Thursday, October 18, 2018

Οι ανθρωποι του περιθωριου και οι ''τελειωμένοι'' θα μας σπρωξουν στον Παραδεισο!


 
Περπατουσα στην παραλια της Θεσσαλονικης απογευμα προς βραδυ, οταν ενας τοξικομανης με πλησιασε.

Δε μου ζητησε λεφτα, αλλα με ρωτησε αν μπορουσα να του αγορασω μια ροκα (καλαμποκι) που εψηνε καποιος πιο κατω σε ενα μικρο παγκο που ειχε στησει.

Τον ρωτησα αν ηθελε και κατι αλλο. Μου ειπε οτι ηθελε να παω να του την αγορασω εγω επειδη χρωστουσε στον καλαμποκα και ισως να μη του εδινε!

Πηγα και αφου του την εφερα, με ρωτησε αν μπορω να κατσω λιγο μαζι του η αν ντρεπομαι! Του απαντησα οτι θα ντραπω, αν δεν κατσω.

Τοτε μου ειπε το εξης εκπληκτικο!

''Φιλε , μακρια απο το Χριστο ετσι καταντας!!! Ομως προσπαθω εδω και καιρο να κοψω τα ναρκωτικα για να μην Τον στεναχωρω!!!

Δεν ξερω αν θα τα καταφερω, αλλα επειδη μαλλον δε θα ζησω πολυ, θελω οταν θα παω μπροστα Του να εχω να του δειξω τον αγωνα μου μηπως και με λυπηθει!''

Ημασταν καπου κοντα στο υψος του Ι.Ναου Κυριλλου και Μεθοδιου.



Μου λεει........ παω καθε πρωι απεναντι και με κοιτουν ολοι καλα καλα επειδη νομιζουν οτι θελω λεφτα. Ομως εγω πηγαινω μπροστα στην εικονα για να ζητησω βοηθεια να κοψω τα ναρκωτικα. Δεν αναβω κερι επειδη δεν εχω λεφτα να παρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ)

Και καθε βραδυ παλι πηγαινω και λεω...........δεν τα καταφερα συγγνωμη! Ή λεω .......σημερα καπως το παλεψα ευχαριστω!!!

Εζησα στα λογια αυτου του ανθρωπου στιγμες απο τα συναξαρια!!!

Του εδωσα κατι λεφτα και του ειπα απο αυριο να πηγαινει στην εκκλησια και να παιρνει κερι αλλα να προσευχεται και για τη δικια μου ψυχη. Με διαβεβαιωσε οτι τα λεφτα δε θα τα χαλασει και οτι θα τα δωσει ολα μαζεμενα εκει για να μην μπαινει στον πειρασμο και τα ξοδεψει, και καθε μερα θα παιρνει 2 κερια.

Του λεω με λενε Νικο. Μου ειπε οτι δεν ειναι δυσκολο να με θυμαται αφου κανεις δεν καθεται μαζι του και ετσι δεν εχει φιλους και γνωστους.

Δε ρωτησα πολλα γι αυτον. Δεν ηθελα να νιωσει οτι παραβιαζω την παραξενη ζωη του με την αδιακρισια μου.

Την ωρα που εφευγα, μου ειπε οτι χαρηκε που εκατσα μαζι του και οτι του εκανε καλο η παρεα.

Τωρα εσεις που διαβαζεται αυτο κειμενο καταλαβαινετε καλα ποιος απο τους δυο ωφεληθηκε!

Πριν τη συναντηση μου με αυτον τον ανθρωπο, ειχα σκεψεις οτι ολη μου η ζωη ειναι ενα ζορι και οτι ολο δυσκολιες αντιμετωπιζω.

Πανω που πηγαινε να με παρει απο κατω, ηρθε στο δρομο μου αυτη η ψυχη.

Πως μετα να μην πω οτι Θεος μας αγαπαει? Πως?

Πολυ μας αγαπαει...............

Εν τω μεταξυ μαλλον απο σημερα και για λιγες τουλαχιστον μερες, ενας τοξικομανης προσευχεται και για μενα!

Να δειτε που οι ανθρωποι του περιθωριου και οι ''τελειωμενοι'' θα μας σπρωξουν στον Παραδεισο!

Κυριος φωτισμος μου!

Ευχαριστω για ολα παραξενε φιλε.


Νικος Β.

Tuesday, October 9, 2018

Να παρακαλάς το Θεό να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου. ( Άγιος Πορφύριος )

Να παρακαλάς το Θεό να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου. Κι ο Θεός, επειδή θα τον παρακαλάς πονεμένος και ταπεινωμένος, θα σου συγχωρήσει τις αμαρτίες σου και θα σε κάνει καλά και στο σώμα.

Άγιος Πορφύριος 

Saturday, October 6, 2018

Oταν ο άνθρωπος ακούει συνεχώς το λόγο του Θεού, ανοίγεται η καρδιά του στο να φοβάται τον Θεό ( Γεροντικό )

Στο Γεροντικό αναφέρεται η περίπτωση δύο μοναχών που ρώτησαν τον αββά Ποιμένα για τη σκληρότητα της καρδίας. Ο άγιος τους είπε: Το νερό από τη φύση του είναι απαλό, ενώ η πέτρα σκληρή· το κανάτι όμως του νερού που κρέμεται επάνω από την πέτρα, στάζοντας στάζοντας τρυπά την πέτρα. Έτσι και ο λόγος του Θεού είναι απαλός, ενώ η καρδία μας σκληρή· όταν όμως ο άνθρωπος ακούει συνεχώς το λόγο του Θεού, ανοίγεται η καρδιά του στο να φοβάται τον Θεό. (Το Γεροντικό, Τ. Α΄, έκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 282-3)

Όσοι ακούνε και διαβάζουν για πολύ καιρό πνευματικά θέματα, θεολογικά κείμενα, πατερικές απόψεις, κινδυνεύουν από μια συνήθεια και μια θεωρητική αποδοχή χωρίς κατάνυξη, χωρίς συγκίνηση. Είναι πρόβλημα, όταν υπήρξε η εμπειρία της χαρισματικής κατανόησης, που έδινε χαρά στην καρδιά. Γιατί μπορούν να συγκρίνουν το τότε με το τώρα, τη χάρη με τη σκληρότητα της καρδιάς. Είναι όπως δύο που αγαπηθήκαν δυνατά και τώρα ζουν την πεζότητα της καθημερινότητας.

Τι να γίνει όμως; Να διακόψουμε κάθε άκουσμα και να σταματήσουμε κάθε διάβασμα; Μήπως έτσι θα καλυτερεύσει ο μέσα μας κόσμος; Στο πιο πάνω περιστατικό, ο σοφός αββάς Ποιμένας φέρνοντας το παράδειγμα του νερού που σταλαματιά-σταλαματιά μπορεί να τρυπήσει τη σκληρή πέτρα, παροτρύνει να συνεχίσει ο άνθρωπος ν’ ακούει το λόγο του Θεού και σιγά-σιγά θα ανοίγεται η καρδιά του και θα αρχίσει να συνδέεται με το Θεό της καρδίας, να συγκινείται και να αποκτά νόημα η ζωή του.

Βέβαια, δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Οι δοκιμασίες της ζωής, ο πόνος, οι αποτυχίες και οι αστοχίες, φαίνεται ότι για άλλους ενεργούν θετικά και για άλλους αρνητικά. Για άλλους, δηλαδή, γίνονται μέσα που μαλακώνουν την καρδιά και για άλλους μέσα που τη σκληραίνουν. Όπως κι ο κάθε άνθρωπος μπορεί σε μία περίπτωση ν’ αντιδράσει με τον α΄ τρόπο και στην ίδια, σε διαφορετικό χρόνο ν’ αντιδράσει με το β΄ τρόπο.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα μας βρει ο λόγος του Θεού, σε ποια κατάσταση θα είμαστε ώστε αυτό που ακούμε να συνταράξει το είναι μας και ν’ αλλάξει η πορεία της ζωής μας. Η Σαμαρείτισσα πήγαινε καθημερινά στο πηγάδι για να πάρει νερό. Μια φορά όμως συνάντησε το Χριστό, το “ύδωρ το ζων” και άλλαξε η ζωή της.

Το σίγουρο είναι ότι ο Θεός μας δεν αδιαφορεί στο κάλεσμά μας. Αυτός που αληθινά μέσα του Τον αναζητά, που πασχίζει να Τον γνωρίσει και δυσκολεύεται, κάποια μέρα με κάποιο τρόπο θ’ ακούσει τη φωνή Του.

Μακάρι να μπορούσαμε ο κάθε λόγος Του, που μεταφέρεται σε μας είτε δια ομιλιών, είτε δια κειμένων, να μιλά στην καρδιά μας και να τη ζωογονεί. Γιατί έτσι θα γέμιζε η ζωή μας με τη ζωή Του και θα είχαμε ως κατάσταση στην καρδιά μας την ειρήνη, τη γαλήνη, τη χαρά Του.

Thursday, September 27, 2018

ΠΟΙΑ ΩΡΑ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ.. ( Γεροντισσα Λαμπρινή )


 
Στην θεία Λειτουργία και όταν κοινωνούσε είχε εμπειρίες και κάποιες από αυτές τις εκμυστηρεύτηκε ως έξης: «Όλα αυτά που προσφέρουμε στην Προσκομιδή, κρασιά, κεριά και τα ονόματα, τα παίρνουν Άγγελοι και τα πηγαίνουν απάνω. Μια φορά είχα πάει στην αγία Αικατερίνη.


Είχαν μνήμη (εορτή αγίου) εκεί και έδωκα το χαρτάκι μου με τα ονόματα. Το πρωΐ υστέρα πού είχε τελειώσει η Λειτουργία, είδα κατά γης το χαρτάκι στο Ιερό μπροστά. Στενοχωρήθηκα και είπα: «Αχ, Θεέ μου, αγία Αικατερίνη, ήρθα εδώ και δεν διαβάστηκαν τα ονόματά μου».


Τη νύχτα στον ύπνο μου ήρθε μία νέα ωραία (αγία Αικατερίνη) και μου είπε: «Φοβήθηκες, παιδί μου, μήπως δεν διαβάστηκαν τα ονόματα; Τα διάβασα εγώ, ας μην τα διάβασε ο παπάς».
Στα χέρια της κρατούσε ένα χαρτί. Μου το έδειξε. Είδα ότι ήταν το χαρτί πού είχα γράψει τα ονόματα και το είχα δώσει στον παπά για να τα μνημονεύσει στην Προσκομιδή.


«Όταν ξεκινά το πρωί η Λειτουργία μας, εκεί όλα είναι πολύ ωραία.

Όταν όμως έρχεται η ώρα της μεταδόσεως τότε είναι όλη η Εκκλησία γεμάτη από τα αγγελικά πνεύματα. Τώρα τα βλέπω έτσι σαν αστραπή. Περνάνε Άγγελοι με τα φτερά τους, όμορφα τα πρόσωπα τους, όπως είμαστε οι άνθρωποι. Αυτοί είναι ψηλά, και μείς χαμηλά. Φωνάζει ο παπάς από δω, ο ψάλτης από κει, βγαίνουν όλοι εκεί και κουλουριάζουν (κυκλώνουν) τον παπά γύρω-γύρω.

Μετά βγαίνει η μετάδοση, βλέπεις στην Ωραία Πύλη ακέραιος ο Χριστός, βλέπεις που λέει ο παπάς «Μετά φόβου...». Αυτός λέει: «Εδώ εγώ είμαι» και δείχνει το Άγιο Ποτήριο, ότι δηλαδή είναι μέσα. Παίρνομε τότε πραγματικά κρέας από το Σώμα του Κυρίου. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο είναι αλήθεια Αυτός. Γίνεται όλος τόσο δα παιδάκι μικρό - μικρό με κεφαλάκι, χεράκια, ποδαράκια, ακέραιος Χριστός, άνθρωπος δηλαδή, και το δίνει σ' εμένα, το δίνει σ' εσένα και στον άλλον, με το κουταλάκι (Αγία λαβίδα). Το κουταλάκι μέσα έχει ένα ανθρωπάκι».

Πώς να το πάρεις αυτό το πράγμα; Και το παίρναμε κάτι αμαρτωλοί, κακομαγαρισμένοι, καταπονηρεμένοι, κακός κόσμος, φονιάδες, σκοτώνουν τον άλλον και τον θάβουν.


Όταν πηγαίνεις να μεταλάβεις, θα πηγαίνεις με το κεφάλι σκυφτό και θα σκέφτεσαι Ποιον θα βρεις μπροστά σου. Ποιόν θα ιδείς τώρα εσύ. Μην κοιτάς τον έναν και τον άλλον και τι κάνει αυτός και εκείνος. Θα κοιτάζεις μόνο το Άγιο Ποτήριο. Ποιος είναι στο Άγιο Ποτήριο. Εκεί είναι ο ίδιος ο Χριστός που στο δείχνει, αυτού δεν είναι ο παπάς, αυτό το τόσο δα πραγματάκι το δίνει ο Χριστός.
Αυτός παρατηράει ποιος είναι ικανός να το πάρει. Όποιος δεν είναι άξιος σ' αυτόν δεν το δίνει.


Νομίζεις πως παίρνουν όλοι μετάδοση εκείνη την ώρα; Δεν παίρνουν. Παίρνει εκείνος πού είναι ετοιμασμένος. Και κείνη την ώρα που πας να μεταλάβεις πρέπει να δεις τον Χριστό. Δεν είναι ανάγκη να τον δεις πραγματικά, αλλά βάλτον με τον νου σου. Μετά έρχεται το «Δι’ ευχών» και βλέπεις φεύγουν όλοι πριν το «Δι’ ευχών» από την Εκκλησία. Κάτσε λίγο να πάρεις την ευχή.

Μετά δεν κάνει να γυρίσεις (επισκεφτείς) σπίτι ξένο, γιατί θα χάσεις την ευχή. Δεν είναι καλά να βγεις έξω, να πας, ξέρω 'γώ, στην αγορά. Και αν είναι μεγάλη ανάγκη πες σε κάποιον πού πάει στην αγορά να σου ψωνίσει. Και αν βγεις, σκύψε το κεφαλάκι σου, κάνε την δουλειά σου και γύρισε στο σπίτι.
«Για να κοινωνήσουμε πρέπει να προετοιμαστούμε καμιά βδομάδα από νηστεία και από άλλα πράγματα».


Η γιαγιά Λαμπρινή είχε παρρησία στην προσευχή της. Οι άνθρωποι στις δυσκολίες τους, της ζητούσαν να προσεύχεται και μετά έβλεπαν τα αποτελέσματα. Κάποιος εξάδελφός της ήταν ετοιμοθάνατος και δεν παράδινε το πνεύμα του (πέθαινε). Βασανιζόταν γιατί ενώ φαινόταν ότι πέθαινε, μετά πάλι επανερχόταν. Πήγε η γυναίκα του και παρεκάλεσε την γιαγιά να πάει στον ασθενή να κάνη προσευχή. Δίσταζε γιατί θεωρούσε ότι θα τον πεθάνει αυτή. Πήγε τελικά, συζήτησε μαζί του, ήταν καλός αλλά έπινε. Του είπε να εξομολογηθεί και μετά ενώ προσευχόταν η γιαγιά, παρέδωσε την ψυχή του ήσυχα.


Το εγγονάκι της, πέντε χρόνων, ήταν άρρωστο. Δυο φορές το είχαν πάει στην Ρωσσία και ετοιμάζονταν να πάνε και τρίτη φορά να το ξαναχειρουργήσουν. Η γιαγιά Λαμπρινή δεν ήθελε να πάνε γιατί ήξερε ότι και να ζήσει, δεν θα γινόταν καλά. Το τελευταίο βράδυ πήγε στο κελλί της και ξέσπασε σε προσευχή με δάκρυα παρακαλώντας τον Θεό: «Να το πάρεις στον θρόνο Σου στους Ουρανούς αντί για την Ρωσσία. Αυτό είναι άγγελος. Και εκεί να με αξιώσεις και μένα, Θεέ μου, να σηκωθεί το εγγονάκι μου από τον θρόνο να με πάρει και μένα».

Άκουσε το «ναι» στην προσευχή της και μετά ευχαριστούσε τον Χριστό. Μέχρι τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα τελείωσε το παιδί. Έκλαιγε από χαρά και πήρε το αλεύρι να ζυμώσει πρόσφορο.
Η γιαγιά Λαμπρινή κατά την διάρκεια της ζωής της δεν ξέχασε τον μοναχικό της πόθο. Έτσι μετά την κοίμηση του συζύγου της παίρνει την απόφαση να πραγματοποιήσει το όνειρό της.

Σε ηλικία 70 ετών περίπου πηγαίνει σε μοναστήρι της περιοχής, όπου σύμφωνα με τον κανόνα που της έβαλε ο γέροντας, θα έμενε 50 μέρες για το Πάσχα, 40 για τα Χριστούγεννα και 15 για τον Δεκαπενταύγουστο. Η ίδια μετά ζήτησε να μείνει μόνιμα στο μοναστήρι, αλλά εν τω μεταξύ ο γέροντας κοιμήθηκε και οι μοναχές εξέφρασαν αντίρρηση για την παραμονή της. Πάλι η γιαγιά Λαμπρινή με υπακοή - υπομονή δέχθηκε αυτή τους την απόφαση και ειρηνικά επέστρεψε στο σπίτι της, όπου συνέχισε τους αγώνες της και προετοιμαζόταν πλέον για την κοίμηση της.

Γεροντισσα Λαμπρινή

Saturday, September 22, 2018

Οἱ ὀκτὼ πειρασμοὶ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν... ( Γέρων Κλεόπας Ηλιέ )



Πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἀγωνιστὴς χριστιανὸς εἶναι πνευματικοὶ μαχητὲς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς τους ἀπὸ τὴν γέννηση μέχρι τὸν θάνατό τους. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε τὴν τέχνη αὐτοῦ τοῦ ἀοράτου πολέμου καὶ ἀπὸ ποῖα μέρη ἔρχεται ἐναντίον μας ὁ νοητὸς ἐχθρός.
Ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητὴς μᾶς λέγει ὅτι ὁ πειρασμὸς ἔρχεται ἀπὸ ἕξι σημεῖα ἐναντίον μας, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει ἀπὸ ὀκτώ, δηλ. ἀπὸ ἐπάνω καὶ ἀπὸ κάτω, ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀπὸ ἐμπρὸς καὶ πίσω καὶ ἀπὸ μέσα καὶ ἔξω.
Στὴν συνέχεια θὰ ὁμιλήσουμε ἐκτενέστερα γιὰ τὸν πολυμερῆ αὐτὸν πόλεμο τοῦ διαβόλου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ. 

1. Ὁ ἀπὸ ἐπάνω πειρασμός:
Εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο συμβαίνει ὅταν ἀρχίζουμε νὰ κάνουμε μία ἀδιάκριτη καὶ ἀπερίσκεπτη ἄσκηση ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις μας, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι: ὑπερβολικὴ νηστεία, συνεχῆ ἀγρυπνία, πολλὲς μετάνοιες, καὶ ἄλλες ὑπερβολικὲς ἀσκήσεις. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀδυνατίζει τὸ σῶμα μας καὶ νὰ ἀδυνατοῦμε νὰ ἐργασθοῦμε τὶς ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως ταράζεται ὁ νοῦς μας γιατί δὲν ἀναπαύεται σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς ἀσκήσεις. Τὸ δεύτερο εἶδος πειρασμοῦ συμβαίνει ὅταν ἐρευνοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ χωρὶς νὰ διαθέτουμε τὴν ἀνάλογη πνευματικὴ ἡλικία καὶ κατάσταση μὲ ἀποτέλεσμα, ἐὰν κάποιος δὲν εὑρεθεῖ νὰ μᾶς χαλιναγωγήσει, θὰ φθάσουμε στὴν τρέλλα, τὴν αἵρεση καὶ τὴν βλασφημία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἡ ἀπύθμενη θάλασσα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ἐμεῖς πρέπει νὰ βγάλουμε ὅσο εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπαραίτητο γιὰ νὰ ἀνακουφισθοῦμε ἀπὸ τὴν πνευματική μας δίψα. Ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ὁ ἄνθρωπος βγάζει μὲ τὸν κουβὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸν στὴν κανάτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ παίρνει μὲ ἕνα ποτήρι νὰ δροσισθεῖ καὶ δὲν προσπαθεῖ μὲ μία φορὰ νὰ βγάλει τὸ νερὸ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ ἔξω, διότι δὲν ἔχει τὰ κατάλληλα ἐργαλεῖα καὶ ὑπάρχει βεβαίως ὁ φόβος νὰ πνιγεῖ. Ἔτσι πνίγηκαν πολλοὶ ἐρευνητὲς τῶν Γραφῶν λόγω τῆς ὑπερηφάνειάς των καὶ ἔγιναν ἀρχηγοὶ αἱρέσεων καὶ ὁδήγησαν μαζὶ μὲ τοὺς ἑαυτοὺς των χιλιάδες ψυχὲς στὸν Ἅδη. 

2. Ὁ ἀπὸ κάτω πειρασμός:
Ἀπὸ κάτω ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ μᾶς πειράζει μὲ τὴν ἀκηδία καὶ ὀκνηρία γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τῶν ἔργων τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν κάποιος εἶναι δυνατὸς καὶ ὑγιὴς στὸ σῶμα καὶ ἐκ προθέσεως ἀποφεύγει τὶς δουλειὲς ἢ τὰ διακονήματα τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάλογα τῶν δυνάμεών του. Ἢ ἕνας λαϊκός, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ κοπιάσει γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀρετῶν, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τοῦ πλησίον, τὴν προσευχὴ κ.λ.π. Μὲ τὴν ἀδιαφορία ἢ ὀκνηρία μας αὐτὴ στεροῦμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὸν μισθὸ τῶν πνευματικῶν ἔργων, ἐπειδὴ δὲν κοπιάζουμε στὴν ἐφαρμογὴ τῶν θείων ἐντολῶν. Καθένας ἀπὸ ἐμᾶς λοιπόν, ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀνεβαίνουμε τὶς πνευματικὲς βαθμίδες τῶν ἀρετῶν, γνωρίζοντας ὅτι ἡ μέση καὶ διακριτικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ βασιλική, διότι τὰ ἄκρα εἶναι τοῦ διαβόλου. 

3. Ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμός:
Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς πάλι εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο εἶδος εἶναι, ὅταν ἐργασθοῦμε τὰ καλὰ ἔργα μὲ κακὸ σκοπό, ἐνῶ τὸ δεύτερο εἶναι, ἐὰν δεχθοῦμε τὴν ἐμφάνιση τῶν δαιμόνων μὲ τὴν μορφὴ ἀγγέλων καὶ ἁγίων, ἢ μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ ἄλλων οὐρανίων μορφῶν. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι «οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας ἐμφανίζονται στοὺς ἀδυνάτους στὸν νοῦ ὡς προφῆται». Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δείχνει στὴν Β’ πρὸς Κορινθίους (11,14) ὅτι: «ὁ σατανὰς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός». 

4. Ὁ ἐξ ἀριστερῶν πειρασμός:
Ἀπὸ τὰ ἀριστερά μᾶς πειράζει ὁ διάβολος ὅταν γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ τὴν θέληση μας ἀποφασίζουμε νὰ τὴν ἐκτελέσουμε. Ἕνα παράδειγμα: Κάποιος γνωρίζει ὅτι εἶναι ἁμαρτία νὰ κλέπτει, νὰ πορνεύει, νὰ μεθᾶ, νὰ βλασφημεῖ τὰ Θεῖα, νὰ ἐκδικεῖται τὸν πλησίον του ἢ νὰ κάνει ὁποιοδήποτε ἄλλο κακὸ ἔργο. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν θέλησή του καὶ εἰς γνῶσιν του. Ὁπότε, ὅταν ἐμεῖς γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ὅμως τὴν ἐπιτελοῦμε εἴτε μὲ τὸν νοῦ, τὸν λόγο, τὸ αἴσθημα ἢ τὴν πράξη, τότε πειραζόμεθα ἐξ ἀριστερῶν. 

5. Ὁ ἐκ τῶν ἔμπροσθεν πειρασμός:
Μᾶς πειράζει ἀπὸ ἐμπρὸς ὁ διάβολος ὅταν μᾶς παρουσιάζει σκέψεις καὶ φαντασίες γιὰ ἔργα τὰ ὁποῖα δῆθεν θὰ μᾶς συμβοῦν στὸ μέλλον. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν θορυβούμεθα ὅτι θὰ ἔλθει ἐναντίον μας κάποιος κίνδυνος, κάποια παγίδα ἢ ἀσθένεια, ὅτι θὰ ξεσπάσει κάποιος πόλεμος, ὅτι θὰ δυσφημισθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ γίνουμε πτωχοί, μᾶς ταράζει κάποιος ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχουμε στὶς ἐξετάσεις ἢ σὲ κάποιο ἄλλο ἔργο.
Ὅλα αὐτά μᾶς τὰ φέρνει ὁ νοητὸς ἐχθρὸς στὸν νοῦ μας μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς ταράξει καὶ νὰ μᾶς κλονίσει μὲ αὐτὰ ποὺ νομίζουμε ὅτι θὰ ἔλθουν ἐναντίον μας.
Γι’ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἂς προσέχουμε τὰ λόγια του Σωτῆρος ποὺ λέγει: «Μὴ οὒν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς, ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» δηλ. μὴ μερμνᾶτε ….φτάνει ἡ στεναχώρια τῆς ἡμέρας. (Ματθ. 6,34). Δὲν δόθηκε σ’ ἐμᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γνωρίζουμε οὔτε μία ὥρα πέραν τῆς παρούσης ὥρας τί θὰ γίνει. Ὁπότε σὲ τέτοιου εἴδους πειρασμὸ νὰ λέγομε: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου». 

6. Ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν πειρασμός:
Πειραζόμεθα ἐκ τῶν ὄπισθεν ὅταν οἱ δαίμονες μᾶς ἐνοχλοῦν στὸν νοῦ μας μὲ αὐτὰ τὰ ἔργα ποὺ κάναμε στὸ παρελθόν, ὅταν εἴμασταν παιδιὰ ἢ νέοι καὶ μὲ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε.
Ἡ μνήμη μας πολὺ συχνὰ βοηθεῖ τὴν φαντασία μας στὰ κακὰ ποὺ κάναμε, προπαντὸς ὅταν περάσαμε τὴν ζωή μας χωρὶς προσπάθεια γιὰ τὴν φρούρηση καὶ κάθαρση τοῦ νοῦ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».
Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι τόσο ἀνόητη εἶναι ἡ φαντασία, ὥστε ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἀντίκρισε στὴν νεότητά του μία ὡραία γυναίκα μὲ ἐμπάθεια καὶ ἔλθει ὁ καιρὸς νὰ πεθάνει αὐτὴ καὶ ἴδει τὴν νεκροκεφαλή της, ἐν τούτοις ἡ φαντασία του, τοῦ ὑπενθυμίζει τὸ ὡραῖο πρόσωπό της, ὅταν ζοῦσε. Γι’ αὐτὸ ὀνόμασαν οἱ Πατέρες τὴν φαντασία «γέφυρα τοῦ διαβόλου», ἐπειδὴ καμιὰ ἁμαρτία δὲν περνᾶ ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν γέφυρα τῆς φαντασίας.
Ὁπότε, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ νικήσουμε στὸν πόλεμο αὐτό, ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐγρήγορση καὶ προσοχή, τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, τῶν βασάνων τῆς κολάσεως καὶ τῆς ἀκαταπαύστου νοερῆς προσευχῆς. 

7. Ὁ ἐκ τῶν ἔσω πειρασμός:
Πειραζόμεθα ἀπὸ μέσα μας μὲ τὸν ἐρεθισμὸ τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Σωτῆρος, ποὺ λέγει: «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγει ὅτι «βαθεῖα εἶναι ἡ καρδία παρὰ πάντα» (Ἱερεμ. 17,9), ἐπειδὴ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν ὅλες οἱ κακίες στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν τὴν φυλάγει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν πάλι, ὅλες οἱ ἀρετὲς σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν καθαρίζει μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τὴν συντριβή. Ὁπότε ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὰ πάθη τῆς καρδίας μας μὲ τὴν ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. 

8. Ὁ ἐκ τῶν ἔξω πειρασμός:
Προέρχεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται στὴν ψυχή μας ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις ἢ ὅπως ὀνομάζονται τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ προφήτης Ἱερεμίας λέγει: «ἀνέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων ὑμῶν» (9,21). Αὐτὲς οἱ πέντε αἰσθήσεις εἶναι τὰ πέντε ζεύγη βοῶν μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦμε στὴν κακία καὶ ἐμπάθεια καὶ δὲν θέλουμε νὰ πᾶμε στὸ Δεῖπνο ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Μέγας Βασιλεὺς (Λουκ. 14,19). Ὁπότε ἡ ἀπόκρουση ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη γίνεται μὲ τὴν πολυχρόνια νήψη τοῦ νοῦ, τὴν ἀκατάπαυστη προσευχή, τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας καὶ μὲ τὸ νὰ ζητᾶμε μὲ πόνο καὶ μετάνοια τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου.
Ἐν κατακλείδι, παρακαλῶ μὲ ταπείνωση, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, νὰ βοηθήσετε καὶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀδιάφορο γιὰ τὴν σωτηρία μου, μὲ τὴν προσευχή σας, ὥστε νὰ αἰσθανθῶ τουλάχιστο ἐντροπὴ γιὰ τὰ ἀνωτέρω λόγια ποὺ σᾶς εἶπα καὶ ἔτσι νὰ ξυπνήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀναισθησία μου καὶ νὰ καλῶ τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας γιὰ βοήθειά μου. Ἀμήν.
Γέρων Κλεόπας Ηλιέ

Tuesday, September 18, 2018

Τι πρέπει να κάνουμε όταν μας ειρωνεύονται για τη πίστη μας;



Ὅταν μᾶς εἰρωνεύονται..
Ὅταν μᾶς εἰρωνεύονται οἱ ἄλλοι, ὄχι γιὰ λάθη ποὺ κάναμε, ἀλλὰ γιατὶ ἐκκλησιαζόμαστε ἀνελλιπῶς, γιατὶ ἔχουμε πολλὰ παιδιά, γιατὶ «πηγαίνουμε μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι», γιατὶ νηστεύουμε καὶ τὰ ὅμοια, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ λυπούμαστε. Συνήθως παίρνουμε στάση ἄμυνας. Δὲν τοὺς ἀνεχόμαστε νὰ λένε σὲ βάρος μας πικρόλογα.

Ἡ ὑποτιμητική τους συμπεριφορὰ πρὸς ἐμᾶς πάρα πολὺ μᾶς στοιχίζει. Ἄλλα παθήματα τὰ ὑπομένουμε εὐκολότερα, ἀλλὰ τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ἀντέξουμε. Ἀλλὰ γιατί δυσκολευόμαστε νὰ ὑπομείνουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου; Διότι ἐρεθίζουν τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας, τὸ πιὸ βαθύρριζο πάθος ποὺ φωλιάζει στὶς καρδιές μας. Θέλουμε νὰ προστατεύσουμε τὴν τιμή μας. Κάνουμε ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι μας γιὰ νὰ μὴν πέσει τὸ κύρος μας. Κάποιες φορὲς προχωροῦμε καὶ στὴν ἀντεπίθεση. Προσπαθοῦμε νὰ βάλουμε στὴ θέση τους αὐτοὺς ποὺ μᾶς προσέβαλαν. Ἀλλὰ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν νίκες οἱ θυμώδεις ἀντιδράσεις μας στὰ πικρόλογα τῶν ἄλλων;

Ὅταν ἀντιδροῦμε ἀπὸ ἐγωισμὸ ἢ ἀπὸ πληγωμένη φιλαρέσκεια, δὲν εἴμαστε νικητές, ἀλλὰ ἡττημένοι. Πνευματικῶς ὠφελούμαστε περισσότερο, ἂν μάθουμε νὰ ὑπομένουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου. Τότε ἀποκομίζουμε μεγάλη ὠφέλεια. Πρωτίστως διότι ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὸ βασανιστικὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας. Τὸ πάθος αὐτὸ θέλει νὰ ἀκούει συνεχῶς ἐπαίνους. Ἀλλὰ οἱ ἔπαινοι δὲν τὸ θεραπεύουν. Ἀπεναντίας τὸ τρέφουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φουντώνει ἀκόμη περισσότερο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀπὸ τὴν πλουσιότατη πείρα του μᾶς προτρέπει νὰ δεχόμαστε μὲ εὐχαρίστηση τοὺς «καυτῆρες» τῶν ὀνειδισμῶν ὡς φάρμακο καὶ γιατρικὸ γιὰ τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς μας. Διότι οἱ ὀνειδισμοὶ μᾶς ἐξαγνίζουν. Ὅσο καλὸ καὶ καρποφόρο καὶ παχὺ κι ἂν εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς ψυχῆς, ὅταν τοῦ λείπει τὸ πότισμα μὲ τὸ νερὸ τῆς ἀτιμίας, θὰ χορταριάσει καὶ θὰ βλαστήσει ἀγκάθια ὑπερηφανείας, πορνείας καὶ ἀφοβίας (Λόγος Δ΄ 24). Οἱ τιμὲς καὶ τὰ ἐγκώμια αὐξάνουν τὴ χολὴ τῶν παθῶν (Λόγος Δ΄ 103). Ἀντὶ νὰ μᾶς κάνουν καλύτερους, μᾶς κάνουν χειρότερους. Ἐνῶ οἱ παρατηρήσεις, οἱ ταπεινώσεις καὶ οἱ ἐξουθενώσεις τῶν ἄλλων καθαρίζουν τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ πάθη. Ἐπίσης, ὅταν ὑπομένουμε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου, γινόμαστε μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ μαθητεύουμε στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας.

Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὀνειδίστηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ὀνειδιζόμαστε κι ἐμεῖς. «Οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ' ἐμέ» (Ψαλμ. ξη΄ 10). Ἐφόσον ὁ Χριστὸς διώχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ διωκόμαστε κι ἐμεῖς. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσι» (Ἰω. ιε΄ 20). Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὑβρίστηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ὑβριζόμαστε κι ἐμεῖς. Οἱ γλῶσσες τοῦ κόσμου δὲν θὰ σταματήσουν νὰ εἰρωνεύονται. Ἀλλὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὰ εἰρωνικὰ σχόλιά τους δὲν λογίζονται ὡς ὕβρεις, ἀλλ' ὡς παράσημα.
Στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα δὲν θὰ μετρήσουν ὡς εἰρωνεῖες, ἀλλ' ὡς διάσημα. Θὰ γίνουν ὁ φωτοστέφανος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ στεφανώσει ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ καλοῦ ἀγώνα.

Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος προτρέπει νὰ τρέχουμε στοὺς ὀνειδισμούς, ὅπως τρέχουν τὰ διψασμένα ἐλάφια στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων. «Ἐφόσον γνωρίζετε ὅτι ὁ Θεὸς τιμᾶ τοὺς δούλους Του ποὺ δέχονται ἀτιμώσεις καὶ τοὺς δοξάζει μέσα ἀπὸ τὶς ὕβρεις, νὰ τρέχετε βιαστικὰ μέσῳ ὅλων αὐτῶν πρὸς τὴν ἀθάνατη πηγὴ σὰν διψασμένα ἐλάφια». Εἶναι δεῖγμα μεγάλης ἀρετῆς νὰ ὑπομένει ὁ χριστιανὸς ὑβριστικοὺς λόγους χωρὶς νὰ λυπᾶται. «Τοῦτο (ἐστί) δεῖγμα μεγίστης ἀρετῆς, τὸ φέρειν ὕβριν ἀλύπως», παρατηρεῖ ὁ ἑρμηνευτὴς Ὀλυμπιόδωρος. Καὶ ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὸν πολύαθλο Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ὑπέμεινε ἁλυσίδα ταπεινώσεων. Ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη ἔχασε τὴν περιουσία του, τὸ σπίτι του, τὰ παιδιά του, γέμισε μὲ πληγὲς καὶ ζοῦσε στὴν κοπριά, ἀκούγοντας πικροὺς λόγους ἀκόμη κι ἀπὸ τὴ σύζυγο κι ἀπὸ τοὺς φίλους του. Ἀλλὰ ὑπέμεινε τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ μνημονεύεται ὡς τύπος Χριστοῦ.

Ἡ θεοπρεπὴς ἀντιμετώπιση τῶν ὀνειδισμῶν ἀποτελεῖ κριτήριο γνησιότητος τῶν χριστιανῶν. Ὅσοι ὑπομένουν ὀνειδισμοὺς γιὰ τὴ χριστιανική τους ἰδιότητα, εἶναι πανευτυχεῖς καὶ μακάριοι. «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 14). Μὴ λησμονοῦμε τὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου μας: «Μακάριοι εἶστε ἐσεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σᾶς χλευάσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ ἐξαιτίας μου ποῦν κάθε εἴδους ψεύτικες κακολογίες καὶ κατηγορίες ἐναντίον σας» (Ματθ. ε΄ 11). Ὅπως ὁ θεῖος Λυτρωτὴς βάσταξε τὸν ἐπονείδιστο σταυρό Του, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ σηκώνουμε τὸν δικό μας σταυρό, «τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες» (Ἑβρ. ιγ΄ 13). Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑβρισθοῦμε καὶ νὰ περιφρονηθοῦμε γι' Αὐτόν, ὅπως ὑβρίστηκε καὶ περιφρονήθηκε Ἐκεῖνος.



Περιοδικό "Ο ΣΩΤΗΡ" τεύχος Σεπτεμβρίου 2013 (σελ. 23-24)

Saturday, September 15, 2018

Μερικὲς σκέψεις γιὰ νὰ προστρέχουμε στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος



Θέλοντας νὰ προστρέξης στὴν Θεοτόκο μὲ πίστι καὶ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, μπορεῖς νὰ τὸ πετύχης ὅταν σκεφθῇς:


Α´) Ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ δοχεῖα (ὅπως τὸ γνωρίζεις ἀπὸ τὴν πεῖρα σου)
στὰ ὁποῖα ἔχει τοποθετηθῆ μόσχος ἢ ἄλλο παρόμοιο ἄρωμα πολύτιμο, μολονότι δὲν ὑπάρχει μέσα τους τὸ ἄρωμα, τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ διατηροῦν τὴν εὐωδία τοῦ ἀρώματος ἐκείνου. Καὶ ὅσο περισσότερο χρονικὸ διάστημα παρέμεινε τὸ ἄρωμα μέσα στὸ δοχεῖο, τόσο περισσότερο τὰ δοχεῖα ἐκεῖνα διατηροῦν τὴν εὐωδία· καὶ μάλιστα τόσο περισσότερο εὐωδιάζουν ἐκεῖνα, ὅσο περισσότερο παραμείνει τὸ ἄρωμα μέσα, μολονότι ἐκεῖνος ὁ μόσχος ἢ τὸ παρόμοιο ἄρωμα εἶναι μιᾶς περιοριστικῆς καὶ περιωρισμένης δυνάμεως. Παρόμοια νὰ σκεφθῇς ὅτι καὶ ἕνας ποὺ στέκεται κοντὰ σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, διατηρεῖ τὴν θερμότητα γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν φωτιά. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀληθινά, ἄραγε ἀπὸ ποιὰ ἄρρητη εὐωδία φιλανθρωπίας, ἀπὸ ποιὰ φλόγα ἀγάπης καὶ ἀπὸ ποιοὺς λογισμοὺς ἐλέους καὶ εὐσπλαγχνίας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι γεμάτα τὰ σπλάγχνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ γιὰ ἐννέα μῆνες κράτησε στὰ σπλάγχνα της τὸ Χριστό, τὸ ἀκένωτο μύρο, ποὺ κρατεῖ πάντοτε στὸ στῆθος της καὶ στὴν ἀγάπη της, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ αὐτοαγάπη καὶ τὸ ἴδιο αὐτοέλεος καὶ αὐτοευσπλαγχνία καὶ ὄχι περιορισμένης δυνάμεως καὶ μικρῆς διάρκειας, ἀλλὰ ἀτέλειωτης καὶ ἀπεριόριστης;
Ἔτσι ὅπως ὅποιος ἀγγίζει στὰ δοχεῖα ποὺ ἔχουν τὸ μύρο, δέχεται τὴν εὐωδία πάνω του, καὶ ὅποιος πλησιάζει σὲ μία μεγάλη πυρκαϊά, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δεχθῆ ἀπὸ τὴν θερμότητά της, ἔτσι καὶ πολὺ περισότερο κάθε φτωχὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη καὶ πλησιάζει μὲ ταπείνωσι καὶ πίστι στὸ οὐράνιο μύρο, στὴν φωτιὰ τῆς ἀγάπης, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας, ποὺ πάντοτε εὐωδιάζει καὶ πάντοτε ἀνάβει στὸ στῆθος τῆς Παρθένου, ὁπωσδήποτε θὰ δεχθῆ βοήθειες, εὐεργεσίες καὶ χάριτες, τόσο περισσότερες, ὅσο περισσότερο συχνὰ καὶ μὲ μεγαλύτερη πίστι καὶ θάρρος πλησιάση.


Β´) Ὅτι κανένα κτίσμα δὲν ἀγάπησε τόσο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, οὔτε συμμορφώθηκε τόσο μὲ τὸ θέλημά Του, ὅσο ἡ Παναγία του Μητέρα, ἀφενὸς μὲν διότι τὸν γέννησε μόνη χωρὶς ἄνδρα, ἀφετέρου διότι γέννησε μόνο αὐτὸν καὶ κανένα ἄλλον, καὶ ἔτσι δὲν μοιράσθηκε καθόλου μὲ ἄλλον ἡ ἀγάπη της. Ἂν λοιπὸν αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαπητὸς Υἱὸς τῆς Παρθένου, ἔδωσε ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ ὅλο του τὸν ἑαυτὸ γιὰ τὶς ἀνάγκες ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἔδωσε τὴν μητέρα του ὡς μητέρα μας καὶ συνήγορο γιὰ νὰ μᾶς βοηθᾷ, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ μέσον τῆς σωτηρίας μας, πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ μπορέσῃ κάποτε αὐτὴ ἡ ἀγαπημένη του μητέρα καὶ δική μας συνήγορος νὰ γίνῃ ἀποστάτης τῆς θελήσεως τοῦ τόσο ἀγαπημένου της Υἱοῦ καὶ νὰ μὴ μᾶς βοηθήσῃ;
Γι᾿ αὐτὸ ἀγαπητέ, πρόστρεχε, πρόστρεχε μὲ θάρρος γιὰ κάθε σου ἀνάγκη στὴν Παναγία Θεοτόκο. Γιατὶ ἐκείνη ἡ ἐπιστοσύνη καὶ τὸ θάρρος ποὺ δείχνεις σ᾿ αὐτήν, εἶναι πλούσια καὶ μακαρία καὶ ἀσφαλὲς καταφύγιο καὶ πάντοτε δίνει στὴν καρδιά σου χάριτες καὶ ἐλεημοσύνες.

Πηγή: Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, "Αόρατος Πόλεμος"

Wednesday, September 12, 2018

Μην αρνείσαι να μαθαίνεις…( Μικρός Ευεργετινός )


Ο άνθρωπος συμβουλεύει τον πλησίον του καθώς γνωρίζει. Ο Θεός πάλι ενεργεί σ’ αυτόν που ακούει ανάλογα με την πίστη του.
Ο άνθρωπος που μακροθυμεί, έχει πολλή φρόνηση. Το ίδιο κι εκείνος που τεντώνει το αυτί του για να ακούει λόγους πνευματικής σοφίας.
Μην αρνείσαι να μαθαίνεις, κι ας τυχαίνει να ξέρεις πάρα πολλά. Γιατί αυτό που μπορεί να οικονομήσει ο Θεός, είναι πολύ πιο ωφέλιμο από τη δική μας φρόνηση.
Αυτός που θέλει να σηκώσει το σταυρό του και να ακολουθήσει το Χριστό, πρέπει πρώτα-πρώτα να επιδιώξει την αληθινή γνώση και μάθηση, εξετάζοντας ακατάπαυστα τους λογισμούς του και μεριμνώντας συνεχώς για τη σωτηρία του και ρωτώντας τους δούλους του Θεού, που έχουν το ίδιο φρόνημα και αγωνίζονται τον ίδιο αγώνα μ’ αυτόν, έτσι ώστε να μην αγνοεί πού και πώς βαδίζει και να μην προχωράει μέσα στο σκοτάδι χωρίς λύχνο να του φέγγει.
Γιατί εκείνος που βαδίζει ιδιόρρυθμα, χωρίς καθοδήγηση κάποιου, σκοντάφτει συχνά και πέφτει σε πολλούς λάκκους και παγίδες του πονηρού και πλανιέται πολύ και κοπιάζει πολύ και μπαίνει σε πολλούς κινδύνους και δεν γνωρίζει τι τέλος θα έχει. Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που πέρασαν από πολλούς κόπους και ασκήσεις και κακοπάθειες και που υπέφεραν πολλούς μόχθους για το Θεό, αλλά η ιδιορρυθμία, η αδιακρισία και η έλλειψη πνευματικής βοήθειας από τον πλησίον έκαναν τους τόσους κόπους τους, ανίσχυρους και μάταιους.
Γι’ αυτό, αν είναι δυνατόν, πρέπει κανείς να φροντίζει και να αγωνίζεται να είναι συνεχώς μαζί με ανθρώπους που έχουν πνευματική γνώση, με σκοπό, αν ο ίδιος δεν έχει φωτισμό αληθινής γνώσεως, βαδίζοντας μαζί με εκείνον που έχει, να μην περπατάει στο σκοτάδι, να μην κινδυνεύει από βρόχια και παγίδες και να μην πέφτει πάνω στα νοητά θηρία, που ζουν στο σκοτάδι και που αρπάζουν και αφανίζουν όσους περπατούν μέσα σ’ αυτό χωρίς τον νοητό λύχνο του θείου λόγου.

του αββά Μάρκου,
Μικρός Ευεργετινός

Wednesday, September 5, 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΕΙΚΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Η επιλεγόμενη «ΚΟΥΚΚΟΥΖΕΛΙΣΣΑ»

της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου.

Διήγησις περί της θαυματουργού εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης η «ΚΟΥΚΚΟΥΖΕΛΙΣΣΑ»

Εν τη διηγήσει περί της εικόνος της Κουκουζελίσσης επάναγκές έστιν, όπως γνωρίζει τις και τα περί του ιδίου Κουκουζέλη.

Ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης εγεννήθη κατά τον δωδέκατον αιώνα εν Δυρραχίω παιδίον έτι έμεινεν ορφανός από τον πατέρα αυτού και εισήχθη εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν Σχολήν, όπου διά το λιγηρόν της φωνής, την φυσικήν ωραιότητα και τα άλλα αυτού χαρίσματα, είλκυσε την εύνοιαν και αυτού του αυτοκράτορος (Κομνηνού) και παντός του Παλατίου αυτού μετ’ ολίγον καιρόν υπερέβη εις την σπουδήν άπαντας τους εαυτού συμμαθητάς και επί τέλους εγένετο ο μοναδικός του παλατίου άπαντες ηγάπων αυτόν και εκολάκευον και επεριποιούντο μεγάλως, ένεκα της λιγηράς φωνής και διά το σεμνόν του ύφους αυτού αλλά και μ’ όλα ταύτα τα του κόσμου αγαθά, η καρδία αυτού κατετήκετο υπό μιάς ενδομύχου και ανεκδιηγήτου αδημονίας και αποστροφής από πάντων των ηδέων του ματαίου βίου όθεν ο Ιωάννης έπασχε και ελυπείτο εν μέσω των ζωηρών και ηδειών ελπίδων διά το μέλλον και τόσω μάλλον ελυπείτο, καθ’ όσον δεν ηδύνατο να εύρη άνθρωπον, ίνα φανερώση προς αυτόν την αδημονίαν και λύπην αυτού και όστις να συμμερισθή και συναισθανθή την λύπην του και επομένως να παρηγορήση αυτόν η τοιαύτη δε αυτού λύπη υπερηύξησεν, ότε έμαθεν ότι ο Αυτοκράτωρ επιθυμεί να τον βιάση, ίνα νυμφευθή όθεν ο λογισμός ότι διά τας προσκαίρους ηδονάς του βίου δύναται να χάση την χαράν της βασιλείας των ουρανών, τοσούτον ηνώχλησε τον νέον, ώστε απεφάσισεν αφεύκτως να φύγη εκ της Βασιλευούσης και να κρυβή εν τινι μεμμακρυσμένη ερημία.

Ο δε Παντεπόπτης Θεός, βλέπων το άδολον της γνώμης και του σκοπού αυτού, ηυδόκησε και συνήργησεν εις την εκπλήρωσιν αυτών.


Ότε λοιπόν ο της παρθενίας εραστής ούτος Ιωάννης απηύδησε διατρίβων εν τοις Βασιλείοις και εσκέπτετο περί της εκείθεν αναχωρήσεως, ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εκ του Αγίου Όρους του Άθω ο Ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας διά τινας υποθέσεις της Μονής ο δε Ιωάννης κατ’ ευδοκίαν Θεού είδε τον Γέροντα τούτον, όθεν εσκίρτησεν η καρδία αυτού εκ της χαράς, και ηδέως και προσηνώς ηγάπησεν αυτόν και σχετισθείς μετ’ αυτού, απεκάλυψεν αυτώ τους τε λογισμούς και τους σκοπούς αυτού, ζητήσας αμα και την συμβουλήν αυτού ο δε Γέρων ουχί μόνον επήνεσεν, αλλά και ηυλόγησεν αυτούς όθεν ο Ιωάννης, σχεδόν αμέσως κατόπιν του Γέροντος, ανεχώρησεν εκ της Βασιλευούσης και εν σχήματι ξένου ήλθεν εις το Άγιον Όρος και εις τας πύλας της Μεγίστης Λαύρας.

Ερωτηθείς δε παρά του θυρωρού, τις ήτο και πόθεν ήλθε και τι ήθελεν, ο Ιωάννης απεκρίθη ότι είναι άνθρωπος χωρικός, ποιμήν προβάτων και ότι βούλεται γενέσθαι Μοναχός είσαι νέος, τω υπενθύμισεν ο θυρωρός. «Αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού», τω απεκρίθη ταπεινώς ο Ιωάννης, και τον παρεκάλει θερμώς, ίνα αναγγείλη περί αυτού τω καθηγουμένω ανήγγειλε λοιπόν ο θυρωρός τω τε καθηγουμένω και τοις αδελφοίς περί του ξένου, οίτινες εχάρησαν, διότι είχον ανάγκην ενός τοιούτου ανθρώπου, ίνα ποιμάνη τους τράγους εδέχθη λοιπόν τον Ιωάννην και συνηρίθμησεν αυτόν τη αδελφότητι ο καθηγούμενος, και κουρεύσας αυτόν, διέταξεν ίνα ποιμάνη εις τα όρη τους τράγους της Μονής.

Τούτο το έργον επροξένησεν αυτώ μεγάλην χαράν, και ούτως εδόθη όλως μετά του ποιμνίου εις τας ερήμους του Άθω, όπου ην αυτώ αγαπητή εργασία η θέια θεωρία και η προσευχή.


Εν τούτοις, μαθών ο Αυτοκράτωρ την του ηγαπημένου αυτού μουσικού αναχώρησιν, ελυπήθη μεγάλως και απέστειλεν εις πόλεις και ερημικά μέρη ανθρώπους εις ανεύρεσιν αυτού αλλ’ ο υπό Θεού σκεπόμενος Ιωάννης έμεινε παντελώς άγνωστος, μ’ όλον ότι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι ήλθον και εις το Άγιον Όρος, μάλιστα δε και εις την Λαύραν αυτήν του οσίου Αθανασίου ούτω λοιπόν εν τη ησυχία παρήρχετο ο καιρός του Ιωάννου, όστις και αρρήτως εχαίρετο και ετέρπετο, διά την τοιαύτην αυτού κατάστασιν.

Εν μια δε των ημερών εκάθητο φυλάττων το ποίμνιον αυτού, κατεχόμενος εν βάθει ενθουσιασμού και διαλογισμών, διερχομένου του λογισμού αυτού όλην την έκτασιν του παρελθόντος βίου αυτού η δε καρδία αυτού εσκίρτα υπό του αισθήματος της ευχαριστίας προς τε τον Θεόν και την αυτού Πανάχραντον Μητέρα, διά την υπέρ αυτού αγαθήν πρόνοιαν και νομίζων ότι ουδείς ευρίσκεται εν εκε’ινη τη ερήμω, και ότι ουδείς ακούει αυτού ήρξατο, ως έθος αυτώ, ψάλλειν τους γνωστούς αυτώ θείους ύμνους και η αγγελική φωνή αυτού διά μακρού ήχου διηχείτο και κατέληγεν επί των ερημικών κορυφών του Άθωνος, διά μελωδικών απηχημάτων. Επί πολύ εξηκολούθησε ψάλλων εν κατανύξει και ηδονή πνευματική ο Ιωάννης, ούτε βλέπων, ούτε γνωρίζων, ότι ερημίτης τις ουχί μακράν αυτού κεκρυμμένος εν σπηλαίω τραχυτάτω, εις τόπον απότομον σχεδόν και άβατον, ήκουεν αυτού, αλλά το μέλος της του φαινομένου ποιμένος ψαλμωδίας διήγειρε την καρδίαν του μεγάλου εκείνου ησυχαστού, τοσούτον ώστε εδάκρυσε και επροξένησεν εις την κατανυγείσαν ψυχήν αυτού πνευματικήν τινα χάριν και ευφροσύνην, και έως ότου έψαλλεν ο Ιωάννης, δεν έπαυσε και ο ησυχαστής βλέπων αυτόν και διαπορών, πόθεν εν τη ερήμω τοιαύτη αγγελική φωνή και τοιούτος άριστος μουσικός; Και η απορία του ησυχαστού έφθασεν εις τον ύψιστον βαθμόν, ότε παρετήρησε καλώς ότι και αυτοί οι τράγοι έπαυσαν εσθίοντες εκ του εναρμονίου μέλους της του ποιμαίνοντος αυτούς ψαλμωδίας, ότι και αυτά τα άλογα ζώα περικυκλώσαντα τον εαυτών ποιμένα και περιορίσαντα και την ιδίαν πνοήν, ίσταντο ακίνητα προσηλώσαντα και τους αλόγους οφθαλμούς αυτών, ως κατακυριευθέντα και καταγοητευθέντα υπό της αγγελικής αυτού φωνής όθεν ευθέως απελθών εις την Λαύραν ο ησυχαστής, ανήγγειλε τω καθηγουμένω περί του θαυμασίου ποιμένος και της λιγηράς μελωδίας αυτού προσκαλείται λοιπόν ο Ιωάννης εκ της ερήμου και επετίμησεν ο ηγούμενος, ίνα φανερώση αυτώ τα κατ’ αυτόν, και εφανέρωσε και τοι μη βουλόμενος, ότι αυτός εστίν ο Αυτοκρατορικός ηδύλαλος μουσικός Ιωάννης τότε ο Καθηγούμενος μόλις ηδυνήθη να διακρίνη από τους ήδη εκλείποντας σχεδόν λόγω της εγκρατείας οφθαλμούς και την άλλην προσωπικήν φυσιογνωμίαν αυτού, ότι ούτος αληθώς εστιν εκείνος ο του βασιλέως αγαπητός, μετά του οποίου εσχετίσθη εις Κωνσταντινούπολιν και όστις τότε διήγε ζωήν ευρυχωτάτην και είχεν οφθαλμούς ελκυστικούς και εις τας ροδίνους παρειάς σκιρτώσαν την υγείαν. Παρακαλέσαντος δε πάλιν μετά θερμών δακρών του ταπεινού Ιαάννου, άφησεν αυτόν ο Καθηγούμενος εις την αυτήν ποιμαντικήν εργασίαν της υπακοής αλλ’ ο Καθηγούμενος, φοβούμενος μη μάθη τούτο ο Βασιλεύς, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και παρασταθείς προς τον Βασιλέα : ελέησον, λέγει, τον δούλον σου, Βασιλεύ! Προσπίπτων άμα εις τους πόδας του Βασιλέως αυτού, διά το όνομα του Θεού του θέλοντος πάντας και έκαστον σωθήναι δέομαι και παρακαλώ την Βασιλείαν σου, ίνα ακούση πατρικώς την αίτησίν μου και εκπληρώση αυτήν, και ο Θεός να πληρώση εν αγαθοίς τους πόθους και τα αιτήματά σου! Έκθαμπος δε γενόμενος ο Αυτοκράτωρ εκ της βαθείας ταπεινώσεως και υπακοής του Γέροντος, ήγειρεν αυτόν και προσηνώς ηρώτησεν αυτόν λέγων : «Τι θέλεις Πάτερ, απ’ εμού;». Συγχώρησόν μοι, ώ Βασιλεύ! Εάν εγώ έσωμαι τολμηρός ενώπιον της σης Μεγαλειότητος η αίτησίς μου είναι ουτιδανή ως προς την εκτέλεσιν αυτής, διά σε είναι πολλά ελαφρά, καθότι ουδέν άλλο απαιτεί ή ένα σου λόγον και όμως η εκπλήρωσις αυτής θέλει προξενήσει χαράν και παραμυθίαν εις αυτούς τους Αγγέλους και αγαθόν εις την εμήν Λαύραν «λέγε λοιπόν, προσέθηκεν ευμενώς ο Βασιλεύς, τι θέλεις; Εγώ τα πάντα σοι θέλω εκτελέσει». Ο του Βασιλέως λόγος είναι ιερός, απεκρίθη ταπεινώς ο Ηγούμενος, και ουδέποτε αθετήται! «ναι, Πάτερ, ναι», επεκύρωσεν ο Βασιλεύς, συγκινηθείς εκ της απλότητος του Γέροντος «λέγε λοιπόν, τι θέλεις»; Χάρισον ημίν, λέγει αυτώ ο Καθηγούμενος, ένα των υπηκόων σου ο οποίος ζητεί την αιώνιον σωτηρίαν αυτού και να εύχεται υπέρ του Κράτους σου τούτο μόνον θέλω και ουδέν έτερον ταύτα είπεν ο Καθηγούμενος και εσιώπησε «γενηθήτω το αίτημά σου, απεκρίθη περιχαρώς ο Βασιλεύς, τις δε και πού έστιν ούτος;» παρ’ ημίν, απεκρίθη αγωνιών ο Γέρων, και μάλιστα εν τω αγγελικώ σχήματι, Ιωάννης Κουκκουζέλης : ορμητικώς απεκρίθη ο Βασιλεύς, και με τον λόγον έρευσαν δάκρυα ακουσίως εκ των οφθαλμών αυτού και κατέβησαν επί του βασιλικού αυτού στήθους. Τότε ο Καθηγούμενος διηγήθη λεπτομερώς τα περί του Ιωάννου, ο δε Αυτοκράτωρ μετά προσοχής ηκροάσθη αυτού και επί τέλους ανεβόησε μετά συγκινήσεως : «Λυπούμαι τον μοναδικόν μου ψάλτην! Λυπούμαι τον εμόν Ιωάννην! Αλλ’ αφού εκορεύθη ήδη, υπομονητέον! Η της ψυχής σωτηρία είναι τιμιωτέρα πάντων ας προσεύχεται ήδη και υπέρ της εμής σωτηρίας και υπέρ της εμής Βασιλείας». Ταύτα ακούσας ο Γέρων εδόξασε τον Θεόν, ηυλόγησε τον εαυτού ελεήμονα Βασιλέα και περιχαρής επέστρεψεν εις την Λαύραν. Έκτοτε ο Ιωάννης έμεινεν ήσυχος, ανήγειρε διά τον εαυτόν του μίαν κέλλαν μετά παρεκκλησιδίου επ’ ονόματι των Αρχαγγέλων, και ησυχάζων εν αυτή τας εξ ημέρας της εβδομάδος, κατά τας Κυριακάς και λοιπάς εορτάς ήρχετο εν τω Καθολικώ Ναώ και ιστάμενος εν τω δεξιώ χορώ έψαλλε μετά κατανύξεως συν τοις άλλοις ψάλταις. Εν μια δε των ημερών, ήτις ην το Σάββατον του Ακαθίστου Ύμνου, αφού έψαλε τους ύμνους της εορτής, εκάθισε μετά την αγρυπνίαν εν τω στασιδίω, απέναντι της εικόνος της Θεοτόκου, ενώπιον της οποίας ανεγνώσθησαν και οι οίκοι, ίνα αναπαυθή ολίγον, και ναρκωθείς ελαφρώς ακούει αμέσως σιγανήν τινα φωνήν λέγουσαν : «Χαίροις Ιωάννη! (και με την φωνήν βλέπει έμπροσθέν του την Θεοτόκον ακτινοβολούσαν με Ουράνιον φως). Ψάλλε μοι και εγώ ου σε εγκαταλέιψω». Και με τον λόγον ενεχείρισεν αυτώ εν χρυσούν νόμισμα, και ούτως εγένετο άφαντος αφυπνισθείς δε ο Ιωάννης, όλως σκιρτών εκ της αμέτρου χαράς, βλέπει εν τη δεξιά αυτού νόμισμα, και εκ των οφθαλμών αυτού έρρευσαν δάκρυα χαράς και αγαλλιάσεως, και επομένως ηυχαρίστησε και εδόξασε μεγάλως την Ουράνιαν Άνασσαν, διά την προς αυτόν άρρητον αυτής χάριν ταύτην και ευδοκίαν και έλεος. (Είτα εκρέμασαν το νόμισμα εις την ρηθείσαν Αγίαν εικόνα της Θεοτόκου, υπό της οποίας εγένετο εξαίσια θαύματα, και ουχί μόνον υπό της αγίας εικόνος, αλλά και υπό του νομίσματος). Έκτοτε λοιπόν ο Ιωάννης προθυμότερον εξετάζει το έργον αυτού ψάλλων ευλαβώς και μετά κατανύξεως, τόσον ώστε εκ της πολλής στάσεως, των τε ιδιαιτέρων και των κοινών και φανερών αγρυπνιών, εσάπισαν οι πόδες αυτού, και κατέσθιον αυτούς οι σκώληκες αλλά μετ’ ολίγον εφάνη αυτώ κατ’ όναρ η Θεοτόκος και είπεν: «από του νυν έσω υγιής!» και ευθέως εγένετο υγιής, αφανισθεισών των πληγών και αλγηδόνων αυτού.


Όθεν ο Ιωάννης, ως ευγνώμων, το επίλοιπον της ζωής αυτού διήνυσεν εις μεγάλους και υπέρ φύσιν αγώνας, και τοσούτον εφωτίσθη νοερώς, ώστε ηξιώθη να προίδη την ώραν της τελευτής αυτού αποχαιρετίσας λοιπόν πάντας τους συναχθέντας εν τη κέλλη αυτού και λαβών συγχώρησιν, και διατάξας ίνα το σώμα αυτού ενταφιασθή εν τω παρ’ αυτού ανεγερθέντι Ναώ των Αρχαγγέλων, προσευχόμενος απήλθε προς Κύριον.

Saturday, September 1, 2018

Η Αγάπη δεν διδάσκεται ... ( Γερότνισσα Γαβριηλία )



«Η Αγάπη δεν διδάσκεται. 
Δίδεται άνωθεν όταν την ζητήσουμε με επίγνωση του Εγωϊσμού μας που θέλουμε να συντρίψουμε.
Ποτέ να μην λές «γιατί περνώ αυτό»;
Ή όταν βλέπεις τόν άλλο με τη γάγγραινα, τον καρκίνο ή την τύφλωση, να μην λές «γιατί το περνά αυτό»;
Αλλά να παρακαλείς τον Θεό να σου χαρίσει το όραμα της άλλης όχθης ...;
Τότε θα βλέπεις όπως οι Άγγελοι τα γινόμενα εδώ όπως πραγματικά είναι: ΟΛΑ στο σχέδιο τού Θεού. ΟΛΑ.
Ο πνευματικά προχωρημένος άνθρωπος είναι αυτός που έφτασε να μην έχει «υπόσταση» και που έχει κατανοήσει βαθύτατα ότι ό,τι του συμβαίνει είναι είτε Θέλημα του Θεού, είτε Παραχώρηση του Θεού.
Όποιος ζει στο Παρελθόν, είναι σαν τον πεθαμένο.
 Όποιος ζει στο Μέλλον με την φαντασία του, είναι αφελής, γιατί το Μέλλον είναι μόνον του Θεού. Η Χαρά του Χριστού βρίσκεται μόνο στο Παρόν. Στο Αιώνιο Παρόν του Θεού. 

Δεν πρέπει να παραδοθούμε τυφλά στο Θέλημά Του. Αυτό το κάνουν οι στρατιώτες. Εμείς τα Παιδιά Του, πρέπει να Του το προσφέρουμε το θέλημά μας μαζί με όλον τον εαυτό μας στο χάλι του. Και να Του πούμε: 
«Σου προσφέρω όλα μου τα στραβά και τα ατελή. Κάνε τα ίσια».
Δίνοντας χαρά στους άλλους, εσύ την νοιώθεις πρώτα.
Για να φτάσεις στο δεν υπάρχω, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς κι έτσι ταυτίζεσαι απόλυτα με τόν Άλλο, τον εκάστοτε Άλλο, και τότε στο τέλος της ημέρας αναρωτιέσαι :
Θέλω τίποτε; Όχι. Επιθυμώ τίποτε; Όχι. 
Μου λείπει τίποτε; Όχι ...; Αυτό είναι! ...;
Είσαι ήδη γεμάτος με την γλυκειά παρουσία Του Ιησού ! » 

"Ασκητική της Αγάπης"
Γερότνισσα Γαβριηλία

Wednesday, August 29, 2018

Η ακηδία αχρηστεύει τον άνθρωπο... ( Άγιος Παΐσιος )



- Γέροντα, τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ακηδία και την αθυμία;

- Ακηδία είναι η πνευματική τεμπελιά, ενώ η ραθυμία αναφέρεται και στην ψυχή και στο σώμα. Καλύτερα όμως να λείψουν και τα δύο.


Η ακηδία και η ραθυμία μερικές φορές κολλούν και σε ψυχές που έχουν πολλές προϋποθέσεις για πνευματική ζωή, που έχουν ευαισθησία, φιλότιμο.


Σε έναν αδιάφορο ο πειρασμός δεν κάνει τόσο κακό. Ένας ευαίσθητος όμως άνθρωπος, αν στενοχωρηθή, νιώθει μετά ακηδία. Πρέπει να βρη τί τον στενοχώρησε και να το αντιμετωπίση πνευματικά, για να ξαναβρή το κουράγιο και να πάρη μπρος η μηχανή του. Να προσέχη να μην αφήνη αθεράπευτες πληγές , γιατί μετά κάμπτεται από τα τραύματά του.

Το ψυχικό τσάκισμα, το οποίο στην συνέχεια φέρνει και το σωματικό, τον αχρηστεύει. Ο γιατρός δεν βρίσκει τίποτε, γιατί την βλάβη την έχει προκαλέσει ο πειρασμός. Πόσες ψυχές που έχουν φιλότιμο, ευαισθησία, τις βλέπω αχρηστευμένες!


- Γέροντα, αισθάνομαι εξάντληση και δεν μπορώ να κάνω καθόλου πνευματικά (1). Αυτό προέρχεται από κούραση ή μήπως είναι από ραθυμία;


- «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή» (2), δεν λέει; Δεν είναι κούραση σωματική˙ ψυχικό τσάκισμα είναι. Αυτό είναι χειρότερο από την σωματική κούραση. Με το ψυχικό τσάκισμα ξεβιδώνεται κανείς και γίνεται σαν ένα όχημα που όλα τα εξαρτήματά του είναι καλά, αλλά η μηχανή του είναι διαλυμένη.


- Γέροντα, βλέπω ότι, ενώ πρώτα αγαπούσα τα πνευματικά, τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτε.


- Γιατί δεν μπορείς να κάνης τίποτε; Δεν έχεις δυνάμεις; Εγώ βλέπω ότι έχεις. Δεν θυμάσαι παλιά, όταν χτιζόταν το μοναστήρι και δούλευες όλη μέρα στο γιαπί, πόσα πνευματικά έκανες;


- Μήπως, Γέροντα, φταίει που έδωσα όλον τον εαυτό μου στις δουλειές;


- Πιο πολύ φταίει που άφησες τον εαυτό σου χαλαρό. Κοίταξε να τον σκληραγωγήσης˙ να αγαπήσης την άσκηση. Εγώ, που έχω μισό πνεύμονα, ξέρεις πόσες μετάνοιες κάνω; Δεν μπορώ να σου πω. Μόνο για τα κομποσχοίνια, που κάνω με μικρές μετάνοιες, σου λέω ότι, όταν κουράζεται το ένα χέρι, κάνω τον σταυρό μου με το άλλο.


Αυτά σου τα λέω από αγάπη. Άλλοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις που έχεις εσύ, και ξέρεις πώς αγωνίζονται, πώς παλεύουν; Εσύ για λοκατζής κάνεις! Πώς άφησες έτσι τον εαυτό σου; Εγώ θα προσεύχωμαι για σένα, αλλά, για να βοηθηθής, πρέπει κι εσύ να κάνης μια προσπάθεια.


Κατάλαβες; Στα πνευματικά πρέπει να δώσης όλον τον εαυτό σου, και τότε θα αποδώσης και στην διακονία σου.

- Γέροντα, μερικές φορές, όταν είμαι στο κελλί, με πιάνει ακηδία.

- Στο κελλί σου δεν προσεύχεσαι, δεν μελετάς. Όσο μπορείς, να μην αφήνης να περνάη ο χρόνος χωρίς να κάνης τίποτε. Δεν μπορείς να προσευχηθής; Ας μελετήσης κάτι που σε βοηθάει εκείνη την ώρα. Διαφορετικά ο διάβολος μπορεί να εκμεταλλευθή την άσχημη κατάστασή σου και να σε εξουθενώση.

Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ζ΄ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Friday, August 24, 2018

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για την Υπεραγία Θεοτόκο

Ὁ ἅγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τή μεταστροφή του, ἐπισκέφτηκε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο στά Ἱεροσόλυμα, στό σπίτι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅπου ἐκείνη ἔμενε μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Νά τί γράφει σχετικά μέ τήν ἐπίσκεψη αὐτή σέ μίαν ἐπιστολή του πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο:

Παραθέτουμε στή συνέχεια τη μαρτυρία γιά τη Θεομήτορα ενός συγχρόνου της, τού άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, μορφωμένου και ονομαστού Αθηναίου, πού μεταστράφηκε στή χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ο άγιος Διονύσιος, τρία χρόνια μετά τη μεταστροφή του, επισκέφτηκε τήν Υπεραγία Θεοτόκο στά Ιεροσόλυμα, στό σπίτι του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όπου εκείνη έμενε μετά τήν Ανάληψη του Κυρίου. Να τί γράφει σχετικά με τήν επίσκεψη αυτή σε μιαν επιστολή του πρός τον Απόστολο Παύλο:
«Δεν πίστευα —το ομολογώ ενώπιον του Κυρίου, ω θαυμάσιε οδηγέ και ποιμένα μας— ότι εκτός από τον ύψιστο Θεό ήταν δυνατό να υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο πού να είναι γεμάτο από θεία δύναμη και θεία χάρη. Όμως, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί αυτό πού είδα και κατάλαβα όχι μόνο με τα ψυχικά μου μάτια αλλά και με τα σωματικά Είδα, λοιπόν, με τα μάτια μου τη θεόμορφη και αγιότερη απ’ όλα τα ουράνια πνεύματα Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
 Ήταν ένα δώρο της χάριτος του Θεού, της συγκαταβατικότητας του κορυφαίου αποστόλου (Ιωάννου), καθώς και της απέραντης καλοσύνης, ευσπλαχνίας και ευμένειας της ίδιας της Παρθένου. Ομολογώ ξανά και ξανά μπροστά στον παντοδύναμο Θεό, μπροστά στον πανάγαθο Σωτήρα και μπροστά στην ένδοξη και πάντιμη Μητέρα Του, πώς, όταν με οδήγησε σ’ εκείνην, τη θεόμορφη και παναγία Παρθένο, ο Ιωάννης, η κεφαλή των ευαγγελιστών και των προφητών, πού, ενώ ζει με σάρκα, λάμπει όπως ο ήλιος στον ουρανό, με τύλιξε μια θεία λάμψη, λάμψη ζωηρή και αμείωτη, φωτίζοντάς με όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, καθώς και μια υπερκόσμια, μια υπέροχη ευωδία με συνεχείς εναλλαγές.


Ούτε το πνεύμα μου ούτε το αδύναμο σώμα μου μπορούσαν να βαστάξουν τόσα και τέτοια σημεία, πού συνιστούσαν πρόγευση της αιώνιας μακαριότητας και δόξας. Παρέλυσε η καρδιά μου και σχεδόν έσβησε το πνεύμα μου από τη θεία δόξα και χάρη της. Βεβαιώνω μπροστά στον Θεό πώς, αν δεν είχα φυλάξει στήν καρδιά μου και στον νεοφώτιστο νου μου τις θεόπνευστες διδαχές και υποθήκες Του, θά είχα θεωρήσει τήν Παρθένο θεό και θά τήν είχα προσκυνήσει έτσι όπως προσκυνούμε τον μόνο αληθινό Θεό. 

Γιατί κανένας νους δεν μπορεί να φανταστεί γιά άνθρωπο δοξασμένο από τον Θεό δόξα ανώτερη από τη δόξα εκείνη πού αξιώθηκα εγώ, ο ανάξιος, να δώ, ούτε μακαριότητα μεγαλύτερη από τη μακαριότητα πού αξιώθηκα να γευθώ. Ευχαριστώ τον ύψιστο και πανάγαθο Θεό μου, την Παναγία Παρθένο, τον κορυφαίο Απόστολο Ιωάννη, καθώς κι εσένα, τήν ανώτατη και επισημότατη κεφαλή της Εκκλησίας, πού σπλαχνικά μου φανέρωσε μια τέτοια ευεργεσία» .

Monday, August 20, 2018

Συνάντηση με έναν ταξιτζή…που ήταν ο Άγιος Νεκτάριος!!!



Toυ π. Ιεροθέου Ανδρουτσόπουλου

Κάποιος μου είπε λίγες ημέρες πριν πως πάτερ, έχεις καιρό να γράψεις κάτι.

Και του απάντησα πως συνηθίζω να λερώνω με μελάνι τις λευκές γραμμές του χαρτιού, μόνο όταν κάτι συμβαίνει και μου προξενεί το ενδιαφέρον ή μου προκαλεί την ευαισθησία. Και είναι αλήθεια, πάει καιρός από τότε.

Πάντα όμως εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι έρχεται να σου αναταράξει για λίγο την ησυχία και ίσως και την εφησυχάζουσα συνείδησή σου.

Σκέψεις, λογισμοί, απορίες, αγωνίες όλο αυτό τον καιρό για την νέα αυτή χρονιά, προβληματισμοί του παρόντος, αμφιβολίες για την πορεία του μέλλοντος, την προσωπική ευτυχία και την γενικότερη κατάσταση στον κόσμο, βασανίζουν την καρδιά σου, την σκέψη μου, την ψυχή μας. Γενικότερη η ανησυχία. Μεγάλη η ανεργία. Πλήθυνε λένε η ανομία. Εγκαθίσταται η αναρχία. Στερείται η ελευθερία μας. Χάνεται η γεωγραφική μας κυριαρχία. Τα πάντα αλλάζουν. Και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα, δεν πρόκειται να σωθείς, σου λένε επίμονα ότι ο Θεός πέθανε, ότι δεν υπάρχει ζωή.

« Θεέ μου τι κόσμος! Βοήθησε με να σωθώ. Να μην σέρνομαι στο χώμα. Αναζωπύρωσε μέσα μου την φλόγα της ελπίδος. Μπορείς άλλωστε. Τι είναι για Σένα ένα θαύμα! Συγχώρεσε την παρρησία μου. Σε αισθάνομαι Πατέρα. Θέλω να νιώθω άνετα μαζί σου».

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου. Τις μοιράστηκα μαζί σας. Με βασάνιζαν, δεν σας το κρύβω. Μέχρι που ένας ταξιτζής, άνθρωπος του μεροκάματου, μου έλυσε την απορία. Σου κάνει εντύπωση; Και όμως.

« Πάτερ, μου είπε, άκου αυτό που θα σου πω και πες μου. Σε ένα φίλο, αδελφικό, του διέγνωσαν καρκίνο. Φοβήθηκε. Ταράχτηκε όλη η οικογένειά του. Τον έπιασε τρόμος. Εξετάσεις, αποτελέσματα, επισκέψεις σε γιατρούς, μαγνητικές, αξονικές στο κεφάλι. Τελευταία ελπίδα ,του είπαν, στο εξωτερικό , ένα διαγνωστικό κέντρο στην Γαλλία, για ειδικές εξετάσεις .

Γαλλία, ημέρα Σάββατο , ένα όμορφο πρωινό, στην αναμονή ή στην προσμονή των αποτελεσμάτων , εκεί σε μια στάση, στριμωγμένος με πολύ κόσμο. Ψάχνοντας ταξί. Έπειτα από αρκετή ώρα αναμονής ένα ταξί σταματά εμπρός του και του ανοίγει την πόρτα. «Πηγαίνετε με στο τάδε ξενοδοχείο» , είπε στα γαλλικά, μα κατάλαβε ότι ο ταξιτζής ήταν Έλληνας. «Τι κάνεις στην Γαλλία», τον ρώτησε. «Ήρθα για κάτι εξετάσεις». «Καλά δεν υπάρχουν νοσοκομεία στην Ελλάδα»;.

Ε, για καλύτερα, απάντησε. « Ξέρω ένα καλό νοσοκομείο εκεί στην Αίγινα, πήγαινε εκεί.» Η κούρσα τελείωσε , η απροσδόκητη επαφή με τον ταξιτζή, χάθηκε.

Στην Ελλάδα, λίγες ημέρες μετά, μου συνέχισε την διήγηση ο ταξιτζής που με έφερνε στο μοναστήρι, ο φίλος ρώτησε ποιο νοσοκομείο υπάρχει στην Αίγινα για να πάει. Του απάντησα πως η Αίγινα φημίζεται μόνο για τον Άγιο Νεκτάριο. Δεν έχει νοσοκομείο για ασθενείς με καρκίνο. Πήγε, τελικά, στο Μοναστήρι του Αγίου, και μπαίνοντας μέσα είδε την αγιογραφία με τον Άγιο Νεκτάριο. Λιποθύμησε. Τον ήξερε αυτό τον Άγιο.Ήταν ο ταξιτζής της Γαλλίας!!!»

Και τότε πήρα την απάντηση στα ερωτηματικά που περιέγραψα παραπάνω. Ένας ταξιτζής σε μένα έλυσε την απορία της αγωνίας, κατάλαβα ότι υπάρχει Ζωή και αυτή την ζωή θέλω να ζήσω, και ένας άλλος ταξιτζής (Άγιος Νεκτάριος) στον ασθενή αδελφό έδωσε την υγεία και την λύση στο αδιέξοδο της αρρώστιας.
http://agapienxristou.blogspot.com/2015/02/blog-post_41.html

Friday, August 17, 2018

Καντήλι μπροστά στήν εἰκόνα της Παναγίας μας ἔχετε; ( Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ )

Έλεγε ο Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ: 
«Γνωρίζετε ἐσεῖς ποιά εἶναι ἡ Μητέρα του Κυρίου μας καί πόσο ἀγαπᾶ καί πόση ἡ δύναμίς της καί πόσο τό ἔλεός της; Εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἡ ὁποία ἔχει ἔλεος γιά τούς πτωχούς καί τίς χῆρες καί τούς λοιπούς Χριστιανούς. Πάντοτε προσεύχεται στόν Σωτῆρα Χριστό γιά ὅλους μας».

Σχεδόν σέ κάθε κήρυγμά του ὁ π. Κλεόπας ἐρωτοῦσε τούς Χριστιανούς: 
«῎Εχετε τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας μας στό σπίτι σας; Καντήλι μπροστά στήν εἰκόνα της ἔχετε;».
Κατόπιν τούς συμβούλευε:«Νά πάρετε τήν Προστάτιδα καί Βοηθό μας, τήν Μητέρα μας πού εἶναι στούς οὐρανούς καί στήν γῆ νά τήν βάλετε στά σπίτια σας! Αὐτή εἶναι ἡ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς!

‘Εάν θά πάρετε Αὐτή τήν Προστάτιδα Παναγία στά σπίτια σας καί τῆς διαβάζετε κάθε πρωῒ μέ τό καντήλι της ἀναμμένο τούς Χαιρετισμούς της καί τό βράδυ τήν Παράκλησίν της, θά τήν ἔχετε βοηθό σ’ ὅλη τήν ζωή σας καί τή στιγμή τοῦ θανάτου σας καί τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. . .

Γνωρίζετε πόσο δύναται νά βοηθήση η Θεοτόκος Μητέρα μας μπροστά στόν Θρόνο τῆς Παναγίας Τριάδος; ‘Εάν δέν ὑπῆρχε Αὐτή, πιστεύω ὅτι αὐτός ὁ κόσμος θά ἐχάνετο ἀπό πολύ παλαιότερα! 
Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ

Tuesday, August 14, 2018

Τι είναι η Θεοτόκος στην ζωή των μοναχών ( Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης )


Η Θεοτόκος, έχοντας παρρησία ενώπιον του Θεού ως μητέρα του, είναι η μοναδική που μπορεί να χαρίση στον μοναχό την μετά παρρησίας κοινωνία με τον Θεόν. Αυτή διά μέσου αγίων, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και άλλοι, ανάγει το πνεύμα του μοναχού στον ουρανό, διανοίγει την καρδιά του και τον καθιστά ικανό να χωρή τον Θεόν. Αυτή τον φωτίζει, αυτή του μαθαίνει και του εμπνέει την ευχή και τον πληροφορεί για τον Υιόν της και Θεόν της. Ο μοναχός διά της Θεοτόκου γίνεται πρόσλημμα του Χριστού.



Αυτό συνέβη κατ’ αρχάς στην Θεοτόκο. Όταν ο Μωυσής είδε την φλεγομένη και μη καιομένη βάτο, τον τύπο της Θεοτόκου και της σαρκώσεως του Κυρίου, δεν ήταν δυνατόν να κατανοήση ότι εκεί ήταν ο Θεός. Γι' αυτό ο Θεός τού είπε: Βγάλε το υπόδημά σου, «ὁ τόπος οὗτος γῆ ἁγία ἐστί». Ο Μωυσής έπρεπε να μυηθή στα μυστήρια της καινής βασιλείας, για να καταλάβη τι συνέβαινε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, κατά την μεταμόρφωσι του Κυρίου.


Εν συνεχεία, στην έρημο, ο Θεός κρυβόταν από τον λαό του Ισραήλ, πότε με την μορφή του πύρινου στύλου και πότε με την μορφή της φωτεινής ή γνοφώδους νεφέλης. Στις δύσκολες στιγμές τους οι άνθρωποι τα βάζουν συνήθως με εκείνον που αγαπούν, στις στιγμές δε του εγωισμού τους ή των πεποιθήσεών τους ή των επιθυμιών τους τα βάζουν με τον Θεόν. Αν ο Θεός δεν κρυβόταν, θα ήμασταν πρόθυμοι να τον διώκωμε και να τον οδηγούμε πότε στο πτερύγιο του ναού και πότε στην άκρη του βράχου, για να τον φονεύσωμε. Αν δεν κρυβόταν, κάθε φορά θα χρειαζόταν να διαφεύγη της προσοχής μας και των οφθαλμών μας, για να διασώζη τον εαυτό του.


Ιδιαίτερα όμως ο Θεός έπρεπε να κρύβεται από την μανία των ανθρώπων, όταν προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι και την εθέωσε. Η ευεργεσία που έκανε στο ανθρώπινο γένος με την ενσάρκωσί του ήταν υψίστη, αλλά όλοι εκείνοι που ένοιωθαν ότι η θεότητά τους -η υψουμένη με λογισμούς και επιθυμίες- ήθελε να διεκδικήση τα δικαιώματά της, ήταν φυσικό να στραφούν εναντίον τού κατελθόντος Θεού, ο οποίος ύψωσε και υπερύψωσε το ανθρώπινο γένος τόσο, ώστε να δημιουργήση την απορία των αγγέλων.


Κατά την ανάληψι του Κυρίου, όταν ο Κύριος επανήλθε στην αρχική του θέσι -που οπωσδήποτε ουδέποτε την είχε εγκαταλείψει, μόνον οικονομικώς είχε κατέλθει στην γη—, οι άγγελοι αναγκάσθηκαν να πληροφορήσουν τα ανώτερα τάγματα ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», για να περισώσουν τον Χριστόν από την έκπληξί τους.


Η επί γης ζωή του Κυρίου ήταν το δυσκολώτερο χρονικό διάστημα του αχρόνου Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Κύριος έπρεπε να κρυφθή, για να μην αχρηστευθή το έργο του. Κρύφθηκε μέσα στα σπλάγχνα της Θεοτόκου, και έτσι η Θεοτόκος έγινε νεφέλη, γνόφος, βάτος, κατοικητήριο του συγκαταβάντος Θεού. Το ουσιαστικό «συγκατάβασις», κατά την θεολογική του έννοια, σημαίνει κρύψιμο του Θεού, για να μπορή ανενόχλητα να ενεργή και να αγιάζη τον άνθρωπο, ώστε να μην προκαλή την αντίδρασι του ανθρωπίνου εγώ. Δεν υπάρχει ισχυρότερο εμπόδιο στο έργο του Κυρίου και στην οικονομία του, από το ανθρώπινο εγώ. Είναι το μόνο που αντιστέκεται. Μία φορά αντιστάθηκε ο ασώματος άγγελος και όλο το τάγμα του έπεσε. Οι άνθρωποι συνεχώς επιπίπτουν εναντίον του Θεού. Με την λέξι λοιπόν συγκατάβασις, εννοούμε ότι ο Χριστός διαλέγει κάποιον οίκο, για να κρύψη την θεότητά του, και από εκεί στέλνει κάπου κάπου μία ακτίνα της θεότητός του, για να μη λησμονή το ανθρώπινο γένος ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», ο αληθινός Θεός. Ἔτσι, οι καρδιές που τον ποθούν και τον αναζητούν, μπορούν να τον αναγνωρίζουν και να του αφιερώνωνται.


Τέτοια συγκατάβασις ήταν η σάρκωσις του Κυρίου, και τέτοιο όργανο της συγκαταβάσεώς του, τέτοιο κατοικητήριο έγινε η Θεοτόκος. Αυτή η αμώμητος δέχθηκε τον μώμο των ανθρώπων, τις συνέπειες του ανθρωπίνου εγωισμού, την φυγή στην Αίγυπτο, τον κατατρεγμό εκείνων που την θεωρούσαν κοινή γυναίκα, και όλες τις ρομφαίες μέχρι την υστάτη, της σταυρώσεως του Υιού της. Δέχθηκε ακόμη και την τελευταία συγκατάβασι του Κυρίου, το ότι ουδαμού σχεδόν αναφέρεται το όνομά της.


Βεβαίως, διεισδύοντας στα μυστήρια, διαπιστώνομε ότι υποφώσκει και κατανοείται ο σεβασμός του Υιού και Λόγου προς την Μητέρα του, αλλά κατά το ανθρώπινο φαινόταν η διαφοροπoίησίς του προς αυτήν. «Τί ἐμοί καί σοί, γύναι;», της είχε πει στον γάμο της Κανά. Σαν να της έλεγε, «κάθισε στ’ αὐγά σου». Ἔτσι, κρατούσε τον εαυτό του σε έναν κρυψώνα και σε ουδέτερη θέσι απέναντί της, ακόμη και μετά την ανάστασι, ώστε τις πληροφορίες που λείπουν να τις αναπληρώνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτοί μας λέγουν ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία και ότι η Παναγία ήταν η πρώτη ανάμεσα στους αποστόλους και τους υπολοίπους πιστούς κατά την Ανάληψι και την Πεντηκοστή. Κρυβόταν ακόμη και ο οίκος του Κυρίου, όχι μόνον ο Κύριος εν τω οίκω. Σκεφθήτε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάση η μανία της ανθρώπινης ψυχής· τολμά να τα βάζη με τον σωτήρα και λυτρωτή της!


Η Θεοτόκος έκρυψε και κρύβει μέσα της τον συγκαταβάντα Θεόν, γίνεται το όργανο που μας ανοίγει «οπές», διά των οποίων εισέρχεται το άκτιστο φως στην καρδιά μας και στον νου μας. Έτσι, μας χαρίζει ουράνια δωρήματα και βιώματα και μας κάνει μετάρσιους, ώστε να έχωμε την δύναμι να πορευώμεθα στην ζωή. Στο έργο της όμως συναντά την ανθρώπινη βούλησι, καρδιά και αίσθησι, τον ατελή και επισφαλή ανθρώπινο παράγοντα. Σήμερα ίσταμαι και αύριο πίπτω· σήμερα συγκλονίζομαι από έναν θάνατο και λέγω θα μετανοήσω, και μετά από δύο ημέρες δεν θυμάμαι τίποτε και συνεχίζω τα ίδια. Σήμερα τα μάτια μου δακρύζουν μπροστά στον Χριστόν, ο οποίος σταυρούται ή ανίσταται ή αναλαμβάνεται ή αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον, μεθαύριο όμως, μόλις χρειασθή να έλθωμε εγώ και Εκείνος σε αντίθεσι, ευθύς αμέσως υψώνω το δικό μου ανάστημα. Εμείς οι άνθρωποι αυτό κάνομε ημέρα και νύκτα. Τι κάνομε όταν φιλονικούμε; Τι κάνομε όταν ραθυμούμε; Τι κάνομε όταν την νύκτα δεν αγρυπνούμε; Υψώνομε τον εαυτό μας μειώνοντας το ύψος του Κυρίου και Θεού μας.


Παρ’ όλα αυτά, η Παναγία καταφέρνει να χαρίζη φως στις ψυχές μας και βαθύτατα βιώματα στο σώμα της Εκκλησίας. Διά της αγάπης του Υιού της καθαγιάζει προφήτες και ασκητές στην καθημερινή ζωή, και γενικώς καθιστά όλη την Εκκλησία ένα πλήρωμα. Οι άγιοί της, η ιστορία της, ο μοναχισμός της, οι δογματικοί αγώνες της, τα σπήλαιά της, τα πάντα είναι γεμάτα από τέτοια βιώματα, από καθόδους του Θεού στην ανθρώπινη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό και αυτή η ανθρώπινη συσκηνία γίνεται τόπος συγκαταβάσεως, κρυψώνας του Κυρίου.


Αλλά και το μαφόριο της Παναγίας μας, ο μανδύας της, έκρυβε την θεότητα, την οποία προηγουμένως είχε κρύψει στα σπλάγχνα της, και τώρα κρύβεται μέσα στα δικά μας ιμάτια. Γι' αυτό ο κάθε μοναχός έχει άμεση σχέσι με την Παναγία, είναι ένα αποδεικτικό της θεότητος, ότι «ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ ἁγίων», ο Θεός ίσταται όπου ιστάμεθα όλοι εμείς.
Οι μοναχοί, όταν ψάλλουν το «Ἄξιόν ἐστι», έχουν την αίσθησι ότι μοιάζουν με τους αγγέλους, τους παρεστώτας ενώπιον του ουρανίου θρόνου. Στέκονται δε ακίνητοι και ασκεπείς, για να αποδώσουν την οφειλόμενη τιμή στην Παναγία, η οποία, και όταν ομιλή και όταν σιωπά, και όταν κυοφορή και όταν τίκτη, και όταν περιπατή στον Άθωνα ή μεταβιβάζη στον ουρανό τα αιτήματά μας, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μας ανεβάζει και μάς κατεβάζει τον Θεόν· καταφέρνει να τον κάνη μόνιμο κάτοικο των καρδιών μας.


Η Θεοτόκος μας, η Μητέρα μας, είναι το προσφιλέστερο πρόσωπο όλων των Αγιορειτών, θα έλεγα και όλων των μοναχών. Χωρίς αυτήν ο μοναχός δεν είναι δυνατόν να κάνη έστω και ένα βήμα στην πνευματική ζωή του· δεν μπορεί να ψελλίζη το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» ούτε να μάθη την σημασία του. Με την βοήθεια της Παναγίας όλα αυτά γίνονται αληθινά βιώματα του κάθε ανθρώπου, προ πάντων όμως της Εκκλησίας, η οποία είναι πιο αυθεντική, ασφαλής και αληθής από εμάς.


Κάποιος μοναχός συνεχώς προσπαθούσε να κάνη περιεχόμενο του νου και της καρδιάς του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ἐλέησόν με τον αμαρτωλόν». Επειδή δεν το πετύχαινε, παρεκάλεσε την Θεοτόκο να εγκαταστήση τον Κύριον μέσα στην καρδιά του δι’ αυτών των λέξεων. Εν τω μεταξύ, ο Γέροντάς του δεν του επέτρεπε να λογίζεται τα νοήματα της κάθε λέξεως, αλλά μόνον να παρακολουθή τις λέξεις, διότι, πολλές φορές, όταν ασχολούμαστε με τα νοήματα των λέξεων, συμβαίνει να περιπίπτωμε σε αγωνία, σε περισπασμό της διανοίας, σε καθυστέρησι ή σε συναισθηματικές καταστάσεις· άλλοτε συγχέομε τα ανθρώπινα αισθήματα και βιώματά μας με τα θεϊκά δωρήματα. Για να τον απαλλάξη ο Γέροντάς του από τέτοια περιπέτεια, του είχε επιβάλει να παρακολουθή μόνον τις λέξεις.


Βεβαίως, εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη την σημασία των λόγων τού Γέροντός του, αλλά έκανε υπακοή. Μία νύκτα, όπως ήταν τόσο πολύ επηρεασμένος από το δίλημμα αυτό, θυμήθηκε την Θεοτόκο και της λέγει: Υπεραγία μου Θεοτόκε, ο Γέροντάς μου μου λέγει να παρακολουθώ μόνον τις λέξεις της ευχής. Η καρδιά μου όμως δεν μπορεί να το καταλάβη αυτό. Σε αφήνω εσένα να με βοηθήσης, και εγώ θα λέγω μόνον τις λέξεις, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».


Συνέχισε την ευχή, καθισμένος στο σκαμνάκι του ταπεινά και υποτακτικά, με ψυχρότητα στην καρδιά του, κάπως κουρασμένος και λίγο απογοητευμένος διότι, του καιρού παρερχομένου και απερχομένου, εκείνος δεν μπορούσε να έχη την πρόοδο που ήθελε. Ενώ όμως καθόταν, αιφνιδίως αντιλήφθηκε ότι τα χείλη του δεν ψέλλιζαν τίποτε, μόνον η καρδιά του έλεγε διαρκώς την γνωστή λειτουργική μας φράσι, «ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς». Καί αυτό το κατάλαβε από τα μουσκεμένα του μάτια και από την συντετριμμένη του καρδιά. Δεν ήξευρε αν κοιμόταν ή αν είχε ξυπνήσει, ήξευρε μόνον ότι είχε συλλάβει τον χώρο όπου συγκαταβαίνει ο Θεός, ότι ο Θεός είναι οικτιρμοί και έλεος. Ο Θεός, ο απρόσιτος μέχρι την ώρα εκείνη, ο Θεός ο ακατανόητος, ο υπερβατικός, ο αναφής έγινε προσιτός μέσα στην καρδιά του ως έλεος και οικτιρμοί.


Το έλεος μοιάζει με θάλασσα, στην οποία πέφτει κανείς και νοιώθει την άπλα της. Μόλις χαλαρώση τον εαυτό του και τον παραδώση στα κύματά της, αμέσως βλέπει ότι δεν βουλιάζει· αντίθετα επιπλέει. Οι οικτιρμοί δηλώνουν ότι αυτή η θάλασσα δεν είναι απλώς κάτι στο οποίο παραδίδεσαι, αλλά και κάτι που σου προσφέρεται· διότι οικτιρμοί είναι οι κινήσεις της θεότητος προς εμάς, είναι η έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, οι θείες του ενέργειες, οι οποίες, εισχωρώντας στην καρδιά μας και στην ζωή μας, γίνονται ένα μαζί μας. Δηλαδή το κτιστό, που περιφέρομε στην σάρκα μας και στην ψυχή μας, ενώνεται με το άκτιστο και θεούται.


Ο προσευχόμενος λοιπόν μοναχός μπήκε μέσα στην θάλασσα, είδε πόσο μεγάλο είναι το έλεος του Θεού, κατάλαβε ότι οι οικτιρμοί του είναι μία αδιάλειπτος φωτοβολία, μία αδιάλειπτος μετάδοσις θεότητος, ενώθηκε με τον Θεόν εκείνη την ημέρα. Έκτοτε ουδέποτε, και αν ακόμη ήθελε, δεν κατόρθωσε να αντιστρατευθή στο θέλημά του. Η Θεοτόκος τού χάρισε αυτό το μεγάλο δώρο· το ίδιο θα κάνη και σε μας.


Πολλές φορές οι άνθρωποι λέμε ότι δώσαμε ό,τι μπορούσαμε στον Θεόν. Αλλά, ό,τι και αν δώσαμε, είναι ένα μηδέν, διότι τι έχομε που δεν το λάβαμε από τον Θεόν; Κανείς μας δεν έδωσε κάτι στον Θεόν, παρά μόνον ό,τι μας έχει χαρίσει Εκείνος. Επομένως, ό,τι του δίνομε του ανήκει. Ό,τι μας μεταδίδει διά των οικτιρμών του, διά των ενεργειών του, αυτό γίνεται δικό μας κτήμα. Ο Θεός δεν αναιρεί τον λόγο του, παραμένει πιστός. Μας χαρίζει αμεταμελήτως τα χαρίσματά του και τα κάνει κτήμα μας, χρήσι μας, νομή μας.


Ας ευχαριστήσωμε την Υπεραγία Θεοτόκο για όλες τις δωρεές της.

Saturday, August 11, 2018

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..



Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.



- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ.ΑΗΔΟΝΙ

Thursday, August 9, 2018

Οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι βλέπουν τους ἑαυτούς τους ὡς ἁμαρτωλούς, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί βλέπουν τούς ἑαυτούς τους ὡς δικαίους.

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς 1896 - 1966 καί ο Άγιος Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς Ἀσκητής καί Ὁμολογητής 1903 - 1985

«Οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι βλέπουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἁμαρτωλούς, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ βλέπουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δικαίους.
Στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀφώτιστου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται γιὰ τὴν διόρθωσή του, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται πῶς θὰ λογοδοτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅλα συγχωνεύονται καὶ ὁ ἴδιος δὲν δύναται νὰ κάνη κάτι ἐπαὐτοῦ· μόνον ὁ Παντεπόπτης Θεὸς βλέπει τὴν οἰκτρὰ κατάσταση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου.
Ἕνας ασκητὴς θρηνοῦσε συνεχῶς· ὁ υποτακτικός του τὸν ἐρώτησε:
«Πάτερ, γιὰ ποιὸ λόγο θρηνεῖς;».
«Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, τέκνον μου», ἀπήντησε.
«Ὅμως, τί ἁμαρτίες ἔχεις; Καὶ γιατί θρηνεῖς γι αὐτὲς τόσο πολύ;».
«Τέκνον μου», ἀπήντησε ὁ Ἀσκητής, «ἄν ἔβλεπα τὶς ἁμαρτίες μου ὅπως εἶναι, σὲ ὅλη τους τὴν ἀσχήμια, θὰ σοῦ ζητοῦσα νὰ θρηνῆς καὶ σὺ γι αὐτὲς μαζί μου»!
Ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἐξαιρετικοὶ ἄνθρωποι ὁμιλοῦσαν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους!''

Άγιος Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς Ἀσκητής καί Ὁμολογητής.

Monday, August 6, 2018

Πρέπει να μονάσω ή όχι; ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )

Επιστολή στην κοπέλα που δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να παντρευτεί ή να πάει στο μοναστήρι

“Εφόσον αμφιταλαντεύεσαι, κόρη, να ξέρεις ότι είσαι περισσότερο για γάμο παρά για μοναστήρι. Για μοναχικό βίο είναι εκείνοι στους οποίους δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο άγιος Σάββας δεν δίσταζε, ούτε η αγία Θεοδώρα, ούτε η αγία Ξένια, ούτε η Ευφημία, ούτε τόσες πολλές άλλες, οι οποίες υπήρξαν πραγματικές καλλιτέχνιδες του μοναχικού βίου.
Επειδή ” ού πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον, αλλ΄οις δέδοται. ”
Εσύ λές πως συχνά τα βράδια κάθεσαι μαζί με τη μητέρα σου δίπλα στη φωτιά, και απαριθμείτε λόγους υπέρ και λόγους κατά. Ενώ εγω σου λέω: όσοι λόγοι και να είναι, και πάλι δεν θα αποφασίσουν οι λόγοι σε ποια πλευρά θα γύρεις αλλά η έλξη.
Η αγάπη στέκει πάνω από όλους τους λόγους.
Και εάν δεν σε οδηγήσει η αγάπη προς τον Χριστό στη μοναχική ησυχία του μοναστηριού, τότε η αγάπη για τον κόσμο θα σε κρατήσει στον κόσμο και θα σε καθοδηγήσει στο γάμο. Όμως και σ΄αυτή την δεύτερη περίπτωση εσύ μπορείς να είσαι ευλογημένη με την ευλογία της Σάρας και της Ραχήλ, μα και της ίδιας της μητέρας σου.
Η μεγάλη αγάπη προς τον Θεό δεν αντέχει τον κόσμο, δεν αγαπά συντροφιές, ζητά την μοναξιά.
Τούτη η αγάπη κίνησε χιλιάδες ψυχές, ώστε να απομακρυνθούν από τον πλατύ δρόμο του κόσμου στις βουβές ερημιές. Ώστε να συναντηθούν μόνες με τον αγαπητό Κύριο. Ώστε να έχουν μυστική συνάντηση με τον Δημιουργό τους, ο Οποίος είναι όλος αγάπη και κατ΄ όνομα και κατ΄ ουσία. Όμως πριν απ΄όλα, για να αξιωθούν αυτού του οράματος και τούτης της συνάντησης. Οι μοναχοί και οι μοναχές επωμίζονται και την νηστεία και τον κόπο, και την ταπείνωση και την αγρυπνία, και την φτώχεια και την υπακοή και όλες τις άλλες ασκήσεις μόνο και μόνο για να αξιωθούν αυτής της πνευματικής συνάντησης με τον Κύριο τους.
Και σ΄αυτό τον στενό δρόμο η ψυχή αξιώνεται αυτής της συνάντησης όταν απελευθερωθεί, καθαριστεί και στολιστεί. Από τί έχει απελευθερωθεί η ψυχή των απομονωμένων; Από όλους τους γήινους δεσμούς και την μεροληψία. Από τί να καθαριστεί; Από κάθε σωματική και γήινη αγάπη, από την αγάπη για το σώμα, για τους συγγενείς και τους φίλους, για το χωριό τους ή την πόλη, για την περιουσία, τα ενδύματα, τα φαγητά, τα κοσμήματα κλπ.
Με τί η ψυχή να στολιστεί; Μόνο με την αγάπη προς τον Χριστό, η οποία περιέχει μέσα της όλα τα άλλα στολίδια, όλο το μαργαριτάρι της πίστης, όλο τον άργυρο της ελπίδας και όλα τα πολύτιμα πετράδια όλων των άλλων αρετών.
Το σώμα που νηστεύει εξυπηρετεί τον μοναχό μόνο ως καθαρισμένο και ελαφρύ σκέπασμα τούτου του απέραντου ουράνιου πλούτου.
Έτσι σου γράφω όχι για να σε προσελκύσω στην μοναχική ζωή αλλά περισσότερο να σε αποτρέψω απ΄αυτήν. Επειδή εάν με ταλαντευμένο πνεύμα απομακρυνθείς από τον κόσμο, η λαχτάρα για τον κόσμο θα δυναμώσει μέσα σου και φοβάμαι θα σε καταβάλει. Και θα είσαι με το σώμα στο μοναστήρι και με την ψυχή στον κόσμο. Και ο κόσμος περισσότερο βασανίζει στον καθρέφτη της ψυχής παρά στην πραγματικότητα.
Να ευχαριστείς τον Θεό που εκτός από τον στενό δρόμο των μοναχών έδειξε και ένα λίγο πλατύτερο δρόμο προς την σωτηρία και την αιώνια ζωή. Ξεκίνα κόρη αυτόν τον πλατύτερο δρόμο, που αρμόζει περισσότερο στην κλίση σου. Ξεκίνα αυτόν τον δρόμο αλλά και πάλι με φόβο Θεού και εξ ολοκλήρου με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αφού να ξέρεις και αυτός ο ευκολότερος δρόμος, δίχως Θεό δεν αντέχεται.
Η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου.
Βιβλίο: Δρόμος δίχως θεό δεν αντέχεται…

  Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

diakonima.gr