εδαπάνησα Ιησού μου, διό με Ιησού μου μη απορρίψης, αλλ’ ανακάλεσαι, δέομαι Δέσποτα, Ιησού γλυκύτατε και διάσωσον.

Θεοτοκίον.
Παρθένε η τεκούσα τον Ιησού μου, ικέτευε ρυσθήναί με της γεέννης, η μόνη προστασία των θλιβομένων, θεοχαρίτωτε, και καταξίωσον, της ζωής πανάμωμε της αγήρω με.

Κάθισμα. Ήχος α΄. Τον τάφο σου Σωτήρ.

Σωτήρ μου Ιησού, ο τον άσωτον σώσας, σωτήρ μου Ιησού, ο δεξάμενος πόρνην, καμέ νυν ελέησον, Ιησού πολυέλεε? σώσον οίκτειρον, ω Ιησού ευεργέτα, ώσπερ ώκτειρας, τον Μανασσήν Ιησού μου, ως μόνος φιλάνθρωπος.
Ωδή δ΄. Ελήλυθας εκ παρθένου.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Θεράπευσον, Ιησού μου ψυχής μου τα τραύματα, Ιησού μου δέομαι, και της χειρός με εξάρπασον, Ιησού μου εύσπλαγχνε, του ψυχοφθόρου Βελίαρ και διάσωσον.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ημάρτηκα, Ιησού μου γλυκύτατε εύσπλαγχνε? Ιησού μου σώσόν με, τον προσφυγόντα τη σκέπη σου, Ιησού μακρόθυμε, και βασιλείας της σης με καταξίωσον.

 Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ουχ ήμαρτεν, Ιησού μου ουδείς ώσπερ ήμαρτον, εγώ ο ταλαίπωρος, νυν δε προσπίπτω δεόμενος? Ιησού μου σώσόν με, και την ζωήν Ιησού μου κληροδότησον.

Θεοτοκίον.
Πανύμνητε Ιησούν η γεννήσασα Κύριον, αυτόν καθικέτευε, του λυτρωθήναι κολάσεως, πάντας τους υμνούντάς σε, και Θεοτόκον κυρίως ονομάζοντες.

Ωδή ε΄. Ο φωτισμός των εν σκότει.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Συ φωτισμός, Ιησού μου νοός μου, συ σωτηρία, της απεγνωσμένης ψυχής μου Σώτερ, συ Ιησού μου της κολάσεως ρύσαι, και γεέννης εμέ κραυγάζοντα, σώσον Ιησού μου, Χριστέ με τον άθλιον.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ολοσχερώς Ιησού μου προς πάθη της ατιμίας, καταβεβλημένος ήδη κραυγάζω? συ Ιησού μου, βοηθείας μοι χείρα, καταπέμψας έκσπασον κράζοντα, σώσον Ιησού μου, Χριστέ με τον άθλιον.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Βέβηλον νουν, Ιησού περιφέρων αναβοώ σοι? κάθαρον του ρύπου με των πταισμάτων, και λύτρωσαί με τον εις βάθη κακίας, εξ ανωσίας κατολισθήσαντα, σώτερ Ιησού μου, και σώσόν με δέομαι.

Θεοτοκίον
Τον Ιησούν, η γεννήσασσα Κόρη Θεοκυήτορ, τούτον εκδυσώπει σωθήναι πάντας τους ορθοδόξους, μοναστάς και μιγάδαας, και γεέννης ρυσθήναι κράζοντας? πλην σου προστασίαν, βεβαίαν ουκ έγνωμεν.

Ωδή ?΄. Εν αβύσσω πταισμάτων.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού μου Χριστέ πολυέλεε, εξομολογούμενον δέξαι με Δέσποτα, ω Ιησού και σώσόν με, και φθοράς Ιησού με εξάρπασον.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού μου ου γέγονεν έτερος, άσωτος ουδείς, ως εγώ ο ταλαίπωρος, ω Ιησού φιλάνθρωπε? αλλά συ Ιησού με διάσωσον.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Ιησού μου και πόρνην και άσωτον, και τον Μανασσήν και τελώνην νενίκηκα, ω Ιησού μου πάθεσι, και ληστήν Ιησού Νινευΐτας τε.
Θεοτοκίον.
Ιησού τον Χριστόν μου κυήσασα, άχραντε Παρθένε, η μόνη αμόλυντος, μεμολυσμένον όντα με, πρεσβειών σου υσσώπω νυν κάθαρον.

Κοντάκιον. Ήχος δ΄. Επεφάνης σήμερον.
Ιησού γλυκύτατε, το φως του κόσμου, της ψυχής μου φώτισον, τους οφθαλμούς Υιέ Θεού, τη θεαυγεί σου λαμπρότητι, ίνα υμνώ σε το φως το ανέσπερον.

Ωδή ζ΄. Εικόνος χρυσής.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Χριστέ Ιησού, ουδείς ήμαρτεν εν γη εκ του αιώνος, ω Ιησού μου ώσπερ ήμαρτον, εγώ ο τάλας και άσωτος? όθεν Ιησού μου βοώ σοι? μελωδούντά με οίκτειρον, ευλογητός ει ο Θεός, ο των πατέρων ημών.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Χριστέ Ιησού, εν τω φόβω σου βοώ καθήλωσόν με, ω Ιησού μου και κυβέρνησον, νυν προς λιμένα τον εύδιον, όπως Ιησού μου οικτίρμον, μελωδώ σοι σωζόμενος? ευλογητός ει ο Θεός, ο των πατέρων ημών.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Χριστέ Ιησού, μυριάκις υπεσχέθην σοι ο τάλας, ω Ιησού μου την μετάνοιαν, αλλ’ εψευσάμην ο άθλιος. Όθεν Ιησού μου βοώ σοι? την αναίσθητον μένουσαν, ψυχήν μου φώτισον Χριστέ, ο των πατέρων Θεός.

Θεοτοκίον.
Χριστόν Ιησούν, η γεννήσασα φρικτώς και υπέρ φύσιν, αυτόν δυσώπει παναμώμητε, τα παρά φύσιν μου πταίσματα, πάντα συγχωρήσαί μοι Κόρη, ίνα κράζω σωζόμενος? ευλογημένη η Θεόν σαρκί κυήσασα.

Ωδή η΄. Τον εν καμίνω του πυρός.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Σε Ιησού μου δυσωπώ? ως την πόρνην Ιησού μου ελυτρώσω, των πολλών εγκλημάτων, ούτω καμέ Ιησού, Χριστέ μου λύτρωσαι και κάθαρον, την ρερυπωμένην ψυχήν μου, Ιησού μου.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Καθυποκύψας Ιησού, ταις αλόγοις ηδοναίς άλογος ώφθην, και τοις κτήνεσιν όντως, ω Ιησού μου οικτρώς, ο τάλας Σώτερ αφωμοίωμαι? όθεν Ιησού με της αλογίας ρύσαι.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Περιπεσών ω Ιησού, ψυχοφθόροις εν λησταίς απεγυμνώθην, την στολήν Ιησού μου, την θεοΰφαντον νυν, και κείμαι μώλωψι κατάστικτος? έλαιον Χριστέ μου επίχεε και οίνον.

Θεοτοκίον.
Τον Ιησού μου και Θεόν, η βαστάσασα Χριστόν ανερμηνεύτως, Θεοτόκε Μαρία, τούτον δυσώπει αεί, κινδύνων σώζεσθαι τους δούλους σου, και τους υμνητάς σου απείρανδρε Παρθένε.

Ωδή θ΄. Τον εκ Θεού Θεόν Λόγον.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Τον Μανασσήν Ιησού μου, τον τελώνην την πόρνην, τον άσωτον οικτίρμον Ιησού, και τον ληστήν υπερβέβηκα, Ιησού μου εν έργοις, αισχίστοις και ατόποις Ιησού? αλλά συ Ιησού μου, προφθάσας με διάσωσον.

 Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Τους εξ Αδάμ Ιησού μου, αμαρτήσαντας πάντας, προ νόμου και εν νόμω Ιησού, και μετά νόμον ο άθλιος, Ιησού μου και χάριν, νενίκηκα τοις πάθεσιν οικτρώς, αλλά συ Ιησού μου, τοις κρίμασί σου σώσόν με.

Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι
Μη χωρισθώ Ιησού μου, της αφράστου δόξης, μη τύχω της μερίδος Ιησού, της ευωνύμου γλυκύτατε, Ιησού αλλά συ με, τοις δεξιοίς προβάτοις σου Χριστέ, Ιησού μου συντάξας, ανάπαυσον ως εύσπλαγχνος.

Θεοτοκίον.
Τον Ιησούν Θεοτόκε, ον εβάστασας μόνη, απείρανδρε Παρθένε Μαριάμ, τούτον αγνή εξιλέωσε, ως υιόν σου και κτίστην, ρυσθήναι τους προστρέχοντας εις σε, πειρασμών και κινδύνων, και του πυρός του μέλλοντος.

Στιχηρά προσόμοια.

Ήχος πλ. δ΄. Όλην αποθέμενοι.


Ιησού γλυκύτατε, ψυχής εμής θυμηδία, Ιησού η κάθαρσις, του νοός μου Δέσποτα πολυέλεε, Ιησού σώσόν με, Ιησού σωτήρ μου, Ιησού μου παντοδύναμε, μη καταλίπης με, σώτερ Ιησού με ελέησον, και λύτρωσαι κολάσεως, πάσης Ιησού και αξίωσον, της των σωζομένων, μερίδος Ιησού και τω χορώ, των εκλεκτών σου με σύνταξον, Ιησού φιλάνθρωπε.

Ιησού γλυκύτατε, των αποστόλων η δόξα, Ιησού μου καύχημα, των μαρτύρων Δέσποτα παντοδύναμε, Ιησού σώσόν με, Ιησού σωτήρ μου, Ιησού μου ωραιότατε, τον σοι προστρέχοντα, σώτερ Ιησού μου ελέησον, πρεσβείαις της τεκούσης σε, πάντων Ιησού των αγίων σου, προφητών τε πάντων, σωτήρ μου Ιησού και της τρυφής, του παραδείσου αξίωσον, Ιησού πανάγαθε.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Ιησού γλυκύτατε, των μοναζόντων το κλέος, Ιησού μακρόθυμε, ασκητών εντρύφημα και καλλώπισμα? Ιησού σώσόν με, Ιησού σωτήρ μου, Ιησού μου πολυέλεε, χειρός εξάρπασον, σώτερ Ιησού μου του δράκοντος, και τούτου των παγίδων με, σώτερ Ιησού ελευθέρωσον, λάκκου κατωτάτου, σωτήρ μου Ιησού αναγαγών, και δεξιοίς συναρίθμησον, Ιησού προβάτοις με.

Και νύν…
Θεοτοκίον.
Μη καταπιστεύσης με, ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα, αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου? θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι, των δαιμόνων τα τοξεύματα? σκέπην ου κέκτημαι, ουδέ πού προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος, και παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου? Δέσποινα του κόσμου, ελπίς και προστασία των πιστών, μη μου παρίδης την δέησιν, το συμφέρον ποίησον.

Ευχή εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.
Δέσποτα Χριστέ, ο Θεός, ο τοις πάθεσί σου τα πάθη μου θεραπεύσας και τοις τραύμασί σου τα τραύματά μου ιατρεύσας, χάρισαί μοι τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως? συγκέρασόν μου το σώμα από οσμής του ζωοποιού σώματός σου και γλύκανόν μου την ψυχήν τω σω τιμίω αίματι από της πικρίας, ην με ο αντίδικος επότισεν. Ύψωσον τον νουν μου προς σε, κάτω ελκυσθέντα, και ανάγαγέ με από του χάσματος της απωλείας, ότι ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν, τα επανάγοντα τα τέκνα προς την ιδίαν κληρονομίαν. Εσκότισμαι τον νουν εν τοις βιωτικοίς πάθεσι και ουκ ισχύω ατενίσαι προς σε εν οδύνη? ου δύναμαι θερμανθήναι τοις δάκρυσι της προς σε αγάπης. Αλλά, Δέσποτα Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν σου? χάρισαί μοι την χάριν σου και ανακαίνισον εν εμοί τας μορφάς της σης εικόνος. Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης? έξελθε εις αναζήτησίν μου, επανάγαγέ με προς την νομήν σου, συναρίθμησόν με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων σου μυστηρίων, πρεσβείαις της πανάγνου Μητρός σου και πάντων των αγίων σου. Αμήν.

Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλό, που δεν έκανα κανένα καλό μπροστά Σου. Γλύτωσέ με από τον πονηρό και αξίωσέ με ακατάκριτα ν΄ανοίγω το ανάξιο στόμα μου και ν΄ανυμνώ το Πανάγιο όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Συγχώρησέ μου, Κύριε, κάθε της καρδιάς μου άτοπη επιθυμία, Σύ που ξέρεις καλά τις καρδιές των ανθρώπων. Συγχώρησέ με που έρχομαι ανάξια κοντά Σου, γιατί σε πόθησα και σε ποθώ. Συγχώρησέ με τον αμαρτωλό, τόν πονηρό, τον ψεύτη, τον ανυπόμονο, τον λιγόψυχο, τον αμελή στις θείες εντολές σου, εμένα που αμάρτησα στη γη και στη θάλασσα και σε κάθε τόπο. Μπροστά στα αλάθητα μάτια σου δεν έπαψα να εργάζομαι το πονηρό γιατί ο πονηρός δεν έπαψε να με μπλέκει στα δίχτυα του με γαστριμαργίες και ηδονές και πονηρές επιθυμίες, με δόλους και κενοδοξίες και βλαστημίες. Αλλά Σύ, Κύριε, που είσαι ο μόνος ελεήμων και Πανάγαθος, βοήθησέ με και σώσε με όπως έσωσες τον άσωτο, τον τελώνη, την πόρνη και τον ληστή. Ναί, φιλάνθρωπε Δέσποτα, μή με αποστραφείς τον αμαρτωλό και αχρείο, με τις πρεσβείς της Παναγίας Δέσποινας, καί όλων των Αγίων, γιατί είσαι Ευλογητός στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Άγιος Μακάριος)

Δι' ευχών των Aγίωv Πατέρων ημών , Kύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Wednesday, March 16, 2016

Χαιρετισμοί - Άγιος Φανούριος ο Νεοφανής, ο Μεγαλομάρτυρας



Κοντάκιον.
Ήχος πλ. δ΄. Τη Υπερμάχω.
Νεοφανέντα αθλητήν ανευφημήσωμεν
και στρατιώτην του Κυρίου γενναιότατον
εν βασάνοις τον ποικίλοις παραδοθέντα
ως κρατήσαντα λαμπάδα θείας πίστεως
ανημμένην προ φρικτού ανόμων βήματος
πόθω κράζοντες·
Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Άριστος στρατιώτης στρατιάς του Κυρίου,
Φανούριε τρισμάκαρ, εδείχθης·
(εκ γ΄)
θριαμβεύσας γαρ πλάνον εχθρόν μαστιγώσεις,
ξέσεις και πυρός καύματα
ως άλλου, μάκαρ, πάσχοντος υπέμεινας· διό βοώμεν·
Χαίρε, ο θείος Χριστού οπλίτης·
χαίρε, ο ένδοξος στρατιώτης.
Χαίρε, αθλητών αηττήτων ευπρέπεια·
χαίρε, λαμπηδών αρετής και απαύγασμα.
Χαίρε, ότι εφανέρωσας άρτι εύκλειαν την σην·
χαίρε, ότι πάσιν έδειξας σην ουράνιον ισχύν.
Χαίρε, της ευσεβείας ευκλεής αθλοφόρος·
χαίρε, Θεού σοφίας ο φωστήρ ο πυρφόρος.
Χαίρε, Χριστού κηρύξας το όνομα·
χαίρε, εχθρού πατήσας το φρύαγμα.
Χαίρε, λαμπάς του φωτός του αδύτου·
χαίρε, χαράς κοινωνός της αλήκτου.
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Βίον τον θαυμαστόν, ον εκάλυψε λήθη
του χρόνου ο σοφός αθλοθέτης
μόνον έγνω, στερρέ αθλητά,
έως ου ευρέθη σον σεπτόν έκτυπον,
Φανούριε, σην άθλησιν
δηλούν τοις ευλαβώς βοώσιν·

Αλληλούια.

Γνώσιν λαβόντες πάντες
οι εν Ρόδω οικούντες
εκ της σης πανσεβάστου εικόνος,
κολασμών σου, δι ων του Θεού
την αγίαν πίστιν, αθλητά άριστε,
Φανούριε εκράτυνας,
εκραύγαζον εν κατανύξει·
Χαίρε, ο νέος τη ηλικία·
χαίρε, ο θείος εν τη ανδρεία.
Χαίρε, αθλητής του Σωτήρος νεόλεκτος·
χαίρε, πρεσβευτής προς Θεόν ημών ένθερμος.
Χαίρε, ότι καθυπέμεινας μαστιγώσεις ακλινώς·
χαίρε, ότι χαίρων ήνεγκας ξέσεις θείας σου σαρκός.
Χαίρε, της αφθαρσίας ο βλυστάνων το νέκταρ·
χαίρε, της αριστείας ο δεικνύων το ήμαρ.
Χαίρε, Χριστού εκφαίνων την έλλαμψιν·
χαίρε, εχθρού συντρίψας την έπαρσιν.
Χαίρε, σκηπτός κατ' εχθρού παμβεβήλου·
χαίρε, φωτός θεωρέ Τρισηλίου.
Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Δύναμιν δεδεγμένος ουρανόθεν μανίαν
ουκ έδεισας, Φανούριε, πλάνων,
αλλά ση αδειμάντω ψυχή
των τυράννων στίφος ευθαρσώς, άγιε,
κατέβαλες τω Κτίσαντι
Χριστώ εν ευφροσύνη ψάλλων·
Αλληλούια.

Έστης εν μέσω πάτερ, των αγρίων θηρίων,
Φανούριε, μαρτύρων ακρότης, αβλαβής,
ο εις βρώσιν δοθείς
τούτων του Κυρίου πανσθενεί χάριτι
και Πλαστουργού της κτίσεως·
διό σοι ευθαρσώς βοώμεν·


Χαίρε, ο λύχνος της αριστείας·
χαίρε, το στέφος της ευψυχίας.
Χαίρε, λαμπηδών Εκκλησίας νεόφωτος·
χαίρε, σηπεδών απιστίας η δύσοσμος.
Χαίρε, ότι ξένως έμεινας αβλαβής εκ την θηρών·
χαίρε, ότι εμεγάλυνας τον φιλάνθρωπον Θεόν.
Χαίρε, ότι επήρθης προν ουράνιον δόξαν·
χαίρε, ότι λαμπρύνεις των μακάρων την χώραν.
Χαίρε, Ροδίων νήσου ο έφορος·
χαίρε, απάντων άγρυπνος πρόμαχος.
Χαίρε, Θεού φρυκτωρός της αγάπης·
χαίρε, εχθρού καταπέλτης απάτης·
Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Ζήλω της ευσεβείας θείω πεπυρσευμένος
παρείδες τας προσκαίρους βασάνους
άμα σης ηλικίας ακμήν
και θερμή αγάπη προς Θεόν,
όλβιε Φανούριε, ηρίστευσας
αθλητικώς Αυτώ κραυγάζων·
Αλληλούια.

Ήλιος νέος ώφθης τη εχούση σε θείον
συλλήπτορα, Φανούριε, Ρόδω,
ης η άρουρα χρόνους μακρούς
εν τοις κόλποις έκτυπον το σον
ως όλβον ευλαβέστατα
και η νυν αυγασθείσα κράζει·
Χαίρε, Ροδίων της νήσου εύχος·
χαίρε, απάντων πιστών το κλέος.
Χαίρε, ο ανύσας αθλήσεως σκάμματα·
χαίρε, ο εκτρέψας απίστων τα άρματα.
Χαίρε, κρήνη η βλυστάνουσα ύδωρ ιαματικόν·
χαίρε, στήλη αναγράφουσα ευθηνίαν αρετών.
Χαίρε, ότι νομίμως και στερρώς ηγωνίσω·
χαίρε, ότι ανδρείως τον εχθρόν ετροπώσω.
Χαίρε, πιστών το νέον εδραίωμα·
χαίρε, ημών ατίνακτον έρεισμα.
Χαίρε, φανέ ουρανίου ευκλείας·
χαίρε, πυρσέ ψυχικής ευσθενείας·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Θαυμαστώς εκ λαγόνων ανεσύρθη της νήσου
Ροδίων η αγία εικών σου
η βλυστάνουσα πάσι πιστοίς
ιαμάτων ρείθρα, αθλητά τίμιε,
Φανούριε, τοις σπεύδουσι
τρανώς τω Λυτρωτή φωνήσαι
Αλληλούια.

Ισχυρός εν σταδίω άνευ όπλων ενύλων,
Φανούριε αήττητε έστης
και εχθρών των ενόπλων πληθύν
σης ψυχής ανδρεία και σοφοίς ρήμασι κατέβαλες·
διό σε νύν θαυμάζοντες πιστώς βοώμεν·
Χαίρε, ισχύν ο τυρράνων θλάσας·
χαίρε, ορμήν ο αυτών εκλύσας.
Χαίρε, Εκκλησίας το νέο αγλάισμα·
χαίρε, μαρτυρίας Χριστού το διάδημα.
Χαίρε, εύχρηστον κυάθιον αρετής αθλητικής·
χαίρε, πάγχρυσον παλάτιον ευψυχίας ανδρικής.
Χαίρε, ότι καθείλες ασεβείας το κράτος·
χαίρε, ότι παρείδες ηλικίας το άνθος.
Χαίρε, πιών βασάνων ποτήριον·
χαίρε, λαβών αμάραντον στέφανον.
Χαίρε, δι' ου πας πιστός επερώσθη·
χαίρε, δι' ου ο σατάν κατεβλήθη·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Κύμονον πανευώδες ευρωστίας και τόλμης,
Φανούριε εμύρισας πάντας
ευωδία της σης ανδρικής παρρησίας, πάτερ,
προ εχθρού βήματος·
αυτήν ουν οσφραινόμενοι
ημείς νυν ταπεινώς φωνούμεν·
Αλληλούια.

Λίθω βαρεί ο θείος αθλητής του Κυρίου
βαρούμενος το πάνσεπτον σώμα ανεβόα·
εν πέτρα, Χριστέ, των σων θελημάτων,
Ιησού πάνσεπτε, στερεωθείς προς άθλησιν χωρώ·
Αυτώ ουν εκβοώμεν·
Χαίρε, ο άριστος τροπαιούχος·
χαίρε, ο ένθεος λαμπαδούχος.
Χαίρε, αφθαρσίας το κρίνον ήδιστον·
χαίρε, ασεβείας το ξίφος το δίστομον.
Χαίρε, ύψος αγαπήσεως του Παντάνακτος Θεού·
χαίρε, βάθος στηλιτεύσεως της απάτης του εχθρού.
Χαίρε, ότι το κάλλος θεωρείς του Δεσπότου·
χαίρε, ότι του φέγγους απολαύεις του πόλου.
Χαίρε, σεπτών Αγγέλων συνόμιλε·
χαίρε, κλεινών μαρτύρων εφάμιλε.
Χαίρε, πιστών ομηγύρεως σθένος·
χαίρε, σκηνών ουρανών κληρονόμος·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Μάρτυς ηγλαϊσμένε, μηδαμώς δειλιάσας
θυμόν των μισοχρίστων τυράννων
προς αγώνα λαμπρόν και στερρόν ολοθύμως, μάκαρ,
αθλητών πρώταθλε, Φανούριε, εχώρησας
Χριστώ εν ευλαβεία κράζων·
Αλληλούια.

Νύκτα της αθεΐας απεδίωξας σώφρον,
ενστάσεως στερράν σου ακτίσιν,
ο φωτί ελλαμφθείς θεϊκώ,
φωτοφόρε μάρτυς της Χριστού πίστεως,
Φανούριε· διόπερ νυν βοώμεν σοι εν κατανύξει·
Χαίρε, η πτώσις της δυσσεβείας
χαίρε, η γνώσις της αληθείας.
Χαίρε, ευθαλέστατον δένδρον συνέσεως·
χαίρε, ευωδέστατον μύρον φρονήσεως.
Χαίρε, πάνσεπτος εν μάρτυσι του Σωτήρος αριστεύς·
χαίρε, άφθονος της χάριτος του Κυρίου παροχεύς.
Χαίρε, ότι εξέσθης και λαμπάσιν εφλέχθης·
χαίρε, ότι ηκίσθης και δεινώς εκολάσθης.
Χαίρε, μαρτύρων θείος διάκοσμος·
χαίρε, αγίων πάντιμος πρόβολος.
Χαίρε, ειδώλων λατρών καταπέλτης·
χαίρε, πιστών ευλαβών παραστάτης·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Ξένων πέλεις θαυμάτων αυτουργός και σημείων,
Φανούριε, κλεινέ παραδόξων ποιητής·
όθεν κλήσιν την σην
ευλαβώς χορείαι των πιστών άπασαι
προσφέρομεν και σπεύδοντες
ση χάριτι θερμώς βοώμεν·
Αλληλούια.

Όλος ων συμπαθείας και αγάπης προς πάντας
ανάπλεως, Φανούριε μάρτυς, ιερείς εξ αθέων δεσμών
ση ακαταβλήτω, αθλητά, έσωσας
δυνάμει τοις κραυγάζουσι
φωνή σοι στεντορεία ταύτα·
Χαίρε, ανδρείας η έμπνους στήλη·
χαίρε, σοφίας μαρτύρων πύλη.
Χαίρε, αθλονίκα εν μάχαις περίδοξε·
χαίρε, στρατιώτα της πίστεως άλκιμε.
Χαίρε, φοίνιξ ο υψίκομος ευκαρπίας μυστικής·
χαίρε, σάλπιγξ η μεγάφωνος ευτολμίας ψυχικής.
Χαίρε, ότι εκφαίνεις την ουράνιον δόξαν·
χαίρε, ότι εκτρέπεις του δολίου μανίαν.
Χαίρε, αμνός Κυρίου πανάμωμος·
χαίρε, λαμπρός οπλίτης του Κτίσαντος.
Χαίρε, δι' ον επαγάλλεται Ρόδος·
χαίρε, προς ον καταφεύγει ο κόσμος·
Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Πρόφθασον βοηθήσαι τοις εν κλίνει κειμένοις,
Φανούριε, δεινής ασθενείας, ο κατ' όναρ κυρίοις φανείς
ιερέων δούλων, ώνπερ εμάλαξας καρδίαν αρρωστήμασιν
κακοίς τοις μη ειδόσιν ψάλλειν·
Αλληλούια.

Ρόδον στερροψυχίας, εν αγρώ νήσου Ρόδου
κρυπτόμενος ως όλβος ευρέθη
η αγία εικών σου σεμνέ
αθλητά Κυρίου, θαυμαστών πρόξενε,
Φανούριε, και ήνοιξε τα στόματα πιστών βοάν σοι·
Χαίρε, ο όρπηξ αθανασίας·
χαίρε, η σύριγξ της αριστείας.
Χαίρε, των απίστων και πλάνων κατάπτωσις·
χαίρε, χριστονύμων τερπνή αγαλλίασις.
Χαίρε, άνθραξ θείας πίστεως φλέξαν πλάνην ασεβών·
χαίρε, δόναξ θείας χάριτος και αφθίτων δωρεών.
Χαίρε, ότι εφάνης νέον πίστεως γέρας·
χαίρε, ότι εδείχθης γενναιότητος κέρας.
Χαίρε, πιστών προπύργιον άσειστον·
χαίρε, εχθρών δεινόν ολετήριον.
Χαίρε, ψυχών θεραπεύων τα πάθη·
χαίρε, ημών ιατρεύων τα άλγη·
Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Στέφανον αιωνίου χαρμονής και αφθίτου
ζωής εκ των χειρών του Κυρίου
κατ' αξίαν εδέξω σοφέ,
ως καλώς αθλήσας και λαμπραίς τάξεσι
μαρτύρων συνηρίθμησαι
Φανούριε, αεί κραυγάζων·
Αλληλούια.

Τοις αψύχοις ξοάνοις, πάτερ σημειοφόρε,
ουκ έκλινας σον τίμιον γόνυ
και τοις λίθοις ειδώλων σοφώς
ου θυσίαν, μάρτυς θαυμαστέ, ένειμας
αλλά Χριστόν εκήρυττες·
διό σοι εν χαρά φωνούμεν·
Χαίρε, ο ένδοξος νικηφόρος·
χαίρε, ο άριστος αθλοφόρος.
Χαίρε, των μαρτύρων απάντων ομότροπος·
χαίρε, των αγίων αγγέλων ομόσκηνος.
Χαίρε, νέος εν τω σώματι την ψυχήν δε πολιός·
χαίρε, μέγας εν τοις θαύμασι και σημείοις αληθώς.
Χαίρε, ότι ανδρείως τας βασάνους υπέστης·
χαίρε, ότι ενδόξως προς τον πόλον μετέστης.
Χαίρε, Χριστού ωραίον οσφράδιον·
χαίρε, πιστού λαού φυλακτήριον.
Χαίρε, ταχύς ιατρός των νοσούντων·
χαίρε, σαφής αρωγός αιχμαλώτων·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Ύμνοις μελισταγέσι κατά χρέος τιμά σε,
Φανούριε χριστώνυμος δήμος
και την σην εκζητών αρωγήν,
εν δεινοίς του βίου, αθλητά εύψυχε,
Φανούριε, την μνήμην σου
γεραίρει ασιγήτως ψάλλων·
Αλληλούια.

Φλόγα των ανημμένων υπομείναν λαμπάδων,
Φανούριε, πυρί πρεσβειών σου
φλέξον την καθ΄ ημών του εχθρού,
θαυμαστέ, μανίαν και τοις σοις πρόσφυγξι
ειρήνην δίδου, άγιε
σοι νυν τοις ευλαβώς βοώσι·
Χαίρε, η κρήνη των ιαμάτων·
χαίρε, η στήλη των θαυμασίων.
Χαίρε, κληρονόμε της άνω λαμπρότητας·
χαίρε, ριζοτόμε εχθρού της φαυλότητος.
Χαίρε, στήριγμα ασάλευτον των θερμών σου ικετών·
χαίρε, καύχημα περίδοξον αθλοφόρων ευκλεών.
Χαίρε, της Εκκλησίας αχειρότευκτον τείχος·
χαίρε, της αφθαρσίας το θεόφυτον έρνος.
Χαίρε, Θεόν υμνών τον αόρατον·
χαίρε, εχθρόν πατών τον αρχέκακον.
Χαίρε, δεσμά ιερέων ο θλάσας·
χαίρε, χαράν ευσεβέσι βραβεύσας·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Χάριν θείαν πηγάζεις ως ακένωτος κρήνη,
Φανούριε, τοις σε προσιούσι και πιστούς αγιάζεις αεί
τους αποζητούντας σην θερμήν εύνοιαν
εν βίου τοις παλέσμασι
και ψάλλοντας φωναίς αισίαις·
Αλληλούια.

Ψάλλοντές σου τους άθλους, καλλιμάρτυς Κυρίου,
Φανούριε, ους έτλης εμφρόνως
δι' αγάπην Χριστού του Θεού,
από πάσης ρύσαι συμφοράς, κράζομεν,
τους πόθω ανυμνούντας σε
και πίστει σταθηρά βοώντας·
Χαίρε ακέστωρ των σε υμνούντων·
χαίρε, συλλήπτωρ των σοι σπευδόντων.
Χαίρε, ο βραβεία λαβών αφθαρτότητος·
χαίρε, θυμηδία βροτών αδιάπτωτος.
Χαίρε, ίον το ηδύπνευστον πνέον μύρον θεϊκόν·
χαίρε, ρόδον πάσιν ήδιστον διαχέον γλυκασμόν.
Χαίρε, επηγγελμένων αγαθών ο μετέχων·
χαίρε, δόξης Αγγέλων όντως επαπολαύων.
Χαίρε, μαρτύρων στέφος χρυσόπλοκον·
χαίρε ο παύων άθλοις τον έχθιστον.
Χαίρε, πιστοίς θείαν χάριν παρέχων·
χαίρε, ημίν θείαν ρώσιν ο νέμων·
Χαίροις μάκαρ Φανούριε.

Ω καλλιμάρτυς και πιστών παραστάτης,
Φανούριε, εν δίναις του βίου
(εκ γ΄)
ως αλήκτου ζωής κοινωνός
και τους σε τιμώντας ευλαβώς, άγιε,
αξίωσον πρεσβείαις σου
αυτής τους νυν τρανώς βοώντας·
Αλληλούια.

Και αύθις το Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ΄. Τη Υπερμάχω.
Νεοφανέντα αθλητήν ανευφημήσωμεν
και στρατιώτην του Κυρίου γενναιότατον
εν βασάνοις τον ποικίλοις παραδοθέντα
ως κρατήσαντα λαμπάδα θείας πίστεως
ανημμένην προ φρικτού ανόμων βήματος
πόθω κράζοντες· Χαίροις, μάκαρ Φανούριε.

Δίστιχον
Φάνον αλήθειαν Χριστού Χαραλάμπη,
χαίρε βοώντι σοι, Φανούριε μάκαρ.

Εγκώμια Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


Στάσις Α’ .
Ήχος πλ. α’ . Η ζωή εν τάφω.
Απλανής του Άθω, ανατείλας φωστήρ, μοναζόντων τας χορείας ελάμπρυνας, αγιότητος Νικόδημε αυγαίς.

Βαθυλείμων ώφθης, επ’ εσχάτων ημίν, της σοφίας θεοφόρε Νικόδημε, ερμηνεύων τα βιβλία των Γραφών.

Γηπονήσας έργοις, αγαθοίς την ψυχήν, τα ζιζάνια εξέτεμες πρόρριζον, αμαρτάδων σου Νικόδημε σοφέ.

Δεδεγμένος αίγλην, σωστικών εντολών, ωκειώθης από βρέφους Νικόδημε, τω Σωτήρι των ψυχών περιχαρώς.

Εν τη νήσω Νάξω, βιοτεύσας καλώς, κατεπλάγησαν τον νουν οι συνόντες σοι, καθορώντές σε ως σκεύος αρετών.

Ζηλωτής υπάρχων, των Οσίων ανδρών, προσεχώρησας τω Άθωνι Άγιε, καταλείψας γεηρών τας ηδονάς.

Η ση θεία κάρα, πολυχεύμων πηγή, ουρανίου ευωδίας της χάριτος, ανεδείχθη εν εσχάτοις τοις καιροίς.

Θεωρίας θέλων, επιβήναι Θεού, πρακτικής επεμελήθης Νικόδημε, αρετής παντοδαπούς ανελλιπώς.

Ιοβόλα βέλη, αρχεκάκου εχθρού, αποκρούσω νικηφόρως Νικόδημε, τω ονόματι Χριστού τω ισχυρώ.

Λαμπρυνθείς ακτίσι, της αγάπης Χριστού, τους εν πόθω προσιόντας τη μάνδρα σου, εν Παΐκω απαλλάττεις των δεινών.

Μοναστών τα πλήθη, και μιγάδων χοροί, εν τω Άθωνι Νικόδημε Όσιε, αναμέλπουσι την μνήμην σου λαμπρώς.

Νευρωθείς δυνάμει, της ευχής του Χριστού, τον αόρατον εχθρόν κατεπάλαισας, και συνέτριψας τα τάγματα αυτού.

Ξενωθείς του κόσμου, αληθώς ως πτηνόν, εν τω Όρει τω Αγίω εσκήνωσας, των Οσίων χρηματίσας κοινωνός.

Οι αλγούντες νόσοις, τη λαμπρά σου Μονή, εν Παΐκω προσερχόμενοι χάριτι, θεραπεύονται Νικόδημε τη ση.

Πολεμών ανδρείως, τον αρχαίον εχθρόν, τον αόρατον εν βίβλω συνέγραψας, μέγαν πόλεμον Νικόδημε ψυχής.

Ρώσιν θείαν Πάτερ, εκ των δέλτων των σων, μοναζόντων αι στρατείαι λαμβάνουσι, και αγέλαι των πιστών χριστιανών.

Συμβουλαίς αγίαις, αρχιθύτην σεμνόν, του Ευρίπου καθωδήγησας άριστα, του ποιμάναι τον φιλόχριστον λαόν.

Των σεπτών Πατέρων, τους κανόνας ορθώς, διερμήνευσας Νικόδημε άπαντας, επιπνοίαις Παρακλήτου αγαθού.

Χαίροντες κατ’ έτος, την σην μνήμην φαιδρώς, εορτάζομεν τιμώντες εν άσμασι, τους αγώνάς σου θεόφρον ασκητά.

Δόξα. Τριαδικόν.
Ψαλμικώς υμνούμεν, του Ανάρχου Πατρός, συνανάρχου δε Υιού και του Πνεύματος, του Αγίου θείον όνομα αεί.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Ω Αγνή Παρθένε, την αγίαν Μονήν, του Οσίου Νικοδήμου πρεσβείαις Σου, διαφύλαττε εκ πάντων των δεινών.
Και πάλιν το πρώτον.
Απλανής του Άθω, ανατείλας φωστήρ, μοναζόντων τας χορείας ελάμπρυνας, αγιότητος Νικόδημε αυγαίς.

ΣΤΑΣΙΣ Β’ .
Ήχος πλ. α’ . Άξιόν εστι.
Άξιόν εστι, μακαρίζειν σε τον οξυγράφον, γραμματέα Πάτερ Νικόδημε, του Χριστού εν τοις εσχάτοις τοις καιροίς.

Βίον εγκρατή, όντως ήνυσας εν ταις ερήμοις, του Αγίου Όρους Νικόδημε, θείω πόθω τετρωμένος την ψυχήν.

Δόξης θεϊκής, ως ομότιμος των Ασωμάτων, εν τη άνω πόλει Νικόδημε, Παραδείσου απολαύεις εσαεί.

Έχων τον Χριστόν, εν τοις στέρνοις σου ως συνοδίτην, ευσεβώς το ζην εξεμέτρησας, και υψώθης από γης εις ουρανόν.

Ζώπυρον Χριστού, εν τοις χρόνοις της δουλείας ώφθης, τοις βροτοίς σκεδάζων σκοτόμαιναν, αγνωσίας της δεινής ταις διδαχαίς.

Ήμβλυνας εχθρού, το γαυρίαμα ταις σαις νηστείαις, σαις παννύχοις στάσεσι δάκρυσι, και δεήσεσι Νικόδημε σοφέ.

Θέας της φρικτής, του προσώπου του Κυρίου Πάτερ, έτυχες ασκήσεσι σώματος, και τελεία ταπεινώσει της ψυχής.

Ίθυνον την σην, θεοστήρικτον Μονήν λιταίς σου, Όσιε Νικόδημε πάντοτε, προς το πλάτος των αγίων αρετών.

Κράτει του Χριστού, Κολλυβάδων την σεπτήν χορείαν, των χειμαζομένων εστήριξας, την Ορθόδοξον λαλήσας διδαχήν.

Λύσιν των αλγών, ταις πρεσβείαις σου παράσχου Πάτερ, τοις αιτούσι εκ της εικόνος σου, ιατρείαν την κατ’ άμφω ευσεβώς.

Μήνιν την δεινήν, του αρχαίου πτερνιστού θεόφρον, από της Μονής Σου Νικόδημε, αποδίωξον λιταίς σου ιεραίς.

Νέων Αθλητών, εν τοις χρόνοις της πικράς δουλείας, τα ψυχοφελή ιστορήματα, αξιάγαστε συνέγραψας σοφώς.

Ξένοις αληθώς, κατορθώμασι των Ασωμάτων, καταπλήττεις Πάτερ τον όμιλον, και ανδρών των μοναζόντων την πληθύν.

Όλον σεαυτόν, προσενήνοχας ως ιερείον, τω κοινώ Δεσπότη Νικόδημε, και αιτούντων την σην θείαν αρωγήν.

Ρέει ως πηγή, πολυχεύμων η ση κάρα μύρα, των χαρίτων μάκαρ Νικόδημε, αγιάζουσα ψυχάς των ευσεβών.

Στήσον της σαρκός, το ψυχόλεθρον φρόνημα Πάτερ, των εστώτων προ των λειψάνων σου, εν τη Μάνδρα ω Νικόδημε τη ση.

Τόμους διδαχών, των Αγίων του Χριστού Πατέρων, φιλοκάλλως έγραφας πάντιμε, εν τη σκήτη Καρυών των ασκητών.

Ύμνους ιερούς, ως φιλόθεος ασματογράφος, εν τω Όρει Πάτερ εξύφανας, των Αγίων μελωδών τας αρετάς.

Δόξα. Τριαδικόν.
Ψάλλων τας ωδάς, συν ταις τάξεσι των θείων Νόων, του Τρισυποστάτου Θεού ημών, υπέρ πάντων εύχου Πάτερ των βροτών.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Ω των υπέρ νουν, του Σου Τόκου Μαριάμ θαυμάτων, πως εν τη αχράντω νηδύϊ Σου, τον Δεσπότην διεβάστασας ημών.
Και πάλιν το πρώτον.

Άξιόν εστι, μακαρίζειν σε τον οξυγράφον, γραμματέα Πάτερ Νικόδημε, του Χριστού εν τοις εσχάτοις τοις καιροίς.

ΣΤΑΣΙΣ Γ’ .
Ήχος γ’ . Αι γενεαί πάσαι.

Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, Νικόδημε παμμάκαρ.

Βήμασι Κυρίου, επόμενος εισήλθες, εν ταις μοναίς Οσίων.

Γαύρωμα δαιμόνων, κατέκοψας ασκήσει, Νικόδημε συντόνω.

Έχει η ση Μάνδρα, προστάτην σε γενναίον, Νικόδημε τρισμάκαρ.

Ζήλον ευσεβείας, Νικόδημε παράσχου, τοις σε επικαλούσιν.

Η ποίμνη σου ως βρύσις, χαρίτων της σης κάρας, κατέχει την μερίδα.

Θεού ταις ενεργείαις, συνέγραψας την δέλτον, αγίων σου λογίων.

Ιάται πάσαν νόσον, εκτύπωμα το θείον, Νικόδημε μορφής σου.

Λιμήν χειμαζομένων, εν τω πελάγει βίου, η Μάνδρα σου υπάρχει.

Μάστιξι ευχών σου, στήσον την μανίαν, την καθ’ ημών δαιμόνων.

Νεύσον ουρανόθεν, Νικόδημε και ρύσαι, ημάς εκ των σκανδάλων.

Ξήρανον το ρεύμα, των αιρετιζόντων, Νικόδημε θεόφρον.

Όμβρισον την χάριν, των δωρημάτων Πάτερ, τοις σοις ικέταις πάσι.

Ρύσαι πάσης βλάβης, σωματικής και νόσου, τους αλγουμένους Πάτερ.

Στήριξον την πίστιν, των καταφευγόντων, εν τη σεπτή Μονή σου.

Τείχισον δυνάμει, των πρεσβειών σου πάντας, τους σε παρακαλούντας.

Ύμνοις γηθοσύνοις, γεραίρουσι τα πλήθη, τα θαύματά σου Πάτερ.

Φως των υποδούλων, εν τοις υστέροις χρόνοις, Νικόδημε εφάνης.

Χρυσόστομον τον θύτην, της Μάνδρας σου μη παύση, αεί περισκεπάζων.

Δόξα. Τριαδικόν.
Ψάλλουσι το μέλλον, της σεπτής Τριάδος, οι μονασταί σου μάκαρ.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Ω Παρθενομήτορ, τα Σα ελέη πέμψον, τη Εκκλησία πάση.
Και πάλιν το πρώτον.
Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, Νικόδημε παμμάκαρ.

Monday, March 14, 2016

«Η αληθινή ταπείνωση είναι δώρο του Θεού».. ( Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη )


Μου είπε ο Γέροντας:
«Σου έχει δώσει πολλά χαρίσματα ο Θεός. Σε προίκισε με δώρα σπάνια. Το νιώθεις;
Να τον ευχαριστείς συνεχώς και να ταπεινώνεσαι στην Αγάπη Του.
Παρακαλεί το Θεό, να σου στείλει την αγία ταπείνωση. Όχι αυτή που λέει, είμαι τελευταίος, είμαι τιποτένιος.
Αυτή είναι σατανική ταπείνωση. Η αγία ταπείνωση είναι δώρο του Θεού. Ακούς; Δώρο, χάρισμα.
Όχι από δικές μας προσπάθειες. Εσύ προετοίμαζε τον εαυτό σου, και ζήτα από το Θεό αυτό το άγιο δώρο.
Μη λες, έχω αυτό το ελάττωμα, το προσφέρω στο Θεό. Τίποτα.
Εσύ, αγωνίσου, εξουθένωνε τον εαυτό σου, και τα άλλα είναι του Θεού.
Αγωνίζου να εισέλθομε από δω, εις την Άκτιστον Εκκλησίαν του Θεού». [Ά 101π.]

Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

H μεγάλη αμαρτία ( Γεροντικό )



Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- Έκανα αμαρτία μεγάλη, και θέλω να μείνω σε μετάνοια τρία χρόνια.
- Πολύ είναι, του λέει ο γέροντας.
Ρώτησαν τότε κάποιοι, πού βρίσκονταν εκεί:
- Φτάνουν σαράντα μέρες;
- Πολύ είναι, είπε πάλι ο αββάς. Εγώ νομίζω πώς, αν ένας άνθρωπος μετανοήσει μ΄ όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει ν΄ αμαρτάνει πια, ακόμα και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός.

Γεροντικό