Το αληθινό γεγονός πού καταγράφουμε έγινε γύρω στο 1940, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθάνατους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μια ενάρετη χήρα, πού μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα τα χρόνια, οκτώ παιδιά!!! Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάι ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους, (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε: -Δεν είμαι εγώ για θάνατο! Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει. Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος: -Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσομε μετά; -Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα! Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους ή αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πού συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιος θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας! Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν ή Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα του πυρετού από το μέτωπο της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και-ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν «μπρούμυτα» και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο πού είχε μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις! και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη. Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό. Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε ...και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου ... Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος! γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκονταν εκατοντάδες δαίμονες, οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι ... Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ' αυτά τρυπούσαν οι δαίμονες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος. Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε ... O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να «ετοιμαστεί» για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Οι πειρασμοί δεν νυστάζουν, ούτε κουράζονται! Αν και πάντα είναι ωφέλιμοι, στη φύση τους όμως είναι βαρείς και κοπιαστικοί. Μόνον όταν ανοίξουν τα μάτια της ψυχής με τη φιλοπονία και το ταπεινό φρόνημα, γίνονται κατά κάποιο τρόπο, υποφερτοί, ακόμα και επιθυμητοί.
Ήρθε από το Άγιον Όρος ο άντρας μου: Με τα κομποσχοίνια του, τα βιβλία, τα λιβάνια, τις εικονίτσες και τον αέρα της αγιοσύνης που φυσάει εκεί πάνω, θες από τις μνήμες του Παύλου Μελά, θες από τα παλέματα των καλογήρων, από τους κρυμμένους ασκητές, από το φανερό φως της Παρθένου, από τις βυζαντινές ψαλμωδιές, από τα αλάδωτα των νηστειών, από τα χρόνια της μονολόγιστης ευχής που έσκαψε υπομονές στους απαράκλητους τόπους και φύτεψε άνθη στα περάσματα από μοναστήρι σε σκήτη, από το συνωστισμό των προσευχών -όσο πυκνώνουν τα σύννεφα στον χειμώνα της πατρίδας-.
Δεν ρώτησα πολλά, είπε λιγότερα.
Όλα παίχτηκαν στο ατμοσφαιρικό επίπεδο και στην ήρεμη αδιαφορία για τα δελτία ειδήσεων. Κλείσαμε την τηλεόραση των ψεμμάτων, δεν μιλήσαμε για την χάλια κατάσταση, δεν συνομολογήσαμε ικεσία αλλά ήταν η φυσική εξέλιξη, όσο το σπίτι μας μυρίζει ακόμη τα θυμιάματα των ρούχων, που φορούσε στις αθωνικές αγρυπνίες.
Άφησα μια λάμπα αναμμένη στο σαλόνι, τη νύχτα -μην μπερδευτούν τα ράσα των μοναχών στα έπιπλα και μας ξυπνήσουν ή τους εμποδίσουμε στις ιεροπραξίες της ευλογίας του κόσμου- και κοιμήθηκα δίχως ανησυχία....
Κάποιοι θαρθούν σπίτι μας απόψε. Κάποιοι έρχονται κάθε βράδυ.
Στο απαλό φως του πορτατίφ, μου χαμογελούσαν οι φίλοι του Κυρίου μου, του Κυρίου της πατρίδας μου -εικονάκια αγίων στο κομοδίνο-.
"Μιλήστε Του", είπα και δεν έχασαν το χαμόγελό τους....
Κύριε των Δυνάμεων, μεθ' ημών γενού....Εμείς φύγαμε και Συ έρχεσαι ξοπίσω μας, ανήσυχος μην χαθούμε μακριά Σου.....
Κύριε είμαστε σε καιρό θλίψης και άλλον βοηθό δεν έχει η πατρίδα μας.
Εσένα μόνο. Μην μας αφήσεις, Εσύ που νοιάζεσαι να φυτρώσουν στην ώρα τους -στις πλαγιές του Άθωνα- τα άγρια χόρτα που τρέφουν τους ερημίτες, Εσύ που είπες "ελάτε να σας ξεκουράσω".
Κουραστήκαμε στην αποστασία Κύριε, κουραστήκαμε με τους άρχοντες τους υιούς των ανθρώπων, κουραστήκαμε να βλέπουμε ιστούς χωρίς σημαίες και πατρίδα δίχως Θεό.
Ενας ασκητής στον κόσμο και ο οποίος κάνει ορθόδοξη ιεραποστολή είδε τον Κύριο σε όραμα και του έδειξε όσα γίνονται στην Ελλάδα σχετικά με την έλλειψη πίστης και μετάνοιας.Ερχονται δύσκολα χρόνια και αν δεν είστε προετοιμασμένοι θα πλανάσθε του είπε....
Ένας Ιερεύς πήγαινε να κοινωνήσει έναν ασθενή στην οικία του, και καθ΄ όδόν τον είδε μια πόρνη να βαδίζει με ευλάβεια, κατανύχθηκε, και με δάκρυα στα μάτια έπεσε στα πόδια του κατά γης μέσα στη λάσπη, διότι έβρεχε, λέγοντας τα ακόλουθα λόγια:
«Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, πραγματικά ελεήμονα Θεέ, που γεννήθηκες εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, και έπαθες για την σωτηρία μας, σώσε κι εμένα την αμαρτωλή και παμβέβηλο, και μη μνησθείς πανοικτίρμων τις ασωτίες μου, αλλά συγχώρεσέ με με τις πρεσβείες της ασπόρως τεκούσης σε».
Προφέροντας τα λόγια αυτά με θερμά δάκρυα μετάνοιας, άκουσε μια φωνή από το ιερό Ποτήριο η οποία της είπε: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι».
Έτσι, η πόρνη και άσωτη γυναίκα, πληροφορούμενη τη σωτηρία της, μίσησε την αμαρτία, έκανε μεγάλο αγώνα και σώθηκε με τη Χάρη του Θεού.
ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΕΝ ΒΕΝΕΤΙΑ 1851, σ. 202.
Κάποτε ζούσε ένας κληρικός ευλαβέστατος προς την Αειπάρθενο Θεοτόκο ,προσευχόταν δε σε αυτή πολλές φορές .Μάλιστα δε διάβαζε κάθε μέρα με πολύ κατάνυξη και ευλάβεια τους 24 Οίκους του Ακαθίστου.΄Ομως παρασύρθηκε στην πορνεία.Και μιά μέρα καθώς επέστρεφε στο σπίτι του,γυρίζοντας από το πορνείο,περνώντας από ένα γεφύρι ,εδιάβαζε προσευχές πρός την Παναγία .Κάποια στιγμή σκόνταψε και με την συνέργεια του διαβόλου έπεσε και έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε.
Αμέσως άρπαξαν την ψυχή οι δαίμονες για να την πάνε στήν γέενα.Αλλά η πρέσβειρα των Κεκοιμημένων πολυεύσπλαχνος Δέσποινα ,αμέσως βρέθηκε εκεί και τούς προστάζει να πάνε την ψυχή στον Δίκαιο Κριτή για να αποφασίσει Εκείνος.Την πήγαν και έδειξαν οι δεινοί φορολόγοι όλες τις αμαρτίες του και ιδιαίτερα την τελευταία της πορνείας, για την οποία έλεγαν στον Κριτή ,ότι ως δίκαιος δεν πρέπει να κάνει έλεος σε αυτή την ψυχή ,αλλά να τούς την δώσει ,επειδή απέθανε σε ανομία θανάσιμη.
Από το άλλο μέρος ,ο κοινός προστάτης και βοηθός των αμαρτωλών ,η Πολυεύσπλαγχνος Δέσποινα είπετα εξής.
¨”Είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή -Όπου ευρώ σε ,εκεί και κρινώ σε.Τήν ώρα που ετελευτησεν ο ιερεάς ,διάβαζε την ακολουθία του και προσευχόταν πρός εμένα,λέγοντας τον ασπασμόν του Αγγέλου ,όπως συνήθιζε πάντοτε ,ως δούλος μου ευλαβής.Επομένως δεν έχετε δικαώμα σε αυτή την ψυχή γιατί ειναι δική μου”
Τότε πρόσταξε ο Κριτής ένα Άγγελο να φέρει την γλώσσα του κληρικού εκεί μπροστά. Ο Άγγελος αμέσως πήγε στο ποτάμι έβγαλε την γλώσσα του πεθαμένου κληρικού και την φέρνει στο Κριτήριο.Πάνω σε αυτή ήταν γραμμένα τα εξής.”Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία”
Είπε στην συνέχεια ο Κύριος στην ψυχή.<Επέστρεψε στο σώμα και κάνε μεγάλη μετάνοια διότι δεν έχει καμμία εξουσία σε σένα ο Διάβολος ,εξ αιτίας της ευλάβειας που έχεις πρός την Μητέρα μου.Διότι αυτή είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και πρέπει να την σέβεσθε ,όσο μπορείτε.Κήρυξε στους ανθρώπους την πολύ μεγάλη πρός εμένα παρρησία αλλά και την δύναμη και νίκη κατά των δαιμόνων .
Έτσι λυτρώθηκε ο κληρικός δύο θανάτων.Ο Αγγελος έβαλε την την ψυχή στο σώμα και το έβγαλε από τον βυθό και αναχώρησε για τον ουρανό.Ο δε κληρικός αναστήθηκε και στην συνέχεια απαρνήθηκε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός ,ώστε να βιώσει την μεγάλη μετάνοια που του είπε ο Δίκαιος Κριτής Χριστός.
Στο Πεντηκοστάριο, τη Παρασκευή της διακαινησίμου, δια-βάζουμε ότι ένας πλούσιος άνθρω-πος ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη με ευλάβεια, προ-κειμένου να υπάγει στην Ναό της Ζω-οδόχου Πηγής να προσκυνήσει, α-κούγοντας τα εξαί-σια θαύματα που επιτελούσε η παντο-δύναμος Θεοτόκος με το ύδωρ εκείνο, από το οποίο είχε πόθο να πιεί προς αγιασμό της ψυχής του. Παίρνοντας αρκετά χρήματα για τα έξοδα, και για να δώσει στον Ναό, μπήκε σ΄ ένα καράβι και ταξιδεύοντας στην θάλασσα ασθένησε. Κατανοώντας ότι πεθαίνει είπε στον ναύκληρο : «νομίζω ότι δεν ήμουν άξιος να προσκυνήσω τον Ναό της Υπεραγίας ούτε να πιώ από εκείνο το ύδωρ το αγιότατον. και επειδή οι αμαρτίες μου με εμπόδισαν να πάω ζωντανός, σε ορκίζω στον όνομα της Δεσποίνης Θεοτόκου, να μην με ρίψεις στην θάλασσα, αλλά να με βάλεις σε ένα σεντούκι, να με πας σ΄ εκείνο τον άγιο Ναό, να με ενταφιάσεις εκεί, και έτσι θα έχεις βοηθό την Θεοτόκο. Σου αφήνω για τον κόπο σου 100 χρυσά άσπρα και τα υπόλοιπα χρήματά μου να τα δώσεις στον Ναό εκείνο για μνημόσυνο της ψυχής μου.
Λέγοντας αυτά ο ασθενής, όρκισε ο καραβοκύρης τον ναύκληρο να κάνει το θέλημά του και κατόπιν παρέδωσε το πνεύμα του από την ασθένειά του. Ο ναύκληρος, φύλαξε το λείψανό του, και τρεις ημέρες αργότερα όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, έβγαλε τον νεκρό από το καράβι και προσκάλεσε τους ιερείς να τον ψάλλουν και να τον ενταφιάσουν στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Καθώς έψαλλαν οι ιερείς, ένας εφημέριος άνοιξε το σεντούκι διότι δεν μύριζε ο κοιμηθείς ως οι άλλοι νεκροί. Έριξαν πάνω στο λείψανο πηλό σταυροειδώς κατά το σύνηθες και τότε παίρνοντας ένας σύντροφος του καραβιού λίγο ύδωρ της Ζωοδόχου Πηγής, το έριξε στο λείψανολέγοντας : «Ω πτωχέ, πόθο είχες να πιείς από τούτο το ύδωρ και δεν πρόφθασες, και τώρα αν και είσαι νεκρός αποδέξου του». Κι αμέσως - ω των υπερφυών θαυμασίων σου ζωοπάροχε Δέσποινα - αναστήθηκε ο νεκρός και κάθισε δοξάζοντας τον Κύριο και την Μακαρία Παρθένο. Ευχαρίστησε ικανώς την Υπεραγία Θεοτόκο και με ευγνωμοσύνη έμεινε ως τα τέλη της ζωής του στον Ναό, υπηρετών με προθυμία, λαμβάνοντας το αγγελικό σχήμα. Έρχονταν από διαφόρους τόπους και τον ρωτούσαν για τον Άδη, αλλ΄ αυτός όπως και ο Λάζαρος δεν έλεγε τίποτα. Έζησε θεάρεστα και με θαυμαστό τρόπο ακόμη είκοσι έτη και αναπαύθηκε εν Κυρίω.
Τον καιρό του Αγίου Σάββα, ήσαν στη Λαύρα του πολλοί και ενάρετοι μοναχοί. Πήγε δε κι ένας πλούσιος ευγενής και άρχοντας για να μονάσει και τον υποδέχθηκε με χαρά ο άγιος. Και επειδή δεν ήταν συνηθισμένος στον κόπο, δεν τον άφηνε να πηγαίνει μαζί με τους άλλους στις βαριές εργασίες της γης, και να επιστρέφει στην Λαύρα την ενάτη ώρα για την ανάγνωση της Ακολουθίας, του Εσπερινού και την τράπεζα (έτρωγαν μόνο μια φορά τη μέρα). Τον πρόσταξε όμως να αγωνίζεται στο Μοναστήρι κατά δύναμη, και να νηστεύει ώσπου να έλθουν οι άλλοι αδελφοί και να τρώνε όλοι μαζί κατά την τάξη.Αυτός όμως, ούτε καν αυτή την εντολή τηρούσε. έτρωγε κρυφά στο κελλί του, τρόφιμα που του έφερναν οι συγγενείς του. Ο άγιος το γνώριζε, όμως επειδή ήταν αρχάριος, δεν του είπε τίποτα παρά μόνο προσεύχονταν στον Θεό να τον διορθώσει. Ήλθε η εορτή της Παναγίας την 15η Αυγούστου, και το πρωί της παραμονής, όταν οι αδελφοί πήγαιναν να δουλέψουν, ο άγιος τους είπε να έλθουν νωρίς να ψάλλουν. Στον δε αρχάριο είπε να πάει στον ναό την ώρα του Εσπερινού και μόλις συναχθούν οι αδελφοί να τον ειδοποιήσει. Και αφού ήλθαν οι αδελφοί, είδε ο αρχάριος μια θαυμαστή οπτασία, όχι κοιμώμενος, αλλά ξύπνιος. Είδε μια ωραιοτάτη γυναίκα εν μέσω δύο Αγγέλων, η οποία φωτοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Ο μεν ένας Άγγελος κρατούσε ένα ποτήριο γεμάτο Άρτο ουράνιο, και ο έτερος ένα λεπτό μανδύλιο. Η δε ωραία εκείνη γυνή, η οποία ήταν η Δέσποινά μας, εβάσταζε μια χρυσή λαβίδα, και ερχόταν προς αυτήν ένας-ένας οι μοναχοί, καθάριζε το πρόσωπό τους ο Άγγελος με το μανδύλιο, έπειτα προσκυνούσε την Παναγία και αυτή λάμβανε τη λαβίδα και του μετέδιδε τον ουράνιο Άρτο. Βλέποντας αυτά ο αρχάριος θαύμαζε και πλησιάζοντας να δεχθεί κι αυτός την δωρεά, δεν πέτυχε το ποθούμενο. Ούτε ο Άγγελος τον καθάρισε, ούτε η Παναγία τον κοινώνησε. Η Θεοτόκος του είπε : «Αυτή η βρώσις είναι το Σώμα του Υιού μου, και το λαμβάνουν όσοι νηστεύουν έως την ώρα αυτή, και καθαρίζονται, όμως εσύ δεν νηστεύεις, και πώς να κοινωνήσεις τούτου του Άρτου ;». Ο αρχάριος απάντησε : «Ας με καθαρίσει ο Άγγελος με το ιερό αυτό μανδύλιο». Η δε Παναγία του αποκρίθηκε : «Αν θέλεις να καθαρίζεσαι με αυτό, πρέπει να κοπιάζεις και συ με τους άλλους, διότι αυτοί ήσαν ιδρωμένοι από τον κόπο και γι΄ αυτό καθαρίζονται. Σε σένα ποιόν ιδρώτα να καθαρίσει ο Άγγελος ;». Μόλις άκουσε αυτά ο αρχάριος τρόμαξε, έτρεξε στον Ηγούμενο και του είπε : «Είδατε την οπτασία που είδα εγώ ο ανάξιος ;». Ο δε Άγιος Σάββας του απάντησε ότι αυτή ήταν για να διορθωθεί και ότι οι αδελφοί πληροφορούνται ότι η Παναγία τους αγιάζει να είναι άξιοι σε κάθε πανήγυρη να κοινωνούν τα Θεία Μυστήρια. Από τότε κι αυτός (ο αρχάριος), κοπίαζε περισσότερο και έτρωγε λιγότερο και έτσι τελειούμενος στην μακαρία υπακοή, αξιώθηκε της ουρανίου μακαριότητος.
Κάποτε ήταν ένας ιερεύς ανάξιος, και πάντοτε όταν ήθελε να λειτουργήσει, ασθενούσαν όλα τα μέλη του την ώρα που ήθελε να κοινωνήσει και μάλιστα τα χέρια του έτρεμαν τόσο που κινδύνευε να του πέσει το άγιο Ποτήριο, κι έκαμε μεγάλο αγώνα ο άθλιος για να τελειώσει τη Θεία Λειτουργία.
Κάποια ημέρα, συνέπεσε να παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία ένας ευλαβής και ενάρετος πνευματικός, ο οποίος είδε ότι την ώρα που ήθελε να κοινωνήσει ο ιερέας αυτός, μετετράπη ο Μαργαρίτης κι έγινε βρέφος ζωντανό, και έτσι τον εμπόδιζε να κοινωνήσει. Μετά από αρκετή ώρα, εισήλθε το άγιο Βρέφος στο ανάξιο στόμα, αλλά με πολύ θυμωμένο πρόσωπο.
Βλέποντας την όραση αυτή ο πνευματικός κατανόησε τι συμβαίνει και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, νουθέτησε τον ιερέα να μην ξαναλειτουργήσει για να μην προκαλέσει τον Θεό και τον θανατώσει. Επιπλέον τον παρακάλεσε να μετανοήσει, να κλάψει για τις αμαρτίες του και να εξομολογηθεί, για να μην κολαστεί.
Πράγματι ο ιερεύς, έπαυσε να ιερουργεί, μετανόησε, εξομολογήθηκε και τελείωσε τη ζωή του θεαρέστως.
Παλαιότερα, κυκλοφορούσαν βίντεο στο διαδίκτυο, που έδειχναν πρόσωπα να περπατούν στο νερό χωρίς να βουλιάζουν. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβαινε και παλαιότερα με τη δύναμη του δαίμονα. Μια τέτοια ιστορία διασώζει ο Καισάριος:
Λέγει ο Καισάριος, ότι στα χρόνια του, κάποιοι αιρετικοί με τη βοήθεια του σατανά, περπατούσαν πάνω στα ύδατα ενός ποταμού χωρίς να βουλιάζουν στο νερό και με μαντείες παραπλανούσαν και έσυραν στην αίρεση πολλούς χριστιανούς.
Τότε, ένας Ιερεύς, πήρε το ιερό Αρτοφόριο και φτάνοντας στον ποταμό, είπε τα εξής: «Σας εξορκίζω δαίμονες, με τη δύναμη του Αρτοφορίου που κρατώ στα χέρια μου, να μη βοηθάτε τους αιρετικούς, για να μην κολάζεται ο λαός». Βλέποντας ότι δεν γίνεται κανένα θαύμα, και ότι όσα είπε προκαλούσαν το γέλιο των αιρετικών, οι οποίοι συνέχισαν να χορεύουν πάνω στα νερά, έριξε το άγιο Αρτοφόριο μέσα στο ποταμό, και ευθύς μόλις άγγιξε το νερό, διαλύθηκε η απάτη του σατανά, και όλοι οι αιρετικοί που χόρευαν και περπατούσαν πάνω στο νερό, σαν μολύβι βυθίστηκαν στο ποτάμι.
Οι Άγιοι Άγγελοι, αοράτως έλαβαν το Αρτοφόριο – και τον Αγιασμένο Άρτο – και το επανατοποθέτησαν στην Αγία Τράπεζα του ναού. Ο Ιερεύς χάρηκε που φάνηκε η δαιμονική απάτη των αιρετικών, λυπήθηκε όμως πολύ για την απώλεια του Αγιασμένου Άρτου που υπήρχε μέσα στο Αρτοφόριο.
Έκαμε λοιπόν αγρυπνία τη νύκτα μαζί με όλους τους χριστιανούς, προκειμένου να τους οδηγήσει η Χάρη του Θεού να τον βρουν. Το πρωί, βρήκε τον Άγιο Άρτο στην Αγία Τράπεζα του ναού του, γεμίζοντας ευγνωμοσύνη και χαρά για τα θαυμάσια του Αγίου Θεού. Πηγές: ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΕΝ ΒΕΝΕΤΙΑ 1851, σ. 201.
«Μή παραζήλου ἐν πονηρευομένοις, μή δέ ζήλου τούς ποιοῦντας τήν ἀνομίαν, ὅτι ὡσεί χόρτος ταχύ ἀοξηρανθήσονται » , λέει ο προφήτης Δαβίδ. Πολλές αδικίες και ανομίες γίνονται σήμερα στον κόσμο. Και αυτοί που τις πράττουν φαίνονται να έχουν ευτυχία και μακαριότητα. Αντίθετα, οι ευλαβείς και ενάρετοι φαίνονται να έχουν διάφορες θλίψεις και βάσανα. Όμως, μην απορείς με αυτό, άνθρωπε, και ζηλεύεις τον πονηρό και προτιμάς το μέρος των αμαρτωλών νομίζοντας ότι τάχα αυτοί είναι καλότυχοι· γιατί τους αγαπά ο κόσμος και τους δίνει πρόσκαιρο πλούτο και μακαριότητα. Σχετικά με αυτό απορούσε και ο προφήτης Αββακούμ και έλεγε: «Γιατί, Κύριε, οι ασεβείς καταδυναστεύουν τους δικαίους και εσύ δεν τους βοηθάς;» Το ίδιο έλεγε και ο προφήτης Ιερεμίας και άλλοι: «Γιατί, Κύριε, έχουν οι άνομοι τόση ευτυχία στη ζωή τους;
Από πού αποκτάει τόσα αγαθά κάποιος που ζει κακώς;» Αυτά είπαν οι προφήτες, όχι επειδή δεν ήξεραν ότι είναι δίκαιες οι κρίσεις του Θεού αλλά για να μας φανερώσουν πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη σοφία του Θεού και σε τούτη την ανθρώπινη, η οποία δεν μπορεί να κατανοήσει την πάνσοφη οικονομία του Πανάγαθου, ο οποίος δε δίνει θλίψεις στους ανόμους εδώ, για να τους κολάσει αιώνια, και παιδεύει περισσότερο αυτούς που αγαπά, για να τιμηθούν πιο πολύ στην ουράνια Βασιλεία και να λάβουν ανώτερο στέφανο. Τα βόδια που σχεδιάζουν να τα σφάξουν στο σφαγείο τα αφήνουν και βόσκουν όπου θέλουν, για να παχύνουν, τα εργατικά, όμως, που τα φυλάνε για δουλειά, τα κρατάνε κοντά τους και τα βασανίζουν.
Έτσι και ο Θεός, αφήνει στη ζωή τούτη και παχαίνουν οι μοχθηροί με τις ηδονές της σάρκας και τις απολαύσεις, γιατί είναι προορισμένοι για την αιώνια κόλαση· όμως, τους δίκαιους τους πειράζει και τους βασανίζει, για να τους έχει παντοτινά στο ουράνιο παλάτι του. Τα κάρπιμα δέντρα, που δίνουν όφελος και κέρδος, τα ραβδίζουν οι άνθρωποι κάθε χρόνο και τα μαστιγώνουν και τα κλαδεύουν, για να βγάλουν καρπό· τα άκαρπα όμως, που δε δίνουν καμία ωφέλεια, αν και δε τα ραβδίζουν, όπως τα εύκαρπα, αλλ ‘ όμως, όταν μεγαλώσουν, τα κόβουν και τα ξεριζώνουν εντελώς, και τα καίνε επειδή είναι άχρηστα. Έτσι και οι ενάρετοι, που δίνουν όφελος με τα έργα τους, έχουν στον κόσμο θλίψεις και μάστιγες· αντίθετα, τους αμαρτωλούς δεν τους τιμωρεί εδώ ο δίκαιος Κριτής, αλλά τους φυλάει για να τους κάψει αργότερα στο πυρ της κολάσεως. Λέει το βιβλίο των «Βασιλειών» ότι τις πέτρες με τις όποιες έχτιζαν το Ναό του Σολομώντος τις πελεκούσαν και τις λέπταιναν έξω από τον Ναό και αφού τις έφτιαχναν και τις έκαναν ίσιες με πολλή επιμέλεια, τις τοποθετούσαν στη θέση τους χωρίς πρόβλημα και χωρίς να χτυπάνε και να έχουν φύρα ούτε χρειάζονταν άλλο εργαλείο. Έτσι ακριβώς, και όσοι πρόκειται να τοποθετηθούν ως πολύτιμοι λίθοι στη θεία οικοδομή της επουράνιας Ιερουσαλήμ είναι ανάγκη να πελεκηθούν εδώ έξω σε τούτο τον κόσμο με σφυριές τιμωριών και θλίψεων γιατί σε κείνο τον θειο οίκο δεν υπάρχει καμία θλίψη ή σύγχυση ή πείνα ή δίψα ή τιμωρία ή βάσανο, όπως λέει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Αυτή, λοιπόν, είναι η αιτία για την οποία αφήνει τους φίλους του και πάσχουν εδώ διάφορες θλίψεις, με τις οποίες πρέπει να έχουμε μεγάλη χαρά όταν έρχονται, να τις υποδεχόμαστε ως δώρο και χάρισμα και ως γιατρειά που μας στέλνει με πολλή αγάπη ο Πατέρας μας ο ουράνιος.
Εάν ο Κύριος, όταν ήθελε ο Πέτρος να εμποδίσει το Πάθος του με τη μάχαιρα, τον καταδίκασε λέγοντας: «Βάλε τη μάχαιρα στη θήκη. Το ποτήριο που μου έδωσε ο Πατήρ δεν θέλεις να το πιω;» , ονομάζοντας ποτήριο σταλμένο από τον Πατέρα τους εμπαιγμούς, τις τιμωρίες και το θάνατο που έμελλε να πάθει για τη σωτηρία μας, γιατί να μην πούμε και εμείς το ίδιο και να μην πιστεύουμε ότι όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται είναι θεραπευτικό ποτήριο και γιατρειές που μας στέλνει ο επουράνιος ιατρός με πατρική αγάπη για τη σωτηρία μας; Να, λοιπόν, χριστιανέ, μια παρηγοριά που μπορείς να έχεις πιστεύοντας ότι όλες οι θλίψεις, είτε έλθουν από επήρεια δαιμόνων είτε από ανθρώπους είτε από κάποια άλλη περίσταση, είναι μια ωφέλιμη θεραπεία που σου στέλνει ο ουράνιος Πατέρας για να καθαριστεί η ψυχή σου· και αν αισθάνεσαι πικρότητα στη γεύση, όταν το πίνεις, μην απελπιστείς, γιατί η πικρότητα αυτή θα σου φέρει την ποθούμενη υγεία, όπως τα φάρμακα και τα γιατρικά του σώματος, που φτιάχνουν οι γιατροί, είναι άνοστα και πικρότατα. Πολλές φορές μάλιστα βγάζουν και αίμα, και καίνε και κόβουν τα άχρηστα και μολυσμένα μέλη και τα αφαιρούν, και όλα αυτά προκαλούν πολύ πόνο και οδύνη στον πάσχοντα, αλλά τα υπομένει με καρτερία γνωρίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσει την υγεία που ποθεί- έτσι και όλες οι θλίψεις και οι συμφορές που μας έρχονται σε τούτη τη ζωή είναι γιατρειές πνευματικές που στέλνονται από τον ουράνιο γιατρό για την ωφέλεια της ψυχής μας.
Αυτό προτύπωνε η χολή εκείνη που έβαλε στα μάτια του ο Τωβίτ και με την οποία απέκτησε το φως του. Με την πικρία των θλίψεων λυτρώνεται ο αμαρτωλός από την ψυχική τυφλότητα, σύμφωνα με τον μέγα Γρηγόριο, που λέει ότι τα μάτια που είναι τυφλωμένα από την αμαρτία φωτίζονται με την τιμωρία. Όταν έριξαν τον Ιωσήφ οι αδελφοί του στο ξεροπήγαδο, δεν συναισθάνθηκαν το βάρος της αμαρτίας τους μέχρι που έστειλε ο Θεός τη μεγάλη θλίψη, και τότε ομολόγησαν: «Δικαίως τα παθαίνουμε όλα αυτά για την αμαρτία που κάναμε εναντίον του αδελφού μας». Βλέπεις πόση ωφέλεια δίνει η θλίψη, που φωτίζει τους τυφλούς και δίνει σύνεση στους ανόητους; Δεν ήθελε ο Πέτρος να του νίψει τα πόδια ο Κύριος, γιατί δεν καταλάβαινε τότε την πάνσοφη γνώμη του δασκάλου του, όπως του είπε: « Εκείνο που κάνω εγώ εσύ δεν το καταλαβαίνεις τώρα, αλλά ύστερα θα το καταλάβεις». Όταν όμως του είπε ότι εάν δεν του πλύνει τα πόδια δεν θα είναι μαζί του, σταμάτησε με πολύ φόβο και του τα έπλυνε. Έτσι και συ, δε γνωρίζεις τώρα την αιτία γιατί σε πλένει ο Κύριος με τα ύδατα των θλίψεων, αλλά όταν θα δεις τη λαμπρότητα που θα πάρει η ψυχή σου από τούτον το νιπτήρα των θλίψεων, θα ευχαριστείς το Δεσπότη, γιατί εάν δεν σε ένιπτε, δε θα ήσουνα μαζί του στη Βασιλεία του. Όσο είχε ο άσωτος γιος τον πατρικό πλούτο , ξόδευε, έτρωγε, έπινε, έκανε τα θελήματα του και δε μετανοούσε ποτέ, αλλά όταν τον έκαψε ο πάνσοφος γιατρός με το πυρ της φτώχειας, της πείνας και της υπόλοιπης ταλαιπωρίας, άφησε τις ηδονές της σάρκας και επέστρεψε σωφρονισμένος στο πατρικό σπίτι. Ό,τι κάνει ο κόπανος στο σιτάρι, το ρινί και η λίμα στο σίδερο, και η κάμινος στο χρυσό, το ίδιο κάνει και η θλίψη στον άνθρωπο, δηλαδή τον καθαρίζει από κάθε ασχήμια και τον λαμπρύνει.
Αν, λοιπόν, μας ωφελούν οι θλίψεις και μας προξενούν τόσο κέρδος, γιατί να τις μισούμε οι άφρονες και να μην ευχαριστούμε τον επουράνιο γιατρό που τις δίνει για υγεία μας, όπως ευχαριστούμε και το σωματικό γιατρό και τον πληρώνουμε με χαρά; Όσοι έχουν το παραμικρό φως και φόβο Θεού πιστεύουν ότι όλα εκείνα που τους συμβαίνουν έρχονται από το θεό, γιατί οι άνομοι δε θα είχαν καμία εξουσία πάνω στους δίκαιους εάν δεν τους την είχε παραχωρήσει ο Θεός, όπως είπε ο Κύριος στον Πιλάτο: « Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἐν ἐμοί, εἰ μή ἦν σοί δεδομένον ἄνωθεν ». Και αυτό δεν είναι μόνο για τους ορατούς εχθρούς βέβαιο, αλλά και για τους αόρατους· γιατί, αν και προσπαθεί ο δαίμονας πάντα να πειράζει τους δίκαιους και να τους θλίβει, όμως όλη του η βία και η δύναμη είναι μάταιη αν δεν του δώσει την εξουσία ο Κύριος. Αυτό, λοιπόν, γνωρίζοντας οι πιστοί πιέζουν τον εαυτό τους να νικήσουν τον πειρασμό με τη δύναμη του Θεού και δεν παραπονιούνται για το μέσο που τους θλίβει ούτε κοιτάζουν το όργανο που προκαλεί τη ζημιά. Δεν το λένε τύχη ή ριζικό αλλά τα δέχονται όλα ευχαρίστως οικονομούμενα από το χέρι του Κυρίου προς το συμφέρον. Δε θυμώνουν με αυτούς που τους θλίβουν ή με τα αλλά κτίσματα, αλλά τους αγαπούν πάρα πολύ ως αιτία της σωτηρίας τους. Όπως και ο Ιώβ ο μακάριος, όταν έπαθε τόσες συμφορές, δεν είπε ότι αυτά τα αγαθά μου τα έδωσαν οι γονείς μου, αυτά τα παιδιά τα γέννησε η σύζυγος μου, και οι κακοί άνθρωποι, η φωτιά, οι δυνατοί άνεμοι και οι δαίμονες μου τα στέρησαν, αλλά είπε: « Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος τα πήρε. Όπως αποφάσισε ο Κύριος, έτσι έγινε. Ευλογημένο να είναι το όνομά του». Ομοίως και όταν ήταν ασθενημένος και πληγωμένος σε όλο του το σώμα, έλεγε: «Τα καλά τα δεχτήκαμε από το χέρι του Κυρίου και τα κακά να μην τα υπομείνουμε;».
Έτσι και ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, ξέροντας ότι ήταν θεϊκή απόφαση να πάθει εκείνο που του έκαναν οι αδελφοί του, δε σκανδαλίστηκε καθόλου ούτε προσπάθησε να αμυνθεί σ’ αυτούς. Οι φιλόσαρκοι και ατελείς άνθρωποι, που εξαιτίας της μικροψυχίας τους, δεν έχουν ποτέ ειρήνη, δε γνωρίζουν την ωφέλεια της θλίψεως ούτε νιώθουν την αιτία αλλά μόνο θυμώνουν εναντίον εκείνων που τους θλίβουν και αμύνονται. Όπως ο σκύλος, όταν του ρίξει κάποιος πέτρα, τον αρπάζει και τον δαγκώνει από το θυμό του, έτσι και αυτοί οι ανόητοι δε βλέπουν το Θεό, που τους τιμωρεί, αλλά πολεμούν τα όργανά του, και εξαιτίας της ανυπομονησίας τους, δε βγάζουν από τη θλίψη κάποια ωφέλεια. Ο γνωστικός μαθητής, όταν τον δέρνει ο δάσκαλος η ο πατέρας του, δεν κοιτάζει το ραβδί, δεν αμύνεται εναντίον του (επειδή αυτό δεν κινείται από μόνο του), αλλά μόνο παρακαλεί αυτόν που τον χτυπάει να τον λυπηθεί και να τον τιμωρήσει ελαφρύτερα. Έτσι και ο ευγνώμων χριστιανός δεν κοιτάζει ποτέ εκείνον που τον θλίβει, εάν είναι μεγαλύτερος η μικρότερος, εάν δικαίως ή αδίκως τον έβλαψε, αλλά ζητάει βοήθεια από το Θεό λέγοντας από μέσα του τα εξής: «Σου αξίζει αυτό, αμαρτωλέ, και άλλο χειρότερο. Είναι ευλογημένοι αυτοί που σε διώκουν». Και έτσι μεμφόμενος τον εαυτό του και παρακαλώντας υπέρ του πλησίον νικάει το διάβολο και την υπερηφάνεια της σάρκας. Και αν δει ότι ο Σταυρός και η θλίψη αυξάνει περισσότερο, την υποδέχεται με ευλάβεια γνωρίζοντας ότι αυτή είναι ο Κύριος. Τον ευχαριστεί για την αγία του βοήθεια και έτσι την ελαφραίνει πολύ και μένει νικητής και τροπαιούχος και απολαμβάνει μισθό αναρίθμητο. Ω θαυμαστής και αήττητης δύναμης του Σταυρού, και μακάριος όποιος τον γνωρίζει και τον υποδέχεται ευχαρίστως, επειδή είναι σταλμένος από προσώπου Κυρίου για τη σωτηρία του.
Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, Αμαρτωλών Σωτηρία, εκδ. Γνόφος, Αθήνα 2009, σελ. 128-132.
Στο θαυμάσιο βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία», διάβασα μια πολύ όμορφη αληθινή ιστορία που θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί με όλους εσάς που ευλαβείστε την Μητέρα Παναγία!
Κάποια ενάρετη γυναίκα είχε δυο όμορφες κόρες, τις οποίες δίδασκε να πορεύονται την εν Θεώ ζωή και να τρέφουν την ίδια ευλάβεια στην Παναγία, όπως έκανε και η ίδια μέχρι τότε. Όταν πέθανε ο άντρας της, πτώχευσε και μη έχοντας χρήματα να παντρέψει τις κόρες της, φοβόταν μήπως εξ ανάγκης προδώσει την τιμή τους…
Τότε, έχοντας βαθιά πίστη στο Θεό, πήγε με τις κόρες της στην Εκκλησία, στάθηκε μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και της είπε με δάκρυα:
– Δέσποινα των Αγγέλων, Μητέρα των ορφανών και των φτωχών βοήθεια, με όλη μου την ψυχή παραδίδω στην αγία σκέπη και κηδεμονία σου αυτές τις δύο ορφανές κόρες… Στο εξής εσύ να τις κυβερνάς διότι εγώ δεν μπορώ πια να τις φυλάξω χωρίς να προκαλέσω ζημιά στη ψυχή και το σώμα τους, επειδή είμαι πολύ φτωχιά και άπορη… Σε ικετεύω, κατά την άπειρη Ευσπλαχνία σου, στο εξής Εσύ να τις σκεπάζεις με τη Θεία Πρόνοια και να τις διαφυλάττεις, ώστε να μην μολύνουν την παρθενία τους μόνο και μόνο από ανάγκη…
Αφού είπε αυτά τα λόγια η ευλαβής μητέρα πήρε τα χέρια των θυγατέρων της και τα άγγισε με τα χέρια της Παναγίας, πάνω στην ιερή εικόνα, εις ένδειξη συμφωνίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ανέθεσε στην Παναγία να είναι η Μητέρα τους από την ώρα εκείνη και όχι πλέον η ίδια.
Μετά από αυτή την πράξη, επέστρεψαν όλες στο σπίτι τους.
Μόλις πλησίασαν στην πόρτα είδαν έναν αστραπόμορφο νέο να κρατάει ένα βαλάντιο γεμάτο με αργύρια και να λέει στην μητέρα:
– Η Ουράνια Βασίλισσα σου τα στέλνει αυτά τα χρήματα για να φροντίσεις τις κόρες σου.
Η γυναίκα πήρε με ευγνωμοσύνη το δώρο της Παναγίας! Έπειτα γονάτισε να την ευχαριστήσει για την άμεση ανταπόκριση και θαυμαστή βοήθεια ενώ ο άγγελος έφευγε για τους ουρανούς!
Αυτά τα χρήματα η γυναίκα τα ξόδεψε για να αγοράσει ρούχα και όλα τα αναγκαία για την ζωή των θυγατέρων της. Οι πονηρές γειτόνισσες όμως, που ήξεραν την προηγούμενη φτώχεια τους τις κατέκριναν και τις δυσφημούσαν με άδικα και αισχρά λόγια. Έλεγαν ότι η μητέρα τους τις εξέδιδε σε κάποιον πλούσιο για να παίρνει χρήματα…
Όταν άκουσε η ευλαβής εκείνη γυναίκα τις συκοφαντίες, λυπήθηκε πολύ. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο αύξαναν και τα κουτσομπολιά μέχρι που τα έμαθαν όλοι πια στην πόλη.
Μη υποφέροντας άλλο πια τα λόγια του κόσμου, είπε στις κόρες της:
– Πηγαίνετε κόρες μου στην πολυεύσπλαχνη Μητέρα σας και ικετεύσατέ την με δάκρυα και ταπεινή καρδιά η αγαθότητά της να σας βοηθήσει να λυτρωθείτε από τις γλώσσες των ανθρώπων. Εάν το ζητήσετε με βαθιά πίστη, τότε κι Εκείνη η Πολυέλεος Μητέρα θα σας ακούσει όπως μας άκουσε και την προηγούμενη φορά και μας βοήθησε!
Στη μητρική της παρακίνηση υπάκουσαν αμέσως οι κόρες και, αφού έφτασαν στον ιερό ναό, έκαναν όπως τις δίδαξε η μητέρα τους.
Προσευχήθηκαν με πολλά δάκρυα και θερμή πίστη κι έπειτα επέστρεψαν πάλι πίσω στο σπίτι τους ελπίζοντας ότι θα τους στείλει πάλι η Παναγία την απαραίτητη βοήθεια. Έτσι και έγινε.
Η κουροτρόφος Βασίλισσα δέχτηκε την ταπεινή ικεσία και τα δάκρυα των μικρών κοριτσιών και τις δικαίωσε θαυματουργικά.
Σε μια γιορτή, όπου ήταν μαζεμένη όλη η πόλη στην Εκκλησία της Μητρόπολης και ένας Πνευματικός έκανε διδασκαλία, ήταν εκεί και η μητέρα με τις δυο κόρες της. Στη μέση της διδαχής και ενώ ο διδάσκαλος ξεκουραζόταν λίγο, βλέπουν όλοι έναν ωραιότατο άγγελο να μπαίνει από ένα παράθυρο κρατώντας στα χέρια του δύο ωραία και θαυμάσια στεφάνια από λευκά τριαντάφυλλα και άλλα ευωδιαστά άνθη. Πλησιάζει τις δύο αυτές νέες και τους λέει:
– Αυτά τα δύο ευωδιαστά στεφάνια από άνθη σας τα στέλνει η Βασίλισσα των Ουρανών, ως σημείο της παρθενίας σας!
Λέγοντας αυτά τα λόγια, τους έβαλε τα στεφάνια στο κεφάλι τους κι έπειτα έγινε άφαντος.
Αλήθεια, φαντάζεστε τι ευφροσύνη ένιωσαν οι νέες και τι έκπληξη όλοι οι παρευρισκόμενοι; Η διδαχή έμεινε ατελείωτη. Ο Αρχιερέας μαζί με τους άρχοντες έσπευσαν αμέσως να ασπαστούν τα ουράνια αυτά στεφάνια… Ο κόσμος συναγωνιζόταν ποιος θα παινέψει πιο πολύ αυτές τις νέες… Έπειτα όλοι μαζί τις συνόδεψαν με τιμές στο σπίτι τους.
Εκείνες, παρόλες τις τιμές που δέχτηκαν, δεν έδειξαν διόλου κενοδοξία ή περηφάνια, αλλά με πολύ ταπείνωση ευχαρίστησαν την Βασίλισσα των Ουρανών!
Ο Αρχιερέας μαζί με τους μεγιστάνες της πόλης ξόδεψαν αμέτρητα πλούτη και έχτισαν δύο Μοναστήρια στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μετά ψήφισαν την κάθε μια κόρη ως Ηγουμένη για το κάθε ένα Μοναστήρι.
Εκεί, οι κόρες της Παναγίας έζησαν ενάρετο βίο και πολλές άλλες θυγατέρες αρχόντων από διάφορες πόλεις ακούγοντας την καλή τους φήμη και θεάρεστη πολιτεία, εγκατέλειπαν τα πλούτη τους και την μάταια δόξα για να δώσουν Υπακοή στα Μοναστήρια τους. Μάλιστα, τόσο αυξήθηκαν οι αφιερωμένες ψυχές μέσα σ’ αυτά και όλοι έτρεφαν τόση μεγάλη ευλάβεια, ώστε θεωρήθηκε ότι ήταν μεγάλη τιμή και μακαριότητα να συνταχτεί κανείς στα ευλογημένα εκείνα μοναστήρια!
Η ώρα της τελευτής της κάθε Ηγουμένης ήταν αγιότατη και ενώ τα άγια λείψανά τους ευωδίασαν, οι μακάριες τους ψυχές αναχώρησαν για την Βασιλεία των Ουρανών!
Με τις πρεσβείες τους, εκεί ευχόμαστε και όλοι μας να συνευρεθούμε! Αμήν.
ΑΣ ΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ!
Όλα του κόσμου τα πράγματα και όλες της γης οι ασχολίες, έξω από τη διακονία του Κυρίου, είναι ψεύτικα και μάταια. “Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης”, λέει ο σοφός συγγραφέας του Εκκλησιαστή (1:2). Μάταιη και άστατη είναι η κοσμική δόξα. Πλανεμένοι και μικρόμυαλοι όσοι κυνηγούν τα υλικά πλούτη, τις τρυφές και τις απολαύσεις της σύντομης αυτής ζωής, γιατί δεν ξέρουν ότι πίσω τους ακολουθεί θλίψη αιώνια. Η φοβερά ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού θα φανερώσει περίτρανα το κέρδος του φτωχού και τη ζημιά του πλούσιου, την αξία του άσημου και την κενότητα του δοξασμένου. Την ώρα εκείνη δεν θα χρησιμεύουν τα χρήματα και τα κτήματα, οι επιστημονικές γνώσεις και τα διπλώματα, η αναγνώριση και η φήμη, η ευφυϊα και η πανουργία, η ρητορεία και η επιχειρηματολογία, αλλή η καθαρή συνείδηση, η ενάρετη πολιτεία και τα καλά έργα. Υπολόγισε πόσο χρόνο από την ως τώρα ζωή σου, τη ζωή που σου χάρισε ο Θεός για να Τον υπηρετήσεις -ή μάλλον για ν΄αγωνιστείς πνευματικά και να σωθείς, γιατί ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις υπηρεσίες σου- υπολόγισε, λέω, πόσο χρόνο σπατάλησες σε έργα μάταια, άχρηστα ή και εφάμαρτα. Κάθε λεπτό που πέρασε, δεν γυρίζει πίσω. Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια τρέχουν. Ο θάνατός σου, όσο κι αν δεν θέλεις να το συλλογίζεσαι, πλησιάζει, είναι δίπλα σου! Πότε θα σ΄αγγίξει; Είναι άγνωστο. Όταν όμως θα γίνει αυτό, τί αξία θα έχουν οι κόποι σου για τις επίγειες ματαιότητες; Ποιός θα σε βοηθήσει τότε; Οι ικανότητές σου, η ευφυϊα σου, η γνώση σου, τα χρήματά σου, η φήμη σου; Όχι! Οι συγγενείς, πού ίσως περίμεναν με κρυφή λαχτάρα το θάνατό σου για να σε κληρονομήσουν; Όχι! Οι φίλοι, πού τόσο συχνά αποδείχθηκαν συμφεροντολόγοι και αχάριστοι; Όχι! Αλλά ποιός; Μόνο ο φιλεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Θεός, Εκείνος που εσύ αγνόησες ή καί καταφρόνησες, μολονότι όλα, όσα έχεις, από τα χέρια Του τα πήρες. Έστω και τώρα, λοιπόν, έλα κοντά Του. Ό,τι κι αν κάνεις κάτω από τη σκέπη και μέσα στο νόμο του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο. Μακριά απ΄Αυτόν, όλα είναι μάταια και χαμένα. Γι΄αυτό ο μακάριος Παύλος έλεγε: “Αυτά πού ήταν άλλοτε για μένα κέρδη και πλεονεκτήματα, με την πίστη στο Χριστό τα είδα σαν ζημιά και μειονεκτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μειονεκτήματα σε σχέση με τό ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου. Γι΄αυτόν τα πέταξα όλα και τα θεωρώ σκουπίδια, για να κερδίσω το Χριστό και να ενωθώ μαζί του” (Φιλιπ. 3:7-9).
Τί αφροσύνη, να μή μιμούμαστε τον απόστολο, αλλά να σαγηνευόμαστε από τον κόσμο, που η σημερινή μορφή του δεν θα διαρκέσει πολύ, τον κόσμο, που ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ρητά μας συμβουλεύει να μήν αγαπάμε: “Μήν αγαπάτε τόν κόσμο, μήτε όσα είναι του κόσμου. Αν κάποιος αγαπάει τον κόσμο, δεν έχει μέσα του την αγάπη για τον Πατέρα. Γιατί όλα όσα είναι του κόσμου -η σαρκική επιθυμία, η λαχτάρα ν΄αποκτήσουμε ό,τι βλέπουν τά μάτια μας και η υπεροψία πώς κατέχουμε γήινα αγαθά- δεν προέρχονται από τόν Πατέρα, αλλ΄από τον αμαρτωλό κόσμο. Ο κόσμος, όμως, περνάει και φεύγει, καί μαζί του φεύγουν και οι επιθυμίες του, ενώ όποιος εκτελεί το θέλημα του Θεού, θα ζήσει αιώνια” (Α΄Ιω. 2:15-17).
Μιμήσου, λοιπόν κι εσύ τον απόστολο. Μίσησε τον πρόσκαιρο πλούτο, και θα γίνεις αιώνια πλούσιος σε χάρη Θεού. Καταφρόνησε την τιμή, καί θα τιμηθείς ανέκφραστα από τον Κύριο. Απαρνήσου τη σαρκική ηδυπάθεια, καί θ΄απολαύσεις την ουράνια ηδονή. Πολέμησε τη ραθυμία και την οκνηρία, και θ΄αναπαύεσαι αιώνια. Υπόμεινε τη φτώχεια και τη γυμνότητα, και θα ντυθείς στολή θεοϋφαντη. Οικειώσου το πένθος, και θα χαίρεσαι παντοτινά. Δέξου καρτερικά τη χλεύη και το διωγμό για το Χριστό, και θα δοξαστείς απ΄τους αγγέλους. Κοντολογίς, αρνήσου τη φιλοκοσμία και εγκολπώσου τη φιλοθεϊα.
Άκουσε, αδελφέ, τί μας λέει ο Κύριος: “Μπείτε στο δρόμο της αρετής από τη στενή πύλη..., είναι στενή η πύλη και γεμάτος δυσκολίες ο δρόμος που οδηγεί στην αιώνια ζωή” (Ματθ. 7:13, 14). Και στενή πύλη δεν είναι εκείνη του πλούτου και της τρυφής, αλλά της φτώχειας και της θεληματικής στερήσεως. Θλιμμένη οδός δεν είναι εκείνη της δόξας και των τιμών, αλλά της ταπεινώσεως και των παθημάτων. Αυτή την πύλη πέρασε κι αυτή την οδό βάδισε ο Θεάνθρωπος στη γη.
Μιμήσου τον Ιησού. Γίνε φτωχός, όπως Εκείνος, και ταπεινώσου, όπως Εκείνος. Άφησε σήμερα εκούσια όσα αύριο θα στερηθείς ακούσια. Αρνήσου τα φθαρτά για ν΄απολαύσεις τα άφθαρτα. Μήν αγαπάς τόν κόσμο, γιατί “η αγάπη για τον αμαρτωλό κόσμο είναι έχθρα εναντίον του Θεού” (Ιακ. 4:4). Μήν ταυτίζεσαι με τους κοσμικούς ανθρώπους και μήν επηρεάζεσαι από το πνεύμα τους, γιατί “όλος ο κόσμος βρίσκεται στην εξουσία του διαβόλου” (Α΄Ιω. 5:19). Ταυτίσου με τον Κύριο και το θέλημά Του, και θα κερδίσεις τα πάντα.
από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός)
Ο Άδης και οι ψυχές των αμαρτωλών στη κόλαση. Τορτσέλλο της Βενετίας, 12ος αιών.
Ένας δαιμονισμένος ομολόγησε ότι όταν ξόρκιζε ο Πνευματικός το δαιμόνιο για να βγει από τον πάσχοντα, το ρώτησε να του πει ποιοι κολάζονται περισσότερο οι άνδρες ή οι γυναίκες, τότε ο δαίμων απάντησε οι γυναίκες……… Για τέσσερα αμαρτήματα που κάμνουν οι γυναίκες κολάζονται περισσότερο, του είπε ο δαίμων:Πρώτον, διότι στολίζονται και ομορφαίνουν το σώμα τους με χρώματα, για να δείχνουν ωραιότερες από την φυσική ευπρέπεια που τους έδωσε ο Πλάστης. Δεύτερον, για τις μαντείες που κάμουν και γοητεύουν και χύνουν κάρβουνα και ρίχνουν κλήρους για να δουν τη μοίρα τους. Τρίτον, για την καταλαλιά που κάμουν όχι μόνο στα σπίτια αλλά και στην εκκλησία και δεν προσέχουν στις ιερές ακολουθίες. Τέταρτον και χειρότερον, διότι δεν εξομολογούνται καλά, αλλά λέγουν μόνο λίγα και για τον τύπο ότι δήθεν εξομολογήθηκαν. Και έτσι κοινωνούν αναξίως και κολάζονται.
«Αυτά πού θέλετε να πείτε στα παιδιά σας, να τα λέτε με την προσευχή σας. Τα παιδιά δεν ακούν με τα αυτιά• μόνο όταν έρχεται η Θεία Χάρις πού τα φωτίζει, τότε ακούνε αυτά πού θέλουμε να τους πούμε. Όταν θέλετε να πείτε κάτι στα παιδιά σας, πέστε το στην Παναγία κι αυτή θα ενεργήσει. Η προσευχή σας αυτή θα γίνει ζωογόνος πνοή, πνευματικό χάδι, πού χαϊδεύει, αγκαλιάζει, έλκει τα παιδιά»...
Ο π. Πορφύριος πίστευε στην αξία πού έχει η προσευχή για την πνευματική ζωή του ανθρώπου και συμβούλευε τα πνευματικά του παιδιά πώς να προσεύχονται: «Να εύχεσαι έτσι απλά, απλά και ταπεινά, με πίστη απλή, χωρίς να περιμένεις να σου απαντήσει ο Θεός. Χωρίς να δεις το χέρι Του ή το πρόσωπό Του ή το φωτισμό Του. Τίποτα! Να πιστεύεις! Εφ’ όσον μιλάς με το Θεό, μιλάς πραγματικά με το Θεό».
Η μεγάλη αντίπαλος της αλήθειας, αυτή πού τραβά σήμερα τους ανθρώπους στην απώλεια, είναι η πλάνη. Εξαιτίας της κυριάρχησε στις ψυχές των ράθυμων η σκοτεινή άγνοια και τους αποξένωσε από τον Θεό.
Αυτοί δεν αναγνωρίζουν ως Θεό τον Χριστό, ο όποιος μας αναγέννησε και μας φώτισε, ή Τον πιστεύουν και Τον αναγνωρίζουν απλώς και μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Πιστεύουν ότι μόνο στους παλιούς φανερωνόταν ο Θεός, όχι όμως και σε εμάς.
Νομίζουν πως οι μαρτυρίες της Γραφής περί Θεού δεν αφορούν αυτούς, αλλ' άλλους η εκείνους που τις έγραψαν και βλασφημούν την περί Θεού διδασκαλία, αφού απαρνούνται την αληθινή και με επίγνωση ευσέβεια.