Tuesday, September 18, 2018

Τι πρέπει να κάνουμε όταν μας ειρωνεύονται για τη πίστη μας;



Ὅταν μᾶς εἰρωνεύονται..
Ὅταν μᾶς εἰρωνεύονται οἱ ἄλλοι, ὄχι γιὰ λάθη ποὺ κάναμε, ἀλλὰ γιατὶ ἐκκλησιαζόμαστε ἀνελλιπῶς, γιατὶ ἔχουμε πολλὰ παιδιά, γιατὶ «πηγαίνουμε μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι», γιατὶ νηστεύουμε καὶ τὰ ὅμοια, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ λυπούμαστε. Συνήθως παίρνουμε στάση ἄμυνας. Δὲν τοὺς ἀνεχόμαστε νὰ λένε σὲ βάρος μας πικρόλογα.

Ἡ ὑποτιμητική τους συμπεριφορὰ πρὸς ἐμᾶς πάρα πολὺ μᾶς στοιχίζει. Ἄλλα παθήματα τὰ ὑπομένουμε εὐκολότερα, ἀλλὰ τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ἀντέξουμε. Ἀλλὰ γιατί δυσκολευόμαστε νὰ ὑπομείνουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου; Διότι ἐρεθίζουν τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας, τὸ πιὸ βαθύρριζο πάθος ποὺ φωλιάζει στὶς καρδιές μας. Θέλουμε νὰ προστατεύσουμε τὴν τιμή μας. Κάνουμε ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι μας γιὰ νὰ μὴν πέσει τὸ κύρος μας. Κάποιες φορὲς προχωροῦμε καὶ στὴν ἀντεπίθεση. Προσπαθοῦμε νὰ βάλουμε στὴ θέση τους αὐτοὺς ποὺ μᾶς προσέβαλαν. Ἀλλὰ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν νίκες οἱ θυμώδεις ἀντιδράσεις μας στὰ πικρόλογα τῶν ἄλλων;

Ὅταν ἀντιδροῦμε ἀπὸ ἐγωισμὸ ἢ ἀπὸ πληγωμένη φιλαρέσκεια, δὲν εἴμαστε νικητές, ἀλλὰ ἡττημένοι. Πνευματικῶς ὠφελούμαστε περισσότερο, ἂν μάθουμε νὰ ὑπομένουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου. Τότε ἀποκομίζουμε μεγάλη ὠφέλεια. Πρωτίστως διότι ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὸ βασανιστικὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας. Τὸ πάθος αὐτὸ θέλει νὰ ἀκούει συνεχῶς ἐπαίνους. Ἀλλὰ οἱ ἔπαινοι δὲν τὸ θεραπεύουν. Ἀπεναντίας τὸ τρέφουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φουντώνει ἀκόμη περισσότερο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀπὸ τὴν πλουσιότατη πείρα του μᾶς προτρέπει νὰ δεχόμαστε μὲ εὐχαρίστηση τοὺς «καυτῆρες» τῶν ὀνειδισμῶν ὡς φάρμακο καὶ γιατρικὸ γιὰ τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς μας. Διότι οἱ ὀνειδισμοὶ μᾶς ἐξαγνίζουν. Ὅσο καλὸ καὶ καρποφόρο καὶ παχὺ κι ἂν εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς ψυχῆς, ὅταν τοῦ λείπει τὸ πότισμα μὲ τὸ νερὸ τῆς ἀτιμίας, θὰ χορταριάσει καὶ θὰ βλαστήσει ἀγκάθια ὑπερηφανείας, πορνείας καὶ ἀφοβίας (Λόγος Δ΄ 24). Οἱ τιμὲς καὶ τὰ ἐγκώμια αὐξάνουν τὴ χολὴ τῶν παθῶν (Λόγος Δ΄ 103). Ἀντὶ νὰ μᾶς κάνουν καλύτερους, μᾶς κάνουν χειρότερους. Ἐνῶ οἱ παρατηρήσεις, οἱ ταπεινώσεις καὶ οἱ ἐξουθενώσεις τῶν ἄλλων καθαρίζουν τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ πάθη. Ἐπίσης, ὅταν ὑπομένουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου, γινόμαστε μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ μαθητεύουμε στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας.

Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὀνειδίστηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ὀνειδιζόμαστε κι ἐμεῖς. «Οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ' ἐμέ» (Ψαλμ. ξη΄ 10). Ἐφόσον ὁ Χριστὸς διώχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ διωκόμαστε κι ἐμεῖς. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσι» (Ἰω. ιε΄ 20). Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὑβρίστηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ὑβριζόμαστε κι ἐμεῖς. Οἱ γλῶσσες τοῦ κόσμου δὲν θὰ σταματήσουν νὰ εἰρωνεύονται. Ἀλλὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὰ εἰρωνικὰ σχόλιά τους δὲν λογίζονται ὡς ὕβρεις, ἀλλ' ὡς παράσημα.
Στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα δὲν θὰ μετρήσουν ὡς εἰρωνεῖες, ἀλλ' ὡς διάσημα. Θὰ γίνουν ὁ φωτοστέφανος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ στεφανώσει ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ καλοῦ ἀγώνα.

Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος προτρέπει νὰ τρέχουμε στοὺς ὀνειδισμούς, ὅπως τρέχουν τὰ διψασμένα ἐλάφια στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων. «Ἐφόσον γνωρίζετε ὅτι ὁ Θεὸς τιμᾶ τοὺς δούλους Του ποὺ δέχονται ἀτιμώσεις καὶ τοὺς δοξάζει μέσα ἀπὸ τὶς ὕβρεις, νὰ τρέχετε βιαστικὰ μέσῳ ὅλων αὐτῶν πρὸς τὴν ἀθάνατη πηγὴ σὰν διψασμένα ἐλάφια». Εἶναι δεῖγμα μεγάλης ἀρετῆς νὰ ὑπομένει ὁ χριστιανὸς ὑβριστικοὺς λόγους χωρὶς νὰ λυπᾶται. «Τοῦτο (ἐστί) δεῖγμα μεγίστης ἀρετῆς, τὸ φέρειν ὕβριν ἀλύπως», παρατηρεῖ ὁ ἑρμηνευτὴς Ὀλυμπιόδωρος. Καὶ ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὸν πολύαθλο Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ὑπέμεινε ἁλυσίδα ταπεινώσεων. Ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη ἔχασε τὴν περιουσία του, τὸ σπίτι του, τὰ παιδιά του, γέμισε μὲ πληγὲς καὶ ζοῦσε στὴν κοπριά, ἀκούγοντας πικροὺς λόγους ἀκόμη κι ἀπὸ τὴ σύζυγο κι ἀπὸ τοὺς φίλους του. Ἀλλὰ ὑπέμεινε τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ μνημονεύεται ὡς τύπος Χριστοῦ.

Ἡ θεοπρεπὴς ἀντιμετώπιση τῶν ὀνειδισμῶν ἀποτελεῖ κριτήριο γνησιότητος τῶν χριστιανῶν. Ὅσοι ὑπομένουν ὀνειδισμοὺς γιὰ τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, εἶναι πανευτυχεῖς καὶ μακάριοι. «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 14). Μὴ λησμονοῦμε τὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου μας: «Μακάριοι εἶστε ἐσεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σᾶς χλευάσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ ἐξαιτίας μου ποῦν κάθε εἴδους ψεύτικες κακολογίες καὶ κατηγορίες ἐναντίον σας» (Ματθ. ε΄ 11). Ὅπως ὁ θεῖος Λυτρωτὴς βάσταξε τὸν ἐπονείδιστο σταυρό Του, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ σηκώνουμε τὸν δικό μας σταυρό, «τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες» (Ἑβρ. ιγ΄ 13). Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑβρισθοῦμε καὶ νὰ περιφρονηθοῦμε γι' Αὐτόν, ὅπως ὑβρίστηκε καὶ περιφρονήθηκε Ἐκεῖνος.



Περιοδικό "Ο ΣΩΤΗΡ" τεύχος Σεπτεμβρίου 2013 (σελ. 23-24)

Saturday, September 15, 2018

Μερικὲς σκέψεις γιὰ νὰ προστρέχουμε στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος



Θέλοντας νὰ προστρέξης στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, μπορεῖς νὰ τὸ πετύχης ὅταν σκεφθῇς:


Α´) Ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ δοχεῖα (ὅπως τὸ γνωρίζεις ἀπὸ τὴν πεῖρα σου)
στὰ ὁποῖα ἔχει τοποθετηθῆ μόσχος ἢ ἄλλο παρόμοιο ἄρωμα πολύτιμο, μολονότι δὲν ὑπάρχει μέσα τους τὸ ἄρωμα, τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ διατηροῦν τὴν εὐωδία τοῦ ἀρώματος ἐκείνου. Καὶ ὅσο περισσότερο χρονικὸ διάστημα παρέμεινε τὸ ἄρωμα μέσα στὸ δοχεῖο, τόσο περισσότερο τὰ δοχεῖα ἐκεῖνα διατηροῦν τὴν εὐωδία· καὶ μάλιστα τόσο περισσότερο εὐωδιάζουν ἐκεῖνα, ὅσο περισσότερο παραμείνει τὸ ἄρωμα μέσα, μολονότι ἐκεῖνος ὁ μόσχος ἢ τὸ παρόμοιο ἄρωμα εἶναι μιᾶς περιοριστικῆς καὶ περιωρισμένης δυνάμεως. Παρόμοια νὰ σκεφθῇς ὅτι καὶ ἕνας ποὺ στέκεται κοντὰ σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, διατηρεῖ τὴν θερμότητα γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν φωτιά. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀληθινά, ἄραγε ἀπὸ ποιὰ ἄρρητη εὐωδία φιλανθρωπίας, ἀπὸ ποιὰ φλόγα ἀγάπης καὶ ἀπὸ ποιοὺς λογισμοὺς ἐλέους καὶ εὐσπλαγχνίας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι γεμάτα τὰ σπλάγχνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ γιὰ ἐννέα μῆνες κράτησε στὰ σπλάγχνα της τὸ Χριστό, τὸ ἀκένωτο μύρο, ποὺ κρατεῖ πάντοτε στὸ στῆθος της καὶ στὴν ἀγάπη της, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ αὐτοαγάπη καὶ τὸ ἴδιο αὐτοέλεος καὶ αὐτοευσπλαγχνία καὶ ὄχι περιορισμένης δυνάμεως καὶ μικρῆς διάρκειας, ἀλλὰ ἀτέλειωτης καὶ ἀπεριόριστης;
Ἔτσι ὅπως ὅποιος ἀγγίζει στὰ δοχεῖα ποὺ ἔχουν τὸ μύρο, δέχεται τὴν εὐωδία πάνω του, καὶ ὅποιος πλησιάζει σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δεχθῆ ἀπὸ τὴν θερμότητά της, ἔτσι καὶ πολὺ περισότερο κάθε φτωχὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη καὶ πλησιάζει μὲ ταπείνωσι καὶ πίστι στὸ οὐράνιο μύρο, στὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας, ποὺ πάντοτε εὐωδιάζει καὶ πάντοτε ἀνάβει στὸ στῆθος τῆς Παρθένου, ὁπωσδήποτε θὰ δεχθῆ βοήθειες, εὐεργεσίες καὶ χάριτες, τόσο περισσότερες, ὅσο περισσότερο συχνὰ καὶ μὲ μεγαλύτερη πίστι καὶ θάρρος πλησιάση.


Β´) Ὅτι κανένα κτίσμα δὲν ἀγάπησε τόσο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, οὔτε συμμορφώθηκε τόσο μὲ τὸ θέλημά Του, ὅσο ἡ Παναγία του Μητέρα, ἀφενὸς μὲν διότι τὸν γέννησε μόνη χωρὶς ἄνδρα, ἀφετέρου διότι γέννησε μόνο αὐτὸν καὶ κανένα ἄλλον, καὶ ἔτσι δὲν μοιράσθηκε καθόλου μὲ ἄλλον ἡ ἀγάπη της. Ἂν λοιπὸν αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαπητὸς Υἱὸς τῆς Παρθένου, ἔδωσε ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ ὅλο του τὸν ἑαυτὸ γιὰ τὶς ἀνάγκες ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἔδωσε τὴν μητέρα του ὡς μητέρα μας καὶ συνήγορο γιὰ νὰ μᾶς βοηθᾷ, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ μέσον τῆς σωτηρίας μας, πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ μπορέσῃ κάποτε αὐτὴ ἡ ἀγαπημένη του μητέρα καὶ δική μας συνήγορος νὰ γίνῃ ἀποστάτης τῆς θελήσεως τοῦ τόσο ἀγαπημένου της Υἱοῦ καὶ νὰ μὴ μᾶς βοηθήσῃ;
Γι᾿ αὐτὸ ἀγαπητέ, πρόστρεχε, πρόστρεχε μὲ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη στὴν Παναγία Θεοτόκο. Γιατὶ ἐκείνη ἡ ἐπιστοσύνη καὶ τὸ θάρρος ποὺ δείχνεις σ᾿ αὐτήν, εἶναι πλούσια καὶ μακαρία καὶ ἀσφαλὲς καταφύγιο καὶ πάντοτε δίνει στὴν καρδιά σου χάριτες καὶ ἐλεημοσύνες.

Πηγή: Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, "Αόρατος Πόλεμος"

Wednesday, September 12, 2018

Μην αρνείσαι να μαθαίνεις…( Μικρός Ευεργετινός )


Ο άνθρωπος συμβουλεύει τον πλησίον του καθώς γνωρίζει. Ο Θεός πάλι ενεργεί σ’ αυτόν που ακούει ανάλογα με την πίστη του.
Ο άνθρωπος που μακροθυμεί, έχει πολλή φρόνηση. Το ίδιο κι εκείνος που τεντώνει το αυτί του για να ακούει λόγους πνευματικής σοφίας.
Μην αρνείσαι να μαθαίνεις, κι ας τυχαίνει να ξέρεις πάρα πολλά. Γιατί αυτό που μπορεί να οικονομήσει ο Θεός, είναι πολύ πιο ωφέλιμο από τη δική μας φρόνηση.
Αυτός που θέλει να σηκώσει το σταυρό του και να ακολουθήσει το Χριστό, πρέπει πρώτα-πρώτα να επιδιώξει την αληθινή γνώση και μάθηση, εξετάζοντας ακατάπαυστα τους λογισμούς του και μεριμνώντας συνεχώς για τη σωτηρία του και ρωτώντας τους δούλους του Θεού, που έχουν το ίδιο φρόνημα και αγωνίζονται τον ίδιο αγώνα μ’ αυτόν, έτσι ώστε να μην αγνοεί πού και πώς βαδίζει και να μην προχωράει μέσα στο σκοτάδι χωρίς λύχνο να του φέγγει.
Γιατί εκείνος που βαδίζει ιδιόρρυθμα, χωρίς καθοδήγηση κάποιου, σκοντάφτει συχνά και πέφτει σε πολλούς λάκκους και παγίδες του πονηρού και πλανιέται πολύ και κοπιάζει πολύ και μπαίνει σε πολλούς κινδύνους και δεν γνωρίζει τι τέλος θα έχει. Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που πέρασαν από πολλούς κόπους και ασκήσεις και κακοπάθειες και που υπέφεραν πολλούς μόχθους για το Θεό, αλλά η ιδιορρυθμία, η αδιακρισία και η έλλειψη πνευματικής βοήθειας από τον πλησίον έκαναν τους τόσους κόπους τους, ανίσχυρους και μάταιους.
Γι’ αυτό, αν είναι δυνατόν, πρέπει κανείς να φροντίζει και να αγωνίζεται να είναι συνεχώς μαζί με ανθρώπους που έχουν πνευματική γνώση, με σκοπό, αν ο ίδιος δεν έχει φωτισμό αληθινής γνώσεως, βαδίζοντας μαζί με εκείνον που έχει, να μην περπατάει στο σκοτάδι, να μην κινδυνεύει από βρόχια και παγίδες και να μην πέφτει πάνω στα νοητά θηρία, που ζουν στο σκοτάδι και που αρπάζουν και αφανίζουν όσους περπατούν μέσα σ’ αυτό χωρίς τον νοητό λύχνο του θείου λόγου.

του αββά Μάρκου,
Μικρός Ευεργετινός

Wednesday, September 5, 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΕΙΚΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Η επιλεγόμενη «ΚΟΥΚΚΟΥΖΕΛΙΣΣΑ»

της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου.

Διήγησις περί της θαυματουργού εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης η «ΚΟΥΚΚΟΥΖΕΛΙΣΣΑ»

Εν τη διηγήσει περί της εικόνος της Κουκουζελίσσης επάναγκές έστιν, όπως γνωρίζει τις και τα περί του ιδίου Κουκουζέλη.

Ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης εγεννήθη κατά τον δωδέκατον αιώνα εν Δυρραχίω παιδίον έτι έμεινεν ορφανός από τον πατέρα αυτού και εισήχθη εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν Σχολήν, όπου διά το λιγηρόν της φωνής, την φυσικήν ωραιότητα και τα άλλα αυτού χαρίσματα, είλκυσε την εύνοιαν και αυτού του αυτοκράτορος (Κομνηνού) και παντός του Παλατίου αυτού μετ’ ολίγον καιρόν υπερέβη εις την σπουδήν άπαντας τους εαυτού συμμαθητάς και επί τέλους εγένετο ο μοναδικός του παλατίου άπαντες ηγάπων αυτόν και εκολάκευον και επεριποιούντο μεγάλως, ένεκα της λιγηράς φωνής και διά το σεμνόν του ύφους αυτού αλλά και μ’ όλα ταύτα τα του κόσμου αγαθά, η καρδία αυτού κατετήκετο υπό μιάς ενδομύχου και ανεκδιηγήτου αδημονίας και αποστροφής από πάντων των ηδέων του ματαίου βίου όθεν ο Ιωάννης έπασχε και ελυπείτο εν μέσω των ζωηρών και ηδειών ελπίδων διά το μέλλον και τόσω μάλλον ελυπείτο, καθ’ όσον δεν ηδύνατο να εύρη άνθρωπον, ίνα φανερώση προς αυτόν την αδημονίαν και λύπην αυτού και όστις να συμμερισθή και συναισθανθή την λύπην του και επομένως να παρηγορήση αυτόν η τοιαύτη δε αυτού λύπη υπερηύξησεν, ότε έμαθεν ότι ο Αυτοκράτωρ επιθυμεί να τον βιάση, ίνα νυμφευθή όθεν ο λογισμός ότι διά τας προσκαίρους ηδονάς του βίου δύναται να χάση την χαράν της βασιλείας των ουρανών, τοσούτον ηνώχλησε τον νέον, ώστε απεφάσισεν αφεύκτως να φύγη εκ της Βασιλευούσης και να κρυβή εν τινι μεμμακρυσμένη ερημία.

Ο δε Παντεπόπτης Θεός, βλέπων το άδολον της γνώμης και του σκοπού αυτού, ηυδόκησε και συνήργησεν εις την εκπλήρωσιν αυτών.


Ότε λοιπόν ο της παρθενίας εραστής ούτος Ιωάννης απηύδησε διατρίβων εν τοις Βασιλείοις και εσκέπτετο περί της εκείθεν αναχωρήσεως, ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εκ του Αγίου Όρους του Άθω ο Ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας διά τινας υποθέσεις της Μονής ο δε Ιωάννης κατ’ ευδοκίαν Θεού είδε τον Γέροντα τούτον, όθεν εσκίρτησεν η καρδία αυτού εκ της χαράς, και ηδέως και προσηνώς ηγάπησεν αυτόν και σχετισθείς μετ’ αυτού, απεκάλυψεν αυτώ τους τε λογισμούς και τους σκοπούς αυτού, ζητήσας αμα και την συμβουλήν αυτού ο δε Γέρων ουχί μόνον επήνεσεν, αλλά και ηυλόγησεν αυτούς όθεν ο Ιωάννης, σχεδόν αμέσως κατόπιν του Γέροντος, ανεχώρησεν εκ της Βασιλευούσης και εν σχήματι ξένου ήλθεν εις το Άγιον Όρος και εις τας πύλας της Μεγίστης Λαύρας.

Ερωτηθείς δε παρά του θυρωρού, τις ήτο και πόθεν ήλθε και τι ήθελεν, ο Ιωάννης απεκρίθη ότι είναι άνθρωπος χωρικός, ποιμήν προβάτων και ότι βούλεται γενέσθαι Μοναχός είσαι νέος, τω υπενθύμισεν ο θυρωρός. «Αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού», τω απεκρίθη ταπεινώς ο Ιωάννης, και τον παρεκάλει θερμώς, ίνα αναγγείλη περί αυτού τω καθηγουμένω ανήγγειλε λοιπόν ο θυρωρός τω τε καθηγουμένω και τοις αδελφοίς περί του ξένου, οίτινες εχάρησαν, διότι είχον ανάγκην ενός τοιούτου ανθρώπου, ίνα ποιμάνη τους τράγους εδέχθη λοιπόν τον Ιωάννην και συνηρίθμησεν αυτόν τη αδελφότητι ο καθηγούμενος, και κουρεύσας αυτόν, διέταξεν ίνα ποιμάνη εις τα όρη τους τράγους της Μονής.

Τούτο το έργον επροξένησεν αυτώ μεγάλην χαράν, και ούτως εδόθη όλως μετά του ποιμνίου εις τας ερήμους του Άθω, όπου ην αυτώ αγαπητή εργασία η θέια θεωρία και η προσευχή.


Εν τούτοις, μαθών ο Αυτοκράτωρ την του ηγαπημένου αυτού μουσικού αναχώρησιν, ελυπήθη μεγάλως και απέστειλεν εις πόλεις και ερημικά μέρη ανθρώπους εις ανεύρεσιν αυτού αλλ’ ο υπό Θεού σκεπόμενος Ιωάννης έμεινε παντελώς άγνωστος, μ’ όλον ότι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι ήλθον και εις το Άγιον Όρος, μάλιστα δε και εις την Λαύραν αυτήν του οσίου Αθανασίου ούτω λοιπόν εν τη ησυχία παρήρχετο ο καιρός του Ιωάννου, όστις και αρρήτως εχαίρετο και ετέρπετο, διά την τοιαύτην αυτού κατάστασιν.

Εν μια δε των ημερών εκάθητο φυλάττων το ποίμνιον αυτού, κατεχόμενος εν βάθει ενθουσιασμού και διαλογισμών, διερχομένου του λογισμού αυτού όλην την έκτασιν του παρελθόντος βίου αυτού η δε καρδία αυτού εσκίρτα υπό του αισθήματος της ευχαριστίας προς τε τον Θεόν και την αυτού Πανάχραντον Μητέρα, διά την υπέρ αυτού αγαθήν πρόνοιαν και νομίζων ότι ουδείς ευρίσκεται εν εκε’ινη τη ερήμω, και ότι ουδείς ακούει αυτού ήρξατο, ως έθος αυτώ, ψάλλειν τους γνωστούς αυτώ θείους ύμνους και η αγγελική φωνή αυτού διά μακρού ήχου διηχείτο και κατέληγεν επί των ερημικών κορυφών του Άθωνος, διά μελωδικών απηχημάτων. Επί πολύ εξηκολούθησε ψάλλων εν κατανύξει και ηδονή πνευματική ο Ιωάννης, ούτε βλέπων, ούτε γνωρίζων, ότι ερημίτης τις ουχί μακράν αυτού κεκρυμμένος εν σπηλαίω τραχυτάτω, εις τόπον απότομον σχεδόν και άβατον, ήκουεν αυτού, αλλά το μέλος της του φαινομένου ποιμένος ψαλμωδίας διήγειρε την καρδίαν του μεγάλου εκείνου ησυχαστού, τοσούτον ώστε εδάκρυσε και επροξένησεν εις την κατανυγείσαν ψυχήν αυτού πνευματικήν τινα χάριν και ευφροσύνην, και έως ότου έψαλλεν ο Ιωάννης, δεν έπαυσε και ο ησυχαστής βλέπων αυτόν και διαπορών, πόθεν εν τη ερήμω τοιαύτη αγγελική φωνή και τοιούτος άριστος μουσικός; Και η απορία του ησυχαστού έφθασεν εις τον ύψιστον βαθμόν, ότε παρετήρησε καλώς ότι και αυτοί οι τράγοι έπαυσαν εσθίοντες εκ του εναρμονίου μέλους της του ποιμαίνοντος αυτούς ψαλμωδίας, ότι και αυτά τα άλογα ζώα περικυκλώσαντα τον εαυτών ποιμένα και περιορίσαντα και την ιδίαν πνοήν, ίσταντο ακίνητα προσηλώσαντα και τους αλόγους οφθαλμούς αυτών, ως κατακυριευθέντα και καταγοητευθέντα υπό της αγγελικής αυτού φωνής όθεν ευθέως απελθών εις την Λαύραν ο ησυχαστής, ανήγγειλε τω καθηγουμένω περί του θαυμασίου ποιμένος και της λιγηράς μελωδίας αυτού προσκαλείται λοιπόν ο Ιωάννης εκ της ερήμου και επετίμησεν ο ηγούμενος, ίνα φανερώση αυτώ τα κατ’ αυτόν, και εφανέρωσε και τοι μη βουλόμενος, ότι αυτός εστίν ο Αυτοκρατορικός ηδύλαλος μουσικός Ιωάννης τότε ο Καθηγούμενος μόλις ηδυνήθη να διακρίνη από τους ήδη εκλείποντας σχεδόν λόγω της εγκρατείας οφθαλμούς και την άλλην προσωπικήν φυσιογνωμίαν αυτού, ότι ούτος αληθώς εστιν εκείνος ο του βασιλέως αγαπητός, μετά του οποίου εσχετίσθη εις Κωνσταντινούπολιν και όστις τότε διήγε ζωήν ευρυχωτάτην και είχεν οφθαλμούς ελκυστικούς και εις τας ροδίνους παρειάς σκιρτώσαν την υγείαν. Παρακαλέσαντος δε πάλιν μετά θερμών δακρών του ταπεινού Ιαάννου, άφησεν αυτόν ο Καθηγούμενος εις την αυτήν ποιμαντικήν εργασίαν της υπακοής αλλ’ ο Καθηγούμενος, φοβούμενος μη μάθη τούτο ο Βασιλεύς, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και παρασταθείς προς τον Βασιλέα : ελέησον, λέγει, τον δούλον σου, Βασιλεύ! Προσπίπτων άμα εις τους πόδας του Βασιλέως αυτού, διά το όνομα του Θεού του θέλοντος πάντας και έκαστον σωθήναι δέομαι και παρακαλώ την Βασιλείαν σου, ίνα ακούση πατρικώς την αίτησίν μου και εκπληρώση αυτήν, και ο Θεός να πληρώση εν αγαθοίς τους πόθους και τα αιτήματά σου! Έκθαμπος δε γενόμενος ο Αυτοκράτωρ εκ της βαθείας ταπεινώσεως και υπακοής του Γέροντος, ήγειρεν αυτόν και προσηνώς ηρώτησεν αυτόν λέγων : «Τι θέλεις Πάτερ, απ’ εμού;». Συγχώρησόν μοι, ώ Βασιλεύ! Εάν εγώ έσωμαι τολμηρός ενώπιον της σης Μεγαλειότητος η αίτησίς μου είναι ουτιδανή ως προς την εκτέλεσιν αυτής, διά σε είναι πολλά ελαφρά, καθότι ουδέν άλλο απαιτεί ή ένα σου λόγον και όμως η εκπλήρωσις αυτής θέλει προξενήσει χαράν και παραμυθίαν εις αυτούς τους Αγγέλους και αγαθόν εις την εμήν Λαύραν «λέγε λοιπόν, προσέθηκεν ευμενώς ο Βασιλεύς, τι θέλεις; Εγώ τα πάντα σοι θέλω εκτελέσει». Ο του Βασιλέως λόγος είναι ιερός, απεκρίθη ταπεινώς ο Ηγούμενος, και ουδέποτε αθετήται! «ναι, Πάτερ, ναι», επεκύρωσεν ο Βασιλεύς, συγκινηθείς εκ της απλότητος του Γέροντος «λέγε λοιπόν, τι θέλεις»; Χάρισον ημίν, λέγει αυτώ ο Καθηγούμενος, ένα των υπηκόων σου ο οποίος ζητεί την αιώνιον σωτηρίαν αυτού και να εύχεται υπέρ του Κράτους σου τούτο μόνον θέλω και ουδέν έτερον ταύτα είπεν ο Καθηγούμενος και εσιώπησε «γενηθήτω το αίτημά σου, απεκρίθη περιχαρώς ο Βασιλεύς, τις δε και πού έστιν ούτος;» παρ’ ημίν, απεκρίθη αγωνιών ο Γέρων, και μάλιστα εν τω αγγελικώ σχήματι, Ιωάννης Κουκκουζέλης : ορμητικώς απεκρίθη ο Βασιλεύς, και με τον λόγον έρευσαν δάκρυα ακουσίως εκ των οφθαλμών αυτού και κατέβησαν επί του βασιλικού αυτού στήθους. Τότε ο Καθηγούμενος διηγήθη λεπτομερώς τα περί του Ιωάννου, ο δε Αυτοκράτωρ μετά προσοχής ηκροάσθη αυτού και επί τέλους ανεβόησε μετά συγκινήσεως : «Λυπούμαι τον μοναδικόν μου ψάλτην! Λυπούμαι τον εμόν Ιωάννην! Αλλ’ αφού εκορεύθη ήδη, υπομονητέον! Η της ψυχής σωτηρία είναι τιμιωτέρα πάντων ας προσεύχεται ήδη και υπέρ της εμής σωτηρίας και υπέρ της εμής Βασιλείας». Ταύτα ακούσας ο Γέρων εδόξασε τον Θεόν, ηυλόγησε τον εαυτού ελεήμονα Βασιλέα και περιχαρής επέστρεψεν εις την Λαύραν. Έκτοτε ο Ιωάννης έμεινεν ήσυχος, ανήγειρε διά τον εαυτόν του μίαν κέλλαν μετά παρεκκλησιδίου επ’ ονόματι των Αρχαγγέλων, και ησυχάζων εν αυτή τας εξ ημέρας της εβδομάδος, κατά τας Κυριακάς και λοιπάς εορτάς ήρχετο εν τω Καθολικώ Ναώ και ιστάμενος εν τω δεξιώ χορώ έψαλλε μετά κατανύξεως συν τοις άλλοις ψάλταις. Εν μια δε των ημερών, ήτις ην το Σάββατον του Ακαθίστου Ύμνου, αφού έψαλε τους ύμνους της εορτής, εκάθισε μετά την αγρυπνίαν εν τω στασιδίω, απέναντι της εικόνος της Θεοτόκου, ενώπιον της οποίας ανεγνώσθησαν και οι οίκοι, ίνα αναπαυθή ολίγον, και ναρκωθείς ελαφρώς ακούει αμέσως σιγανήν τινα φωνήν λέγουσαν : «Χαίροις Ιωάννη! (και με την φωνήν βλέπει έμπροσθέν του την Θεοτόκον ακτινοβολούσαν με Ουράνιον φως). Ψάλλε μοι και εγώ ου σε εγκαταλέιψω». Και με τον λόγον ενεχείρισεν αυτώ εν χρυσούν νόμισμα, και ούτως εγένετο άφαντος αφυπνισθείς δε ο Ιωάννης, όλως σκιρτών εκ της αμέτρου χαράς, βλέπει εν τη δεξιά αυτού νόμισμα, και εκ των οφθαλμών αυτού έρρευσαν δάκρυα χαράς και αγαλλιάσεως, και επομένως ηυχαρίστησε και εδόξασε μεγάλως την Ουράνιαν Άνασσαν, διά την προς αυτόν άρρητον αυτής χάριν ταύτην και ευδοκίαν και έλεος. (Είτα εκρέμασαν το νόμισμα εις την ρηθείσαν Αγίαν εικόνα της Θεοτόκου, υπό της οποίας εγένετο εξαίσια θαύματα, και ουχί μόνον υπό της αγίας εικόνος, αλλά και υπό του νομίσματος). Έκτοτε λοιπόν ο Ιωάννης προθυμότερον εξετάζει το έργον αυτού ψάλλων ευλαβώς και μετά κατανύξεως, τόσον ώστε εκ της πολλής στάσεως, των τε ιδιαιτέρων και των κοινών και φανερών αγρυπνιών, εσάπισαν οι πόδες αυτού, και κατέσθιον αυτούς οι σκώληκες αλλά μετ’ ολίγον εφάνη αυτώ κατ’ όναρ η Θεοτόκος και είπεν: «από του νυν έσω υγιής!» και ευθέως εγένετο υγιής, αφανισθεισών των πληγών και αλγηδόνων αυτού.


Όθεν ο Ιωάννης, ως ευγνώμων, το επίλοιπον της ζωής αυτού διήνυσεν εις μεγάλους και υπέρ φύσιν αγώνας, και τοσούτον εφωτίσθη νοερώς, ώστε ηξιώθη να προίδη την ώραν της τελευτής αυτού αποχαιρετίσας λοιπόν πάντας τους συναχθέντας εν τη κέλλη αυτού και λαβών συγχώρησιν, και διατάξας ίνα το σώμα αυτού ενταφιασθή εν τω παρ’ αυτού ανεγερθέντι Ναώ των Αρχαγγέλων, προσευχόμενος απήλθε προς Κύριον.

Saturday, September 1, 2018

Η Αγάπη δεν διδάσκεται ... ( Γερότνισσα Γαβριηλία )



«Η Αγάπη δεν διδάσκεται. 
Δίδεται άνωθεν όταν την ζητήσουμε με επίγνωση του Εγωϊσμού μας που θέλουμε να συντρίψουμε.
Ποτέ να μην λές «γιατί περνώ αυτό»;
Ή όταν βλέπεις τόν άλλο με τη γάγγραινα, τον καρκίνο ή την τύφλωση, να μην λές «γιατί το περνά αυτό»;
Αλλά να παρακαλείς τον Θεό να σου χαρίσει το όραμα της άλλης όχθης ...;
Τότε θα βλέπεις όπως οι Άγγελοι τα γινόμενα εδώ όπως πραγματικά είναι: ΟΛΑ στο σχέδιο τού Θεού. ΟΛΑ.
Ο πνευματικά προχωρημένος άνθρωπος είναι αυτός που έφτασε να μην έχει «υπόσταση» και που έχει κατανοήσει βαθύτατα ότι ό,τι του συμβαίνει είναι είτε Θέλημα του Θεού, είτε Παραχώρηση του Θεού.
Όποιος ζει στο Παρελθόν, είναι σαν τον πεθαμένο.
 Όποιος ζει στο Μέλλον με την φαντασία του, είναι αφελής, γιατί το Μέλλον είναι μόνον του Θεού. Η Χαρά του Χριστού βρίσκεται μόνο στο Παρόν. Στο Αιώνιο Παρόν του Θεού. 

Δεν πρέπει να παραδοθούμε τυφλά στο Θέλημά Του. Αυτό το κάνουν οι στρατιώτες. Εμείς τα Παιδιά Του, πρέπει να Του το προσφέρουμε το θέλημά μας μαζί με όλον τον εαυτό μας στο χάλι του. Και να Του πούμε: 
«Σου προσφέρω όλα μου τα στραβά και τα ατελή. Κάνε τα ίσια».
Δίνοντας χαρά στους άλλους, εσύ την νοιώθεις πρώτα.
Για να φτάσεις στο δεν υπάρχω, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς κι έτσι ταυτίζεσαι απόλυτα με τόν Άλλο, τον εκάστοτε Άλλο, και τότε στο τέλος της ημέρας αναρωτιέσαι :
Θέλω τίποτε; Όχι. Επιθυμώ τίποτε; Όχι. 
Μου λείπει τίποτε; Όχι ...; Αυτό είναι! ...;
Είσαι ήδη γεμάτος με την γλυκειά παρουσία Του Ιησού ! » 

"Ασκητική της Αγάπης"
Γερότνισσα Γαβριηλία

Wednesday, August 29, 2018

Η ακηδία αχρηστεύει τον άνθρωπο... ( Άγιος Παΐσιος )



- Γέροντα, τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ακηδία και την αθυμία;

- Ακηδία είναι η πνευματική τεμπελιά, ενώ η ραθυμία αναφέρεται και στην ψυχή και στο σώμα. Καλύτερα όμως να λείψουν και τα δύο.


Η ακηδία και η ραθυμία μερικές φορές κολλούν και σε ψυχές που έχουν πολλές προϋποθέσεις για πνευματική ζωή, που έχουν ευαισθησία, φιλότιμο.


Σε έναν αδιάφορο ο πειρασμός δεν κάνει τόσο κακό. Ένας ευαίσθητος όμως άνθρωπος, αν στενοχωρηθή, νιώθει μετά ακηδία. Πρέπει να βρη τί τον στενοχώρησε και να το αντιμετωπίση πνευματικά, για να ξαναβρή το κουράγιο και να πάρη μπρος η μηχανή του. Να προσέχη να μην αφήνη αθεράπευτες πληγές , γιατί μετά κάμπτεται από τα τραύματά του.

Το ψυχικό τσάκισμα, το οποίο στην συνέχεια φέρνει και το σωματικό, τον αχρηστεύει. Ο γιατρός δεν βρίσκει τίποτε, γιατί την βλάβη την έχει προκαλέσει ο πειρασμός. Πόσες ψυχές που έχουν φιλότιμο, ευαισθησία, τις βλέπω αχρηστευμένες!


- Γέροντα, αισθάνομαι εξάντληση και δεν μπορώ να κάνω καθόλου πνευματικά (1). Αυτό προέρχεται από κούραση ή μήπως είναι από ραθυμία;


- «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή» (2), δεν λέει; Δεν είναι κούραση σωματική˙ ψυχικό τσάκισμα είναι. Αυτό είναι χειρότερο από την σωματική κούραση. Με το ψυχικό τσάκισμα ξεβιδώνεται κανείς και γίνεται σαν ένα όχημα που όλα τα εξαρτήματά του είναι καλά, αλλά η μηχανή του είναι διαλυμένη.


- Γέροντα, βλέπω ότι, ενώ πρώτα αγαπούσα τα πνευματικά, τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτε.


- Γιατί δεν μπορείς να κάνης τίποτε; Δεν έχεις δυνάμεις; Εγώ βλέπω ότι έχεις. Δεν θυμάσαι παλιά, όταν χτιζόταν το μοναστήρι και δούλευες όλη μέρα στο γιαπί, πόσα πνευματικά έκανες;


- Μήπως, Γέροντα, φταίει που έδωσα όλον τον εαυτό μου στις δουλειές;


- Πιο πολύ φταίει που άφησες τον εαυτό σου χαλαρό. Κοίταξε να τον σκληραγωγήσης˙ να αγαπήσης την άσκηση. Εγώ, που έχω μισό πνεύμονα, ξέρεις πόσες μετάνοιες κάνω; Δεν μπορώ να σου πω. Μόνο για τα κομποσχοίνια, που κάνω με μικρές μετάνοιες, σου λέω ότι, όταν κουράζεται το ένα χέρι, κάνω τον σταυρό μου με το άλλο.


Αυτά σου τα λέω από αγάπη. Άλλοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις που έχεις εσύ, και ξέρεις πώς αγωνίζονται, πώς παλεύουν; Εσύ για λοκατζής κάνεις! Πώς άφησες έτσι τον εαυτό σου; Εγώ θα προσεύχωμαι για σένα, αλλά, για να βοηθηθής, πρέπει κι εσύ να κάνης μια προσπάθεια.


Κατάλαβες; Στα πνευματικά πρέπει να δώσης όλον τον εαυτό σου, και τότε θα αποδώσης και στην διακονία σου.

- Γέροντα, μερικές φορές, όταν είμαι στο κελλί, με πιάνει ακηδία.

- Στο κελλί σου δεν προσεύχεσαι, δεν μελετάς. Όσο μπορείς, να μην αφήνης να περνάη ο χρόνος χωρίς να κάνης τίποτε. Δεν μπορείς να προσευχηθής; Ας μελετήσης κάτι που σε βοηθάει εκείνη την ώρα. Διαφορετικά ο διάβολος μπορεί να εκμεταλλευθή την άσχημη κατάστασή σου και να σε εξουθενώση.

Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ζ΄ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Friday, August 24, 2018

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για την Υπεραγία Θεοτόκο

Ὁ ἅγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τή μεταστροφή του, ἐπισκέφτηκε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο στά Ἱεροσόλυμα, στό σπίτι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅπου ἐκείνη ἔμενε μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Νά τί γράφει σχετικά μέ τήν ἐπίσκεψη αὐτή σέ μίαν ἐπιστολή του πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο:

Παραθέτουμε στή συνέχεια τη μαρτυρία γιά τη Θεομήτορα ενός συγχρόνου της, τού άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, μορφωμένου και ονομαστού Αθηναίου, πού μεταστράφηκε στή χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ο άγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τη μεταστροφή του, επισκέφτηκε τήν Υπεραγία Θεοτόκο στά Ιεροσόλυμα, στό σπίτι του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όπου εκείνη έμενε μετά τήν Ανάληψη του Κυρίου. Να τί γράφει σχετικά με τήν επίσκεψη αυτή σε μιαν επιστολή του πρός τον Απόστολο Παύλο:
«Δεν πίστευα —το ομολογώ ενώπιον του Κυρίου, ω θαυμάσιε οδηγέ και ποιμένα μας— ότι εκτός από τον ύψιστο Θεό ήταν δυνατό να υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο πού να είναι γεμάτο από θεία δύναμη και θεία χάρη. Όμως, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί αυτό πού είδα και κατάλαβα όχι μόνο με τα ψυχικά μου μάτια αλλά και με τα σωματικά Είδα, λοιπόν, με τα μάτια μου τη θεόμορφη και αγιότερη απ’ όλα τα ουράνια πνεύματα Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
 Ήταν ένα δώρο της χάριτος του Θεού, της συγκαταβατικότητας του κορυφαίου αποστόλου (Ιωάννου), καθώς και της απέραντης καλοσύνης, ευσπλαχνίας και ευμένειας της ίδιας της Παρθένου. Ομολογώ ξανά και ξανά μπροστά στον παντοδύναμο Θεό, μπροστά στον πανάγαθο Σωτήρα και μπροστά στην ένδοξη και πάντιμη Μητέρα Του, πώς, όταν με οδήγησε σ’ εκείνην, τη θεόμορφη και παναγία Παρθένο, ο Ιωάννης, η κεφαλή των ευαγγελιστών και των προφητών, πού, ενώ ζει με σάρκα, λάμπει όπως ο ήλιος στον ουρανό, με τύλιξε μια θεία λάμψη, λάμψη ζωηρή και αμείωτη, φωτίζοντάς με όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, καθώς και μια υπερκόσμια, μια υπέροχη ευωδία με συνεχείς εναλλαγές.


Ούτε το πνεύμα μου ούτε το αδύναμο σώμα μου μπορούσαν να βαστάξουν τόσα και τέτοια σημεία, πού συνιστούσαν πρόγευση της αιώνιας μακαριότητας και δόξας. Παρέλυσε η καρδιά μου και σχεδόν έσβησε το πνεύμα μου από τη θεία δόξα και χάρη της. Βεβαιώνω μπροστά στον Θεό πώς, αν δεν είχα φυλάξει στήν καρδιά μου και στον νεοφώτιστο νου μου τις θεόπνευστες διδαχές και υποθήκες Του, θά είχα θεωρήσει τήν Παρθένο θεό και θά τήν είχα προσκυνήσει έτσι όπως προσκυνούμε τον μόνο αληθινό Θεό. 

Γιατί κανένας νους δεν μπορεί να φανταστεί γιά άνθρωπο δοξασμένο από τον Θεό δόξα ανώτερη από τη δόξα εκείνη πού αξιώθηκα εγώ, ο ανάξιος, να δώ, ούτε μακαριότητα μεγαλύτερη από τη μακαριότητα πού αξιώθηκα να γευθώ. Ευχαριστώ τον ύψιστο και πανάγαθο Θεό μου, την Παναγία Παρθένο, τον κορυφαίο Απόστολο Ιωάννη, καθώς κι εσένα, τήν ανώτατη και επισημότατη κεφαλή της Εκκλησίας, πού σπλαχνικά μου φανέρωσε μια τέτοια ευεργεσία» .

Monday, August 20, 2018

Συνάντηση με έναν ταξιτζή…που ήταν ο Άγιος Νεκτάριος!!!



Toυ π. Ιεροθέου Ανδρουτσόπουλου

Κάποιος μου είπε λίγες ημέρες πριν πως πάτερ, έχεις καιρό να γράψεις κάτι.

Και του απάντησα πως συνηθίζω να λερώνω με μελάνι τις λευκές γραμμές του χαρτιού, μόνο όταν κάτι συμβαίνει και μου προξενεί το ενδιαφέρον ή μου προκαλεί την ευαισθησία. Και είναι αλήθεια, πάει καιρός από τότε.

Πάντα όμως εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι έρχεται να σου αναταράξει για λίγο την ησυχία και ίσως και την εφησυχάζουσα συνείδησή σου.

Σκέψεις, λογισμοί, απορίες, αγωνίες όλο αυτό τον καιρό για την νέα αυτή χρονιά, προβληματισμοί του παρόντος, αμφιβολίες για την πορεία του μέλλοντος, την προσωπική ευτυχία και την γενικότερη κατάσταση στον κόσμο, βασανίζουν την καρδιά σου, την σκέψη μου, την ψυχή μας. Γενικότερη η ανησυχία. Μεγάλη η ανεργία. Πλήθυνε λένε η ανομία. Εγκαθίσταται η αναρχία. Στερείται η ελευθερία μας. Χάνεται η γεωγραφική μας κυριαρχία. Τα πάντα αλλάζουν. Και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα, δεν πρόκειται να σωθείς, σου λένε επίμονα ότι ο Θεός πέθανε, ότι δεν υπάρχει ζωή.

« Θεέ μου τι κόσμος! Βοήθησε με να σωθώ. Να μην σέρνομαι στο χώμα. Αναζωπύρωσε μέσα μου την φλόγα της ελπίδος. Μπορείς άλλωστε. Τι είναι για Σένα ένα θαύμα! Συγχώρεσε την παρρησία μου. Σε αισθάνομαι Πατέρα. Θέλω να νιώθω άνετα μαζί σου».

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου. Τις μοιράστηκα μαζί σας. Με βασάνιζαν, δεν σας το κρύβω. Μέχρι που ένας ταξιτζής, άνθρωπος του μεροκάματου, μου έλυσε την απορία. Σου κάνει εντύπωση; Και όμως.

« Πάτερ, μου είπε, άκου αυτό που θα σου πω και πες μου. Σε ένα φίλο, αδελφικό, του διέγνωσαν καρκίνο. Φοβήθηκε. Ταράχτηκε όλη η οικογένειά του. Τον έπιασε τρόμος. Εξετάσεις, αποτελέσματα, επισκέψεις σε γιατρούς, μαγνητικές, αξονικές στο κεφάλι. Τελευταία ελπίδα ,του είπαν, στο εξωτερικό , ένα διαγνωστικό κέντρο στην Γαλλία, για ειδικές εξετάσεις .

Γαλλία, ημέρα Σάββατο , ένα όμορφο πρωινό, στην αναμονή ή στην προσμονή των αποτελεσμάτων , εκεί σε μια στάση, στριμωγμένος με πολύ κόσμο. Ψάχνοντας ταξί. Έπειτα από αρκετή ώρα αναμονής ένα ταξί σταματά εμπρός του και του ανοίγει την πόρτα. «Πηγαίνετε με στο τάδε ξενοδοχείο» , είπε στα γαλλικά, μα κατάλαβε ότι ο ταξιτζής ήταν Έλληνας. «Τι κάνεις στην Γαλλία», τον ρώτησε. «Ήρθα για κάτι εξετάσεις». «Καλά δεν υπάρχουν νοσοκομεία στην Ελλάδα»;.

Ε, για καλύτερα, απάντησε. « Ξέρω ένα καλό νοσοκομείο εκεί στην Αίγινα, πήγαινε εκεί.» Η κούρσα τελείωσε , η απροσδόκητη επαφή με τον ταξιτζή, χάθηκε.

Στην Ελλάδα, λίγες ημέρες μετά, μου συνέχισε την διήγηση ο ταξιτζής που με έφερνε στο μοναστήρι, ο φίλος ρώτησε ποιο νοσοκομείο υπάρχει στην Αίγινα για να πάει. Του απάντησα πως η Αίγινα φημίζεται μόνο για τον Άγιο Νεκτάριο. Δεν έχει νοσοκομείο για ασθενείς με καρκίνο. Πήγε, τελικά, στο Μοναστήρι του Αγίου, και μπαίνοντας μέσα είδε την αγιογραφία με τον Άγιο Νεκτάριο. Λιποθύμησε. Τον ήξερε αυτό τον Άγιο.Ήταν ο ταξιτζής της Γαλλίας!!!»

Και τότε πήρα την απάντηση στα ερωτηματικά που περιέγραψα παραπάνω. Ένας ταξιτζής σε μένα έλυσε την απορία της αγωνίας, κατάλαβα ότι υπάρχει Ζωή και αυτή την ζωή θέλω να ζήσω, και ένας άλλος ταξιτζής (Άγιος Νεκτάριος) στον ασθενή αδελφό έδωσε την υγεία και την λύση στο αδιέξοδο της αρρώστιας.
http://agapienxristou.blogspot.com/2015/02/blog-post_41.html

Friday, August 17, 2018

Καντήλι μπροστά στήν εἰκόνα της Παναγίας μας ἔχετε; ( Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ )

Έλεγε ο Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ: 
«Γνωρίζετε ἐσεῖς ποιά εἶναι ἡ Μητέρα του Κυρίου μας καί πόσο ἀγαπᾶ καί πόση ἡ δύναμίς της καί πόσο τό ἔλεός της; Εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἡ ὁποία ἔχει ἔλεος γιά τούς πτωχούς καί τίς χῆρες καί τούς λοιπούς Χριστιανούς. Πάντοτε προσεύχεται στόν Σωτῆρα Χριστό γιά ὅλους μας».

Σχεδόν σέ κάθε κήρυγμά του ὁ π. Κλεόπας ἐρωτοῦσε τούς Χριστιανούς: 
«῎Εχετε τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας μας στό σπίτι σας; Καντήλι μπροστά στήν εἰκόνα της ἔχετε;».
Κατόπιν τούς συμβούλευε:«Νά πάρετε τήν Προστάτιδα καί Βοηθό μας, τήν Μητέρα μας πού εἶναι στούς οὐρανούς καί στήν γῆ νά τήν βάλετε στά σπίτια σας! Αὐτή εἶναι ἡ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς!

‘Εάν θά πάρετε Αὐτή τήν Προστάτιδα Παναγία στά σπίτια σας καί τῆς διαβάζετε κάθε πρωῒ μέ τό καντήλι της ἀναμμένο τούς Χαιρετισμούς της καί τό βράδυ τήν Παράκλησίν της, θά τήν ἔχετε βοηθό σ’ ὅλη τήν ζωή σας καί τή στιγμή τοῦ θανάτου σας καί τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. . .

Γνωρίζετε πόσο δύναται νά βοηθήση η Θεοτόκος Μητέρα μας μπροστά στόν Θρόνο τῆς Παναγίας Τριάδος; ‘Εάν δέν ὑπῆρχε Αὐτή, πιστεύω ὅτι αὐτός ὁ κόσμος θά ἐχάνετο ἀπό πολύ παλαιότερα! 
Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ

Tuesday, August 14, 2018

Τι είναι η Θεοτόκος στην ζωή των μοναχών ( Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης )


Η Θεοτόκος, έχοντας παρρησία ενώπιον του Θεού ως μητέρα του, είναι η μοναδική που μπορεί να χαρίση στον μοναχό την μετά παρρησίας κοινωνία με τον Θεόν. Αυτή διά μέσου αγίων, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και άλλοι, ανάγει το πνεύμα του μοναχού στον ουρανό, διανοίγει την καρδιά του και τον καθιστά ικανό να χωρή τον Θεόν. Αυτή τον φωτίζει, αυτή του μαθαίνει και του εμπνέει την ευχή και τον πληροφορεί για τον Υιόν της και Θεόν της. Ο μοναχός διά της Θεοτόκου γίνεται πρόσλημμα του Χριστού.



Αυτό συνέβη κατ’ αρχάς στην Θεοτόκο. Όταν ο Μωυσής είδε την φλεγομένη και μη καιομένη βάτο, τον τύπο της Θεοτόκου και της σαρκώσεως του Κυρίου, δεν ήταν δυνατόν να κατανοήση ότι εκεί ήταν ο Θεός. Γι' αυτό ο Θεός τού είπε: Βγάλε το υπόδημά σου, «ὁ τόπος οὗτος γῆ ἁγία ἐστί». Ο Μωυσής έπρεπε να μυηθή στα μυστήρια της καινής βασιλείας, για να καταλάβη τι συνέβαινε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, κατά την μεταμόρφωσι του Κυρίου.


Εν συνεχεία, στην έρημο, ο Θεός κρυβόταν από τον λαό του Ισραήλ, πότε με την μορφή του πύρινου στύλου και πότε με την μορφή της φωτεινής ή γνοφώδους νεφέλης. Στις δύσκολες στιγμές τους οι άνθρωποι τα βάζουν συνήθως με εκείνον που αγαπούν, στις στιγμές δε του εγωισμού τους ή των πεποιθήσεών τους ή των επιθυμιών τους τα βάζουν με τον Θεόν. Αν ο Θεός δεν κρυβόταν, θα ήμασταν πρόθυμοι να τον διώκωμε και να τον οδηγούμε πότε στο πτερύγιο του ναού και πότε στην άκρη του βράχου, για να τον φονεύσωμε. Αν δεν κρυβόταν, κάθε φορά θα χρειαζόταν να διαφεύγη της προσοχής μας και των οφθαλμών μας, για να διασώζη τον εαυτό του.


Ιδιαίτερα όμως ο Θεός έπρεπε να κρύβεται από την μανία των ανθρώπων, όταν προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι και την εθέωσε. Η ευεργεσία που έκανε στο ανθρώπινο γένος με την ενσάρκωσί του ήταν υψίστη, αλλά όλοι εκείνοι που ένοιωθαν ότι η θεότητά τους -η υψουμένη με λογισμούς και επιθυμίες- ήθελε να διεκδικήση τα δικαιώματά της, ήταν φυσικό να στραφούν εναντίον τού κατελθόντος Θεού, ο οποίος ύψωσε και υπερύψωσε το ανθρώπινο γένος τόσο, ώστε να δημιουργήση την απορία των αγγέλων.


Κατά την ανάληψι του Κυρίου, όταν ο Κύριος επανήλθε στην αρχική του θέσι -που οπωσδήποτε ουδέποτε την είχε εγκαταλείψει, μόνον οικονομικώς είχε κατέλθει στην γη—, οι άγγελοι αναγκάσθηκαν να πληροφορήσουν τα ανώτερα τάγματα ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», για να περισώσουν τον Χριστόν από την έκπληξί τους.


Η επί γης ζωή του Κυρίου ήταν το δυσκολώτερο χρονικό διάστημα του αχρόνου Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Κύριος έπρεπε να κρυφθή, για να μην αχρηστευθή το έργο του. Κρύφθηκε μέσα στα σπλάγχνα της Θεοτόκου, και έτσι η Θεοτόκος έγινε νεφέλη, γνόφος, βάτος, κατοικητήριο του συγκαταβάντος Θεού. Το ουσιαστικό «συγκατάβασις», κατά την θεολογική του έννοια, σημαίνει κρύψιμο του Θεού, για να μπορή ανενόχλητα να ενεργή και να αγιάζη τον άνθρωπο, ώστε να μην προκαλή την αντίδρασι του ανθρωπίνου εγώ. Δεν υπάρχει ισχυρότερο εμπόδιο στο έργο του Κυρίου και στην οικονομία του, από το ανθρώπινο εγώ. Είναι το μόνο που αντιστέκεται. Μία φορά αντιστάθηκε ο ασώματος άγγελος και όλο το τάγμα του έπεσε. Οι άνθρωποι συνεχώς επιπίπτουν εναντίον του Θεού. Με την λέξι λοιπόν συγκατάβασις, εννοούμε ότι ο Χριστός διαλέγει κάποιον οίκο, για να κρύψη την θεότητά του, και από εκεί στέλνει κάπου κάπου μία ακτίνα της θεότητός του, για να μη λησμονή το ανθρώπινο γένος ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», ο αληθινός Θεός. Ἔτσι, οι καρδιές που τον ποθούν και τον αναζητούν, μπορούν να τον αναγνωρίζουν και να του αφιερώνωνται.


Τέτοια συγκατάβασις ήταν η σάρκωσις του Κυρίου, και τέτοιο όργανο της συγκαταβάσεώς του, τέτοιο κατοικητήριο έγινε η Θεοτόκος. Αυτή η αμώμητος δέχθηκε τον μώμο των ανθρώπων, τις συνέπειες του ανθρωπίνου εγωισμού, την φυγή στην Αίγυπτο, τον κατατρεγμό εκείνων που την θεωρούσαν κοινή γυναίκα, και όλες τις ρομφαίες μέχρι την υστάτη, της σταυρώσεως του Υιού της. Δέχθηκε ακόμη και την τελευταία συγκατάβασι του Κυρίου, το ότι ουδαμού σχεδόν αναφέρεται το όνομά της.


Βεβαίως, διεισδύοντας στα μυστήρια, διαπιστώνομε ότι υποφώσκει και κατανοείται ο σεβασμός του Υιού και Λόγου προς την Μητέρα του, αλλά κατά το ανθρώπινο φαινόταν η διαφοροπoίησίς του προς αυτήν. «Τί ἐμοί καί σοί, γύναι;», της είχε πει στον γάμο της Κανά. Σαν να της έλεγε, «κάθισε στ’ αὐγά σου». Ἔτσι, κρατούσε τον εαυτό του σε έναν κρυψώνα και σε ουδέτερη θέσι απέναντί της, ακόμη και μετά την ανάστασι, ώστε τις πληροφορίες που λείπουν να τις αναπληρώνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτοί μας λέγουν ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία και ότι η Παναγία ήταν η πρώτη ανάμεσα στους αποστόλους και τους υπολοίπους πιστούς κατά την Ανάληψι και την Πεντηκοστή. Κρυβόταν ακόμη και ο οίκος του Κυρίου, όχι μόνον ο Κύριος εν τω οίκω. Σκεφθήτε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάση η μανία της ανθρώπινης ψυχής· τολμά να τα βάζη με τον σωτήρα και λυτρωτή της!


Η Θεοτόκος έκρυψε και κρύβει μέσα της τον συγκαταβάντα Θεόν, γίνεται το όργανο που μας ανοίγει «οπές», διά των οποίων εισέρχεται το άκτιστο φως στην καρδιά μας και στον νου μας. Έτσι, μας χαρίζει ουράνια δωρήματα και βιώματα και μας κάνει μετάρσιους, ώστε να έχωμε την δύναμι να πορευώμεθα στην ζωή. Στο έργο της όμως συναντά την ανθρώπινη βούλησι, καρδιά και αίσθησι, τον ατελή και επισφαλή ανθρώπινο παράγοντα. Σήμερα ίσταμαι και αύριο πίπτω· σήμερα συγκλονίζομαι από έναν θάνατο και λέγω θα μετανοήσω, και μετά από δύο ημέρες δεν θυμάμαι τίποτε και συνεχίζω τα ίδια. Σήμερα τα μάτια μου δακρύζουν μπροστά στον Χριστόν, ο οποίος σταυρούται ή ανίσταται ή αναλαμβάνεται ή αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον, μεθαύριο όμως, μόλις χρειασθή να έλθωμε εγώ και Εκείνος σε αντίθεσι, ευθύς αμέσως υψώνω το δικό μου ανάστημα. Εμείς οι άνθρωποι αυτό κάνομε ημέρα και νύκτα. Τι κάνομε όταν φιλονικούμε; Τι κάνομε όταν ραθυμούμε; Τι κάνομε όταν την νύκτα δεν αγρυπνούμε; Υψώνομε τον εαυτό μας μειώνοντας το ύψος του Κυρίου και Θεού μας.


Παρ’ όλα αυτά, η Παναγία καταφέρνει να χαρίζη φως στις ψυχές μας και βαθύτατα βιώματα στο σώμα της Εκκλησίας. Διά της αγάπης του Υιού της καθαγιάζει προφήτες και ασκητές στην καθημερινή ζωή, και γενικώς καθιστά όλη την Εκκλησία ένα πλήρωμα. Οι άγιοί της, η ιστορία της, ο μοναχισμός της, οι δογματικοί αγώνες της, τα σπήλαιά της, τα πάντα είναι γεμάτα από τέτοια βιώματα, από καθόδους του Θεού στην ανθρώπινη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό και αυτή η ανθρώπινη συσκηνία γίνεται τόπος συγκαταβάσεως, κρυψώνας του Κυρίου.


Αλλά και το μαφόριο της Παναγίας μας, ο μανδύας της, έκρυβε την θεότητα, την οποία προηγουμένως είχε κρύψει στα σπλάγχνα της, και τώρα κρύβεται μέσα στα δικά μας ιμάτια. Γι' αυτό ο κάθε μοναχός έχει άμεση σχέσι με την Παναγία, είναι ένα αποδεικτικό της θεότητος, ότι «ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ ἁγίων», ο Θεός ίσταται όπου ιστάμεθα όλοι εμείς.
Οι μοναχοί, όταν ψάλλουν το «Ἄξιόν ἐστι», έχουν την αίσθησι ότι μοιάζουν με τους αγγέλους, τους παρεστώτας ενώπιον του ουρανίου θρόνου. Στέκονται δε ακίνητοι και ασκεπείς, για να αποδώσουν την οφειλόμενη τιμή στην Παναγία, η οποία, και όταν ομιλή και όταν σιωπά, και όταν κυοφορή και όταν τίκτη, και όταν περιπατή στον Άθωνα ή μεταβιβάζη στον ουρανό τα αιτήματά μας, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μας ανεβάζει και μάς κατεβάζει τον Θεόν· καταφέρνει να τον κάνη μόνιμο κάτοικο των καρδιών μας.


Η Θεοτόκος μας, η Μητέρα μας, είναι το προσφιλέστερο πρόσωπο όλων των Αγιορειτών, θα έλεγα και όλων των μοναχών. Χωρίς αυτήν ο μοναχός δεν είναι δυνατόν να κάνη έστω και ένα βήμα στην πνευματική ζωή του· δεν μπορεί να ψελλίζη το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» ούτε να μάθη την σημασία του. Με την βοήθεια της Παναγίας όλα αυτά γίνονται αληθινά βιώματα του κάθε ανθρώπου, προ πάντων όμως της Εκκλησίας, η οποία είναι πιο αυθεντική, ασφαλής και αληθής από εμάς.


Κάποιος μοναχός συνεχώς προσπαθούσε να κάνη περιεχόμενο του νου και της καρδιάς του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ἐλέησόν με τον αμαρτωλόν». Επειδή δεν το πετύχαινε, παρεκάλεσε την Θεοτόκο να εγκαταστήση τον Κύριον μέσα στην καρδιά του δι’ αυτών των λέξεων. Εν τω μεταξύ, ο Γέροντάς του δεν του επέτρεπε να λογίζεται τα νοήματα της κάθε λέξεως, αλλά μόνον να παρακολουθή τις λέξεις, διότι, πολλές φορές, όταν ασχολούμαστε με τα νοήματα των λέξεων, συμβαίνει να περιπίπτωμε σε αγωνία, σε περισπασμό της διανοίας, σε καθυστέρησι ή σε συναισθηματικές καταστάσεις· άλλοτε συγχέομε τα ανθρώπινα αισθήματα και βιώματά μας με τα θεϊκά δωρήματα. Για να τον απαλλάξη ο Γέροντάς του από τέτοια περιπέτεια, του είχε επιβάλει να παρακολουθή μόνον τις λέξεις.


Βεβαίως, εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη την σημασία των λόγων τού Γέροντός του, αλλά έκανε υπακοή. Μία νύκτα, όπως ήταν τόσο πολύ επηρεασμένος από το δίλημμα αυτό, θυμήθηκε την Θεοτόκο και της λέγει: Υπεραγία μου Θεοτόκε, ο Γέροντάς μου μου λέγει να παρακολουθώ μόνον τις λέξεις της ευχής. Η καρδιά μου όμως δεν μπορεί να το καταλάβη αυτό. Σε αφήνω εσένα να με βοηθήσης, και εγώ θα λέγω μόνον τις λέξεις, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».


Συνέχισε την ευχή, καθισμένος στο σκαμνάκι του ταπεινά και υποτακτικά, με ψυχρότητα στην καρδιά του, κάπως κουρασμένος και λίγο απογοητευμένος διότι, του καιρού παρερχομένου και απερχομένου, εκείνος δεν μπορούσε να έχη την πρόοδο που ήθελε. Ενώ όμως καθόταν, αιφνιδίως αντιλήφθηκε ότι τα χείλη του δεν ψέλλιζαν τίποτε, μόνον η καρδιά του έλεγε διαρκώς την γνωστή λειτουργική μας φράσι, «ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς». Καί αυτό το κατάλαβε από τα μουσκεμένα του μάτια και από την συντετριμμένη του καρδιά. Δεν ήξευρε αν κοιμόταν ή αν είχε ξυπνήσει, ήξευρε μόνον ότι είχε συλλάβει τον χώρο όπου συγκαταβαίνει ο Θεός, ότι ο Θεός είναι οικτιρμοί και έλεος. Ο Θεός, ο απρόσιτος μέχρι την ώρα εκείνη, ο Θεός ο ακατανόητος, ο υπερβατικός, ο αναφής έγινε προσιτός μέσα στην καρδιά του ως έλεος και οικτιρμοί.


Το έλεος μοιάζει με θάλασσα, στην οποία πέφτει κανείς και νοιώθει την άπλα της. Μόλις χαλαρώση τον εαυτό του και τον παραδώση στα κύματά της, αμέσως βλέπει ότι δεν βουλιάζει· αντίθετα επιπλέει. Οι οικτιρμοί δηλώνουν ότι αυτή η θάλασσα δεν είναι απλώς κάτι στο οποίο παραδίδεσαι, αλλά και κάτι που σου προσφέρεται· διότι οικτιρμοί είναι οι κινήσεις της θεότητος προς εμάς, είναι η έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, οι θείες του ενέργειες, οι οποίες, εισχωρώντας στην καρδιά μας και στην ζωή μας, γίνονται ένα μαζί μας. Δηλαδή το κτιστό, που περιφέρομε στην σάρκα μας και στην ψυχή μας, ενώνεται με το άκτιστο και θεούται.


Ο προσευχόμενος λοιπόν μοναχός μπήκε μέσα στην θάλασσα, είδε πόσο μεγάλο είναι το έλεος του Θεού, κατάλαβε ότι οι οικτιρμοί του είναι μία αδιάλειπτος φωτοβολία, μία αδιάλειπτος μετάδοσις θεότητος, ενώθηκε με τον Θεόν εκείνη την ημέρα. Έκτοτε ουδέποτε, και αν ακόμη ήθελε, δεν κατόρθωσε να αντιστρατευθή στο θέλημά του. Η Θεοτόκος τού χάρισε αυτό το μεγάλο δώρο· το ίδιο θα κάνη και σε μας.


Πολλές φορές οι άνθρωποι λέμε ότι δώσαμε ό,τι μπορούσαμε στον Θεόν. Αλλά, ό,τι και αν δώσαμε, είναι ένα μηδέν, διότι τι έχομε που δεν το λάβαμε από τον Θεόν; Κανείς μας δεν έδωσε κάτι στον Θεόν, παρά μόνον ό,τι μας έχει χαρίσει Εκείνος. Επομένως, ό,τι του δίνομε του ανήκει. Ό,τι μας μεταδίδει διά των οικτιρμών του, διά των ενεργειών του, αυτό γίνεται δικό μας κτήμα. Ο Θεός δεν αναιρεί τον λόγο του, παραμένει πιστός. Μας χαρίζει αμεταμελήτως τα χαρίσματά του και τα κάνει κτήμα μας, χρήσι μας, νομή μας.


Ας ευχαριστήσωμε την Υπεραγία Θεοτόκο για όλες τις δωρεές της.

Saturday, August 11, 2018

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..



Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.



- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ.ΑΗΔΟΝΙ

Thursday, August 9, 2018

Οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι βλέπουν τους ἑαυτούς τους ὡς ἁμαρτωλούς, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί βλέπουν τούς ἑαυτούς τους ὡς δικαίους.

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς 1896 - 1966 καί ο Άγιος Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς Ἀσκητής καί Ὁμολογητής 1903 - 1985

«Οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι βλέπουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἁμαρτωλούς, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ βλέπουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δικαίους.
Στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀφώτιστου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται γιὰ τὴν διόρθωσή του, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται πῶς θὰ λογοδοτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅλα συγχωνεύονται καὶ ὁ ἴδιος δὲν δύναται νὰ κάνη κάτι ἐπαὐτοῦ· μόνον ὁ Παντεπόπτης Θεὸς βλέπει τὴν οἰκτρὰ κατάσταση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου.
Ἕνας ασκητὴς θρηνοῦσε συνεχῶς· ὁ υποτακτικός του τὸν ἐρώτησε:
«Πάτερ, γιὰ ποιὸ λόγο θρηνεῖς;».
«Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, τέκνον μου», ἀπήντησε.
«Ὅμως, τί ἁμαρτίες ἔχεις; Καὶ γιατί θρηνεῖς γι αὐτὲς τόσο πολύ;».
«Τέκνον μου», ἀπήντησε ὁ Ἀσκητής, «ἄν ἔβλεπα τὶς ἁμαρτίες μου ὅπως εἶναι, σὲ ὅλη τους τὴν ἀσχήμια, θὰ σοῦ ζητοῦσα νὰ θρηνῆς καὶ σὺ γι αὐτὲς μαζί μου»!
Ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἐξαιρετικοὶ ἄνθρωποι ὁμιλοῦσαν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους!''

Άγιος Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς Ἀσκητής καί Ὁμολογητής.

Monday, August 6, 2018

Πρέπει να μονάσω ή όχι; ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )

Επιστολή στην κοπέλα που δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να παντρευτεί ή να πάει στο μοναστήρι

“Εφόσον αμφιταλαντεύεσαι, κόρη, να ξέρεις ότι είσαι περισσότερο για γάμο παρά για μοναστήρι. Για μοναχικό βίο είναι εκείνοι στους οποίους δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο άγιος Σάββας δεν δίσταζε, ούτε η αγία Θεοδώρα, ούτε η αγία Ξένια, ούτε η Ευφημία, ούτε τόσες πολλές άλλες, οι οποίες υπήρξαν πραγματικές καλλιτέχνιδες του μοναχικού βίου.
Επειδή ” ού πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον, αλλ΄οις δέδοται. ”
Εσύ λές πως συχνά τα βράδια κάθεσαι μαζί με τη μητέρα σου δίπλα στη φωτιά, και απαριθμείτε λόγους υπέρ και λόγους κατά. Ενώ εγω σου λέω: όσοι λόγοι και να είναι, και πάλι δεν θα αποφασίσουν οι λόγοι σε ποια πλευρά θα γύρεις αλλά η έλξη.
Η αγάπη στέκει πάνω από όλους τους λόγους.
Και εάν δεν σε οδηγήσει η αγάπη προς τον Χριστό στη μοναχική ησυχία του μοναστηριού, τότε η αγάπη για τον κόσμο θα σε κρατήσει στον κόσμο και θα σε καθοδηγήσει στο γάμο. Όμως και σ΄αυτή την δεύτερη περίπτωση εσύ μπορείς να είσαι ευλογημένη με την ευλογία της Σάρας και της Ραχήλ, μα και της ίδιας της μητέρας σου.
Η μεγάλη αγάπη προς τον Θεό δεν αντέχει τον κόσμο, δεν αγαπά συντροφιές, ζητά την μοναξιά.
Τούτη η αγάπη κίνησε χιλιάδες ψυχές, ώστε να απομακρυνθούν από τον πλατύ δρόμο του κόσμου στις βουβές ερημιές. Ώστε να συναντηθούν μόνες με τον αγαπητό Κύριο. Ώστε να έχουν μυστική συνάντηση με τον Δημιουργό τους, ο Οποίος είναι όλος αγάπη και κατ΄ όνομα και κατ΄ ουσία. Όμως πριν απ΄όλα, για να αξιωθούν αυτού του οράματος και τούτης της συνάντησης. Οι μοναχοί και οι μοναχές επωμίζονται και την νηστεία και τον κόπο, και την ταπείνωση και την αγρυπνία, και την φτώχεια και την υπακοή και όλες τις άλλες ασκήσεις μόνο και μόνο για να αξιωθούν αυτής της πνευματικής συνάντησης με τον Κύριο τους.
Και σ΄αυτό τον στενό δρόμο η ψυχή αξιώνεται αυτής της συνάντησης όταν απελευθερωθεί, καθαριστεί και στολιστεί. Από τί έχει απελευθερωθεί η ψυχή των απομονωμένων; Από όλους τους γήινους δεσμούς και την μεροληψία. Από τί να καθαριστεί; Από κάθε σωματική και γήινη αγάπη, από την αγάπη για το σώμα, για τους συγγενείς και τους φίλους, για το χωριό τους ή την πόλη, για την περιουσία, τα ενδύματα, τα φαγητά, τα κοσμήματα κλπ.
Με τί η ψυχή να στολιστεί; Μόνο με την αγάπη προς τον Χριστό, η οποία περιέχει μέσα της όλα τα άλλα στολίδια, όλο το μαργαριτάρι της πίστης, όλο τον άργυρο της ελπίδας και όλα τα πολύτιμα πετράδια όλων των άλλων αρετών.
Το σώμα που νηστεύει εξυπηρετεί τον μοναχό μόνο ως καθαρισμένο και ελαφρύ σκέπασμα τούτου του απέραντου ουράνιου πλούτου.
Έτσι σου γράφω όχι για να σε προσελκύσω στην μοναχική ζωή αλλά περισσότερο να σε αποτρέψω απ΄αυτήν. Επειδή εάν με ταλαντευμένο πνεύμα απομακρυνθείς από τον κόσμο, η λαχτάρα για τον κόσμο θα δυναμώσει μέσα σου και φοβάμαι θα σε καταβάλει. Και θα είσαι με το σώμα στο μοναστήρι και με την ψυχή στον κόσμο. Και ο κόσμος περισσότερο βασανίζει στον καθρέφτη της ψυχής παρά στην πραγματικότητα.
Να ευχαριστείς τον Θεό που εκτός από τον στενό δρόμο των μοναχών έδειξε και ένα λίγο πλατύτερο δρόμο προς την σωτηρία και την αιώνια ζωή. Ξεκίνα κόρη αυτόν τον πλατύτερο δρόμο, που αρμόζει περισσότερο στην κλίση σου. Ξεκίνα αυτόν τον δρόμο αλλά και πάλι με φόβο Θεού και εξ ολοκλήρου με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αφού να ξέρεις και αυτός ο ευκολότερος δρόμος, δίχως Θεό δεν αντέχεται.
Η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου.
Βιβλίο: Δρόμος δίχως θεό δεν αντέχεται…

  Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

diakonima.gr

Saturday, August 4, 2018

Οταν μιλοῦν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ( Άγιος Παΐσιος )


 - Γέροντα, ὅταν μιλοῦν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἢ κατὰ τοῦ Μοναχισμοῦ κ.λπ., τί πρέπει νὰ κάνη κανείς;
- Κατ' ἀρχάς, ἂν κάποιος μιλάει ἄσχημα λ.χ. γιὰ σένα ὡς ἄτομο, δὲν πειράζει. Νὰ σκεφθεῖς: «Τὸν Χριστό, ποὺ ἦταν Χριστός, Τὸν ἔβριζαν, καὶ δὲν μιλοῦσε, ἐμένα ποῦ εἶμαι ἁμαρτωλὸς τί μου ἀξίζει;». Ἂν ἔρχονταν νὰ βρίσουν ἐμένα ὡς ἄτομο, δὲν θὰ μὲ πείραζε καθόλου. Ἄλλα, ὅταν μὲ βρίζουν ὡς μοναχό, βρίζουν καὶ ὅλο τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατί ὡς μοναχὸς δὲν εἶμαι ἀνεξάρτητος, καὶ πρέπει νὰ μιλήσω. 
Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀφήσει λίγο νὰ ξεσπάσουν καὶ ὕστερα νὰ τοὺς πεῖ δύο κουβέντες.



Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Tuesday, July 31, 2018

Ιησούς Χριστός Νικά

Το κείμενο πού ακολουθεί, εστάλη από τον μοναχό Ιωσήφ εις τους εν Χριστώ αδελφούς του εις Κύπρον:



Τελευταίως ήρθεν εδώ στο Άγιον Όρος ένα παιδάκι 16-17 ετών. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τριών χρόνων οί γονείς του το έδωσαν σε κάτι μάγους εις την Κίναν και το έβαλαν σε Κινέζικο μοναστήρι, οπού πιστεύουν εις τον Βούδα. Μέχρι 11 χρόνων το παιδί έγινε τέλειος μάγος. Διηγείται ό ίδιος δτι μπορούσε να καλέσει οποίον δαίμονα ήθελε.


Έχει -λέγει- άλλον δαίμονα για την πορνείαν, άλλον του θυμού, της κατακρίσεως κ.λπ.

'Ηξερε να τους φωνάζει και να του φανερώνονται και να τους προστάζει ότι ήθελε. Πολλές φορές περπατούσε στον αέρα όταν ήθελε και γενικά είχε τους δαίμονες εις την υπηρεσία του, πολλούς των οποίων γνωρίζει τα ονόματα, μεγαλύτερος των οποίων είναι ό Εωσφόρος και ακολουθούν άλλοι οχτώ αρχηγοί.

Εις το μοναστήρι ησκήθη επίσης είς την πάλην και έχει τόση τέχνη να χτυπήσει πέτραν να την σπάσει με το χέρι του, πράγμα πού είδαμε να πράττει και εδώ. Γνωρίζει σε τέλειον βαθμόν την πάλη καράτε και φοράει ζώνη μαύρη (των τελείων παλαιστών).


Εις ηλικία 11 ετών έγινε τέλειος μάγος, εννοώ μάγος οπού δεν υπάρχει όμοιος του εις την Ευρώπην. Χαρακτηριστικόν και θλιβερόν είναι και το εξής περιστατικόν:

Επισκέφθη το Θιβέτ κάποιος Καρδινάλιος, εις δε το πρόγραμμα υποδοχής ό Δαλάϊ-Λάμα κάλεσε τους ηγουμένους των μοναστηριών μαζί με τους εκλεκτότερους μαθητάς, εις των οποίων ήτο και ό πιτσιρίκος Γιώργος (ηλικίας 8-9 ετών επελέγη μεταξύ των αρίστων μαθητών έκαστος ηγούμενος επέλεγε ένα ή δύο).

Εις την υποδοχήν εκάλεσεν ό Δαλάϊ-Λάμα τον Εωσφόρο όστις παρουσιάσθη σε μορφήν μαύρου γίγαντος. Εν πρώτοις έπεσαν όλοι και τον προσεκύνησαν. Ακολούθως προσεφώνησεν ό Εωσφόρος τον Καρδινάλιον στον οποίο υπέσχετο δόξας και τιμάς...


Ως τέλειος μάγος, έλαβε ό μικρός βαθμόν 11 1/2.

Ό 12ος βαθμός είναι ό μείζων πλην εστερείτο ηλικίας.

Εις ηλικία 20 ετών θα εσφραγίζετο ως ιερεύς 12ου βαθμού.

Αφού τελείωσε τάς σπουδάς του ό νέος, σκέφθηκε να μάθη και γράμματα και ξένες γλώσσες. Το δε θαυμαστόν, αφού γύρισε ανά την υφήλιο, εμάνθανεν εντός ολίγου την γλώσσαν εκάστης χώρας. Εις την Αμερική επεσκέφθη τους σατανιστάς και παρέστη εις ανθρωποθυσίαν. Όσα δε φρικτά επιτελούνται εκεί, αδύνατον να περιγράφουν.


Κάποτε ένας συνάδελφος του, του είπε: Συνάδελφε άστα. Είδα εγώ, μάγον πού ούτε νήπια δεν λογιζόμαστε κοντά τον... Πήγα στους χριστιανούς και είδα τον ιερέα να παίρνει βρέφος να το σφάζει, να το τρώει και να δίνη και στους άλλος. Πράγματι, οι δύο νέοι διεπίστωσαν ότι στους χριστιανούς υπάρχει ένα φοβερό μυστήριο•. (Είδαν Ιδίοις όμμασιν την αναίμακτον θυσίαν τον Χριστού μας).


Περίεργον πώς ό εκ των γονέων εγκαταλειφθείς νεαρός ανακάλυψε τα ίχνη τους εις την Σουηδίαν ασχολούμενους με επιχειρήσεις.

Κατά θείαν οικονομία συναντά Ορθόδοξον ευλαβή ιερέα τον οποίον και επεσκέφθη και εις τον οποίον άρχισεν επίδειξιν μαγικής τέχνης: υψώθηκε στον αέρα, κάλεσε το νερό να έλθει με το ποτήρι στα χείλη του μόνο του να πιει, κουνούσε τραπεζάκια κ.λπ.

Ό ιερεύς έβλεπε με απάθεια.

Λέγει ό μικρός. Πώς εσύ δεν θαυμάζεις όπως και οι άλλοι; Η μήπως μπορείς να κάνεις τα όμοια: Λέγει ό ιερεύς: «εγώ δεν κάνω τέτοια, μπορώ όμως να σε κάνω να μην κάνης εσύ τέτοια» και του φοράει ένα ξύλινο σταυρό. «Ορίστε, ξαναπέταξε», του λέγει.

Δοκιμάζει μια, δυο, τίποτε. Καλεί τον Εωσφόρο εις βοήθειαν.

Ή απάντησης: «Δεν μπορώ αν δεν πετάξεις εκείνο το ξύλο».

Γέλασεν ό ιερεύς. Ό μικρός τα 'χασέ, συνάμα όμως σοφίστηκε και ρωτά τι είναι αυτό το ξύλο και τοιουτοτρόπως εκατάλαβεν ότι οί δαίμονες δεν είναι τίποτε μπροστά στον Χριστόν. Αφού κατηχήθη αρκετά περί της Ορθοδόξου πίστεως, ήκουσε μεταξύ των άλλων θαυμάσιων της πίστεως μας και περί του Άγιου Φωτός το οποίον αναβλύζει εκ του Τάφου του Κυρίου, διό και απεφάσισε το ερχόμενο Πάσχα να μεταβεί είς Ιεροσόλυμα.


Ήκουσεν εις Σουηδίαν περί ενός περίφημου φακίρη, ό οποίος μάζευε πλήθος κόσμου δια να τον θαυμάσουν. Μεταβαίνει ό μικρός (νεοφώτιστος ήδη) με ένα ξύλινον σταυρόν ως όπλον προς παρακολούθησιν δήθεν των θαυμάτων του φακίρη και, ώ των θαυμάσιων Σταυρέ πανάγιε! Πάσα τέχνη του μεγάλου τεχνίτου έμεινε ανενέργητος!

Ό ίδιος εξετέθη ενώπιον του ακροατηρίου, το οποίον διελύθη με διαμαρτυρίες κ.λπ.

Μόνος δε έμεινε ό μικρός Γιώργος τον οποίον υποπτεύθη ως υπαίτιο. Αυτός δε εξήγαγεν τον Τίμιον Σταυρόν και του απεκάλυψε ότι αυτό το μικρό ξύλο του χάλασε όλα τα σχέδια, πλην όμως, προσθέτει ό μικρός ως τεχνίτης, ό φακίρης ούτος νήπιον ελογίζετο κοντά του και λέει επί λέξει: «Έπεκαλείτο κάτι διαβολάκια τόσο δα μικρά (ίσα με το δάκτυλο) στα οποία εγώ ούτε να μιλήσω δεν καταδεχόμην, κι αν ποτέ τα καλούσα, τους απαγόρευα να εμφανιστούν».

Με τον ερχομό του Πάσχα έφθασεν ό Γιώργος εις τα Ιεροσόλυμα. Πράγματι, διεπίστωσεν το αληθές περί του Αγίου Φωτός, πλην όμως του μπήκεν ή υπόνοια μήπως υπογείως υπάρχουν μηχανήματα και ανάβουν το Φως.

Καλεί λοιπόν τον Εωσφόρο. Ό Εωσφόρος γεμάτος χαράν εμφανίζεται εμπρός εις την ανέλπιστο πρόσκλησιν και διατίθεται να εξυπηρέτηση τον φίλον του με προθυμίαν.

Του λέγει ό Γιώργος: «Δάνεισε μου την δύναμίν σου να κοιτάξω μέσα στον τάφον».

Αμέσως ανοίγει ό τόπος και βλέπει μέχρις ορισμένου σημείου εις απόστασιν αρκετήν πίσω από τον Τάφον. Από εκεί και πέρα σκότος.

Του ξαναλέγει: «Δεν βλέπω τον Τάφον, βοήθησέ με να δω».

Απάντησης: «Δέν μπορώ να πλησιάσω, καίγομαι».

Εν συνεχεία φωνάζει, δεύτερον δαιμόνιον. Απάντησης, ή αυτή.

Αυθόρμητα ό μικρός δόξασε τον Θεόν και έβαλε τον σταυρόν του, ό δε διάβολος του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και από τη δύναμη του σταυρού έφυγε με κραυγάς «καίγομαι, καίγομαι». Όταν ό αδελφός μας Γιώργος επέστρεψε εις την Σουηδίαν, λέγει εις τον ευεργέτη του ιερέα. «Τώρα βρίσε όσο θέλεις και τον Βούδαν και την θρησκείαν του. Σ' ευχαριστώ, διότι διεπίστωσα ότι ή Θρησκεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι αληθής».


Ό διψασμένος νέος ακολούθως επισκέπτεται το 'Αγιον Όρος. Κατά θείαν οικονομίαν επέρασεν και από εδώ οπού και εξομολογήθηκε όλα όσα του συνέβησαν. Ό Γέροντας τον δίδαξε νοεράν προσευχήν (το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλό), πλην όμως ό διάβολος είχε λυσσάξει: Δύο τρεις ευχές όταν έλεγε, ζαλιζότανε και σταματούσε. Αφού όλοι τον βοήθησαν με τάς προσευχάς των, μπορούσε κοντά στον Γέροντα να προσευχηθή λίγο. Αλλά ό διάβολος, επειδή είχε εξουσία επάνω του, τον εβασάνιζεν σφόδρα. Συνέχεια εκινούντο τα χέρια του σπασμωδικά, έκαμνε μορφασμούς, κινήσεις κ.λπ. Στο δωμάτιο συνεχώς εμφανιζόταν και τον απειλούσε, αν δεν πετάξει τα κομποσχοίνια και σταματήσει την ευχή θα τον σπάσει στο ξύλο. Παρ' όλα αυτά ό μικρός νέος την ζώνην του καράτε την εφορούσε και έλεγε: «Αυτήν δεν την βγάζω έστω και αν μου κόψουν το κεφάλι». Επίσης έσπαζε τούβλα, έκαμνε επιδείξεις δυνάμεως κ.λπ. Βλέπεις του είχε γίνει δευτέρα φύσις. Τελικά, ή πίεσης του εχθρού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτό επερίμενεν ό διάβολος: αφού τον βρήκε άοπλο, τον βάζει στον δρόμο κάτω και τον έσπασε στο ξύλο. Συνάμα δε τον καλούσε να πάει γρήγορα πίσω στην Νΐμα.

Ό μικρός θυμήθηκε την τέχνη του καράτε να αμυνθεί, πλην ό διάβολος διαπερνούσε τα χέρια του και τον κτυπούσε μέχρι πού φώναξε «Χριστέ, βοήθα με». Έρχεται τραυματισμένος πίσω και διηγείται το πάθημα, συνάμα δε με παρακλητικήν δέησιν ρωτά πώς θα γλιτώσει το ξύλο από τον διάβολον. Του λέγω εγώ «με το καράτε». Δεν κάνει -λέγει- τίποτε το καράτε. Τότε επείσθη εις την συμβουλήν του γέροντα και επέταξε την ζώνην.


Ό Γέροντας κατόπιν μελέτης απεφάσισε ότι εφ' όσον εξομολογήθη και κατ' άγνοια αλλαξοπίστησε, δεν εκωλύετο να κοινωνήσει, διότι έτσι μόνον θα έσπανε ή δύναμης του σατανά, πλην όμως επροβάλετο το ερώτημα: είναι βαπτισμένος ή όχι. Γράψαμε στην Αθήνα να μάθουμε.

Εν τω μεταξύ ό πόλεμος ήταν αφόρητος. Κατά τάς 24 ώρας του ημερονυκτίου δεν τον άφηνε ό διάβολος να κλείσει μάτι. Μόλις άρχιζεν ή θεία λειτουργία του έφερνε ένα φοβερό λήθαργον, εξάπλωνε και κοιμόταν. Τον ετραβούσαμε από τα πόδια να έλθει έστω και λίγην ώραν και μεθυσμένος του ύπνου απαντούσε «όχι». Τελικά ό διάβολος τον απειλούσε συνεχώς αν δεν αφήσει τα κομποσχοίνια και την ευχήν. Δεν άντεξε ό μικρός και τα πέταξε (τρία κομβοσχοίνια: ένα στο λαιμό και τα δύο στα χέρια).

Του έκανε παρατήρηση ό Γέροντας, πλην όμως δεν άντεχε πλέον και έτσι πάλιν έφυγε. Συμβουλή όλων μας: «πρόσεχε, ποτέ στην Κίνα». Κατά θείαν οικονομίαν συνηντήθη με Σιμωνοπετρίτες μοναχούς. Τον έπεισαν και τους ακολούθησε. Κατά θείαν νεϋσιν, επειδή έχουν και τα μέσα, τηλεφωνούν αμέσως στην Αθήνα και μαθαίνουν ότι ό μικρός εβαπτίσθη το 61 ή 62 εις Αγίαν Τριάδαν Αμπελοκήπων.

Τότε αμέσως τον εκοινώνησαν και, ώ των θαυμάσιων σου Χριστέ, αμέσως έσκασεν ό διάβολος, ειρήνευσεν ό αδελφός Γιώργος, αρκετά και συνάμα απεφάσισε να παραμείνη ως δόκιμος μοναχός. Επειδή όμως έχει μεγάλη εξουσία πάνω του ό εχθρός, χρειάζεται βοήθειαν και εξορκισμούς. Δι' αυτό και ό άγιος Καθηγούμενος όρισε ευλαβή ιερομόναχον να τον έχει υπό την στενή του επίβλεψιν.


Από βάθους καρδίας ας ευχαριστήσωμεν τον Κύριον δια την ευσπλαχνία πού έδειξεν εις τον αδελφόν μας Γιώργον, οπού τον άρπαξε από τα δόντια του εχθρού και όλοι ας ευχόμεθα να καταπατήσει τελείως τον διάβολον και ελπίζουμεν ότι, όταν στερεωθή εις την αρετή, έχει να αποκαλύψει πράγματα ανήκουστα μέχρι σήμερον.

Γνωρίζει θρησκειολογίαν όσον ουδείς και όχι εξωτερικώς, αλλά εσωτερικώς, βιωματικώς, τον βουδισμόν, Κομφουκιανισμόν, Ινδουϊσμόν, πνευματισμόν, μασωνισμόν, δαιμονολατρείαν κ.λπ. και συμπεραίνει ότι όλαι αύται αι θρησκείαι έχουν κοινήν σχέσιν.

Εμπράκτως απορρίπτει και πάσα χριστιανική αίρεσιν και πιστεύει εις μόνην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Ομιλεί με τόσην σοβαρότητα, ώστε νομίζεις ότι αντιμετωπίζεις άνδρα 40 ετών.


Έγραψα ολίγα από τα πολλά οπού είδα και ήκουσα, παρακινούμενος από αδελφική αγάπη, την οποίαν στέλλω ως δώρον εις τους γνησίους εν Κύπρω αδελφούς, οίτινες αγωνίζονται τον καλόν αγώνα και εξ' αιτίας των οποίων ίσως ακόμη ό Κύριος δεν εγκατέλειψε την αμαρτωλήν πατρίδαν μας.

Ό Γέροντας μας αποστέλλει εις όλους τας ευχάς του.

Ό Ιωαννίκιος, σας ασπάζεται όλους με αγάπη.

Όλη ή αδελφότης σας αγκαλιάζει με την αγάπη και ευχάς της.


Σάς ασπάζομαι όλους με αγάπη, ό αμαρτωλός και ελάχιστος αδελφός σας Ιωσήφ.

Saturday, July 28, 2018

Προσευχή στον Χριστό για βοήθεια. ( Μεγας Βασίλειος )

Κύριε μου. Κύριε, Συ που μας γλύτωσες από κάθε βέλος κακού τη μέρα, γλύτωσε μας και από κάθε κακό της νύχτας.

Δέξου σα θυσία εσπερινή τα υψωμένα στην προσευχή χέρια μας.

Αξίωσε μας να περάσουμε και τη νύχτα άμεμπτα, χωρίς πειρασμούς, και λύτρωσέ μας από κάθε ταραχή και δειλία που μας φέρνει ο διάβολος.

Χάρισε στις ψυχές μας κατάνυξη και στους λογισμούς μας ενθύμηση της φοβερής και δίκαιης κρίσης Σου.

Κάρφωσε από το φόβο της αμαρτίας τη σάρκα μας και νέκρωσε τα μέλη μας για το κακό, ώστε στην ησυχία του ύπνου να χαιρόμαστε τα δίκαιά Σου κρίματα.

Διώξε από κοντά μας κάθε φαντασία άπρεπη και κάθε βλαβερή επιθυμία.

Σήκωσέ μας δε πάλι στην ώρα της προσευχής στηριγμένους στην πίστη και προκόβοντες στην αρετή, με την αγαθότητα του Σωτήρα μας Μονογενή Σου Υιού, με τον οποίο είσαι ευλογητός, μαζί με το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μεγας Βασίλειος

Tuesday, July 24, 2018

Ταπείνωση: Το Κλειδί της πόρτας του Ουρανού.( Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης )



Λοιπόν, ἀδελφέ, ἂν ἀγαπᾷς τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ἀγωνίζου νὰ εἰσέλθης σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταπεινώσεως (γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος σ᾿ αὐτὴν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωσι).
Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς ὅμως τὴν ταπείνωσι, πρέπει νὰ ἀγωνισθῇς καὶ νὰ κοπιάσης (καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἀρχή) στὸ νὰ ἀγκαλιάσης ὅλες τὶς θλίψεις καὶ ἐναντιότητες ὡς ἀγαπητές σου ἀδελφές, στὸ νὰ ἀποφεύγῃς κάθε δόξα καὶ τιμή, ἐπιθυμώντας νὰ καταφρονῆσαι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κανένας ποὺ νὰ σὲ ὑπερασπίζεται καὶ νὰ σὲ παρηγορῆ, παρὰ μόνον ὁ Θεός σου.
Βεβαίωσε καὶ στήριξε τὸ λογισμὸ αὐτὸ στὴν καρδιά σου, ὅτι δηλαδὴ μόνον ὁ Θεός σου εἶναι τὸ καλό σου, τὸ μόνο σου καταφύγιο, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα εἶναι γιὰ σένα τέτοια ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ βάλῃς στὴν καρδιά σου, θὰ σὲ ζημιώσουν μὲ τὸν θάνατο. Ἂν σὲ ντροπιάση κάποιος, δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇς, ἀλλὰ νὰ ὑποφέρῃς μὲ χαρὰ τὴν ντροπή, ὄντας βέβαιος ὅτι τότε ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σου. Καὶ μὴ ζητᾶς ἄλλη τιμή, οὔτε τίποτε ἄλλο νὰ γυρεύῃς, παρὰ νὰ ὑποφέρῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ μεγαλύτερη δόξα.
Ἀγωνίζου νὰ χαίρεσαι ὅταν κάποιος σὲ βρίσῃ ἢ σὲ ἐλέγξῃ ἢ σὲ καταφρονήσῃ, διότι κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκόνι καὶ τὴν ἀτιμία βρίσκεται κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Καὶ ἂν τὸν δεχθῇς μὲ τὴν θέλησί σου, γρήγορα θὰ γίνῃς πλούσιος, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ σοῦ προξενεῖ αὐτὸ τὸ χάρισμα, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀτιμάζει. Μὴ ζητήσῃς ποτὲ νὰ σὲ ἀγαπᾷ κάποιος στὴ ζωὴ αὐτή, οὔτε νὰ σὲ τιμᾶ, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ ἀφήνεσαι νὰ ὑποφέρῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ καὶ κανένας νὰ μὴ σὲ ἐμποδίζῃ ἀπὸ αὐτό. Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, σὰν ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἐχθρὸ ποὺ ἔχεις. Μὴν ἀκολουθῇς τὴν θέλησί σου, οὔτε τὸν νοῦ σου, οὔτε τὴν γνώμη σου, ἂν θέλῃς νὰ μὴ χαθῇς.
Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε νὰ κρατᾷς τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ ὅταν ἡ θέλησίς σου θέλῃ νὰ κλίνῃ σὲ κάποιο πρᾶγμα, ἔστω καὶ ἅγιο, ἀπόμονωσέ την πρῶτα καὶ ἀπογύμνωσέ την καὶ τοποθέτησέ την μόνη της μπροστὰ στὸν Θεό σου, παρακαλώντας νὰ γίνῃ τὸ δικό του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου. Καὶ αὐτὸ μὲ ἐγκάρδιες ἐπιθυμίες, χωρὶς καμμία ἀνάμιξι φιλαυτίας, γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε ποὺ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, οὔτε μπορεῖς νὰ κάνῃς τίποτε.
Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ φέρνουν μαζί τους μορφὴ ἁγιότητος καὶ ζήλου ποὺ δὲν ἔχει διάκρισι, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει σχετικὰ ὁ Θεός: «Νὰ προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες ποὺ ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς μὲ ἐνδυμασία προβάτου, ἐνῷ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Ἀπὸ τοὺς καρπούς τους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε» (Ματθ. 7,15). Καὶ οἱ καρποί τους εἶναι ἡ ὅποια ἀνησυχία καὶ ἐνόχλησι ποὺ ἀφήνουν στὴν ψυχή. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ σὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία, μὲ ὅποιο χρῶμα καὶ σχῆμα κι ἂν εἶναι. Αὐτὰ εἶναι οἱ ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ὄντας ντυμένοι μὲ σχῆμα προβάτου, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόκρισι τοῦ ζήλου, χωρὶς διάκρισι, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον, εἶναι πράγματι λύκοι ἁρπακτικοί, ποὺ ἁρπάζουν τὴν ταπείνωσί σου καὶ ἐκείνην τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία, ποὺ εἶναι τόσο ἀπαραίτητα σὲ ὅποιον θέλει νὰ ἔχῃ σίγουρη πρόοδο πνευματική.
Καὶ ὅσο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ἐξωτερικὰ περισσότερη ἐπιφάνεια καὶ χρῶμα ἁγιότητος, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζῃς, καὶ αὐτό, ὅπως λέχθηκε, πρέπει νὰ γίνεται, μὲ πολλὴ ἠρεμία καὶ ἐσωτερικὴ ἡσυχία. Ἂν ὅμως καμμία φορὰ κάτι σοῦ λείψῃ ἀπὸ αὐτά, μὴ συγχυσθῇς, ἀλλὰ ταπεινώσου μπροστὰ στὸν Θεό σου καὶ γνώρισε τὴν ἀδυναμία σου καὶ στὸ ἑξῆς νὰ γνωρίζῃς καλά, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεὸς ἴσως γιὰ νὰ ταπεινώσῃ κάποια σου ὑπερηφάνεια, ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα σου καὶ δὲν τὸ γνωρίζεις.
Ἂν πάλι αἰσθανθῇς καμμιὰ φορὰ νὰ κεντᾶται ἡ ψυχή σου ἀπὸ κάποιο δυνατὸ καὶ φαρμακερὸ ἀγκάθι, δηλαδὴ ἀπὸ κάποιο πάθος καὶ λογισμό, μὴν ταραχθῇς γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ δεῖξε μεγαλύτερη προσοχή, γιὰ νὰ μὴν περάση στὰ σπλάγχνα σου. Γύρισε πίσω τὴν καρδιά σου καὶ μὲ εὐχαρίστησι βάλε τὴν θέλησί σου μέσα στὸν τόπο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἡσυχίας, φυλάττοντας καθαρὴ τὴν ψυχή σου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο θὰ βρίσκῃς πάντοτε στὰ σπλάγχνα σου καὶ στὴν καρδιά σου γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης σου, ὄντας βέβαιος ὅτι τὸ κάθε τί συμβαίνει γιὰ νὰ σὲ δοκιμάσῃ, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ καταλάβης τὸ συμφέρον σου καὶ γιὰ νὰ εἶσαι ἄξιος του στεφάνου τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σοῦ εἶναι ἑτοιμασμένος ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

Friday, July 20, 2018

Με γεμάτο στομάχι... ( Αγίου Σεραφείμ Σαρώφ )

Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τα πράγματα του Θεού όταν το στομάχι είναι γεμάτο. 
Με γεμάτο στομάχι δεν μπορεί να υπάρξει όραμα των Θείων μυστηρίων.

+ Αγίου Σεραφείμ Σαρώφ