Η Υπεραγία Θεοτόκος ως Μητέρα και προστάτης μας, μας βοηθάει σε όλα τα προβλήματα και δυσκολίες της ζωής μας και φυσικά ενδιαφέρεται και πρεσβεύει για την σωτηρία της ψυχής μας, για το οποίο είναι απαραίτητη η ορθή πίστη και η βιοτή με υπακοή στις εντολές του Θεού.
Οι Αιρέσεις είναι μια μάστιγα που αντιστρατεύεται τη σωτηρία μας και κατευθύνονται από τον Διάβολο και οι περισσότερες εχθρεύονται και πολεμούν την Θεοτόκο .
Η Παναγία έχει δείξει με πολλά σημεία και θαύματα, ότι αποστρέφεται τις αιρέσεις, αλλά ενδιαφέρεται για την μετάνοια και επιστροφή των αιρετικών στην Ορθή πίστη.
1) Περιστατικό σχετικά με την αίρεση του Μονοφυσιτισμού
Ένα περιστατικό στο Γεροντικό, την εποχή που ταλαιπωρούσε και αναστάτωνε την εκκλησία η αίρεση του Μονοφυσιτισμού, λέει για έναν Ασκητή που είχε πολλή αρετή και άσκηση. Του είχαν δώσει ένα βιβλίο των αιρετικών (Μονοφυσιτών), το οποίο είχε στο κελί του. Μία μέρα, καθώς προσευχόταν βλέπει την Κυρία Θεοτόκο μέσα σε ουράνια δόξα, έξω από το κελί του. Έπεσε αμέσως στα πόδια Της και την προσκύνησε και της ζήτησε να μπει στο κελί του να το ευλογήσει. Η Παναγία αποκρίθηκε: «Δεν μπορώ να μπω, διότι μέσα έχεις τον εχθρό του Υιού μου», και αμέσως χάθηκε. Τότε ο γέροντας κατάλαβε ότι το βιβλίο αυτό των αιρετικών, ήταν εχθρός του Κυρίου μας και εμπόδιζε την χάρη του Θεού και της Παναγίας να τον επισκεφτεί και αμέσως το κατέστρεψε.
2) Διηγήσεις σχετικά με τον Άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας.
Προσευχόμενος ο Άγιος μία νύχτα, του παρουσιάστηκε μέσα σε θεία λάμψη η Παναγία με τον Αγ. Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και πήγαν να του διδάξουν την Ορθόδοξη ομολογία της πίστης, διότι τον καιρό εκείνο υπήρχαν πολλοί αιρετικοί και πλανούσαν πολλούς. Και τότε έγραψε ο μέγας αυτός Άγιος, την Ομολογία της Ορθοδόξου πίστεώς μας, όπως τον φώτισε η Παναγία και τον δίδαξε ο Απόστολος Ιωάννης και παρέδωσε αυτή στην Αγία του Χριστού και Καθολική Εκκλησία, όπως γράφει στο βίο του ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Και, έλαβε όχι μόνο αυτή την χάρη από την Θεομήτορα ο πιστός και ευγνώμων δούλος της (Αγ. Γρηγόριος), αλλά και την θαυματουργική δύναμη και εκτέλεσε πολλά θαύματα με την βοήθειατης Παντοδυνάμου Δέσποινας.
3)Ένα άλλο σπουδαίο θαύμα της Θεοτόκου που αναφέρεται στην«Αμαρτωλών Σωτηρία» είναι το εξής. Στα μέρη της Συρίας ζούσε ένας ενάρετος και Άγιος ερημίτης (ονόματι Παρθένιος), ο οποίος πήγαινε συχνά στο Όρος Σινά και προσκυνούσε την Αγία Βάτο, ενθυμούμενος το θαύμα που είχε γίνει εκεί, εις τύπον τηςΑειπαρθένου Μαρίας. Μία φορά λοιπόν, περνώντας από την Ερυθρά Θάλασσα, είδε στον αιγιαλό νεκρόν άγνωστο και λυπούμενος στο θέαμα αυτό, έκανε δέηση θερμοτάτη προς τον Κύριο δια πρεσβειών της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, υπέρ των νεκρών. Και, καθώς προσήυχετο, βλέπει τον νεκρό να ανίσταται και τον προσκύνησε και του είπε : « Σε ευχαριστώ άγιε του Θεού, διότι ηπολλή ευλάβεια και αγάπη που έχεις στο Θεό και την Αειπάρθενο Μητέρα του, δεν ωφελεί μόνο εσένα, αλλά και πολλοί ελυτρώθηκαν από ψυχικό θάνατο και εξόχως εγώ, ο ανάξιος.
Εγώ ήμουν στην αίρεση του ασεβεστάτου Νεστορίου (δηλ.Νεστοριανός) και όταν άκουγα να λέγεται το όνομα τηςΚυρίας Θεοτόκου θύμωνα και θεωρούσα μεγάλο ανόμημα να λέγεται μία γυναίκα Θεοτόκος. Κάποτε που πήγαινα στα Ιεροσόλυμα, δια θαλάσσης, στο πλοίο που ταξίδευα έτυχε ένας ευλαβής χριστιανός και όταν έμαθε ότι ήμουν Νεστοριανός, με νουθετούσε να αφήσω την αίρεση. Εγώ φιλονικούσα μαζί του και αντιδρούσα και ήρθαμε σε σύγκρουση. Παλεύοντας, πέσαμε και οι δύο στη θάλασσα και πήγαμε στο βυθό. Τότε παρουσιάστηκε μία ένδοξος και φωτοφόρος γυναίκα και πήρε τον άλλο από το χέρι και είπε : «Επειδή είσαι φίλος μου και θυσιάστηκες για μένα, δεν σε αφήνω να πνιγείς, αλλά θα σε πάω να προσκυνήσεις τον Πανάγιο Τάφο του Υιού μου, όπως επιθυμείς και μετά τρία χρόνια θα σε πάρω στην Ουράνια Βασιλεία». Τότε, στράφηκε και σε μένα η Δέσποινα και μου είπε : «Πήγαινε εσύ ανόητε στην αιώνια κόλαση μαζί με τον αιρεσιάρχη Νεστόριο και όλους τους άλλους που δεν με ομολογούν σαν Θεοτόκο και αρνούνται τη Θεία σάρκωση του Υιού μου».
Μόλις έφυγε η Παναγία με τον πιστό χριστιανό, πήραν την άθλια ψυχή μου σκοτεινοί δαίμονες και την πήγαν στην κόλαση. Εκεί είδα πλήθος ψυχών που βασανιζόταν και αναθεμάτιζαν τον Νεστόριο που ήταν η αιτία της καταδίκης τους. Ξαφνικά, παρουσιάστηκε ηΥπερένδοξος εκείνη Γυναίκα και μου είπε: « Σε βγάζω από την κόλαση αυτή που είσαι, χάρις στην δέηση του δούλου μου Παρθενίου και πες του να μην κάνει πλέον δέηση για τους εχθρούς μου. Και, εσύ να κηρύξεις παντού την κόλαση που έχουν οι Νεστοριανοί». Μόλις άκουσα αυτά τα λόγια, επέστρεψε στο σώμα το πνεύμα μου και αναστήθηκα. Σε ευχαριστώ λοιπόν, Άγιε του Θεού και σε παρακαλώ να με μυρώσεις (με το Άγιο Μύρο), διότι αρνούμαι την αίρεση του Νεστορίου και ομολογώ την Αειπάρθενο Μαρία αληθή Θεοτόκο. Ο Όσιος όταν άκουσε αυτά χάρηκε πολύ και με πήρε μαζί του στα Ιεροσόλυμα, όπου βρήκαμε τον άλλο διασωθέντα και πήγαμε οι τρείς μαζί στην έρημο, όπου ζήσαμε με αγώνες και άσκηση μέχρι το τέλος της ζωής μας.
απο το βιβλιο Αμαρτωλών Σωτηρία

Βιογραφία
Η Αγία Πουλχερία γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 399 μ.Χ. και ήταν θυγατέρα των βασιλέων Αρκαδίου (395- 408 μ.Χ.) και Ευδοκίας και αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (408 - 450 μ.Χ.). Το έτος 414 μ.Χ. η Πουλχερία αναγορεύθηκε Αυγούστα και ανέλαβε την εξουσία του κράτους. Ήταν ευσεβέστατη, πλήρης σωφροσύνης, χρηστότητος και σοφίας.
Όταν, κατά το έτος 429 μ.Χ., ο Πατριάρχης Νεστόριος (428 - 431 μ.Χ.) παρουσίασε τη γνωστή αίρεσή του, επικεφαλής των αντιπάλων του τάχθηκε ο Άγιος Κύριλλος, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας (τιμάται 18 Ιανουαρίου και 9 Ιουνίου). Και ο μεν Θεοδόσιος, έχοντας ήδη αναλάβει την βασιλική αρχή, υποστήριζε τον αιρεσιάρχη Νεστόριο, ωθούμενος από τον Χρυσάφιο, η δε Πουλχερία ήταν με το μέρος του Αγίου Κυρίλλου και κατόρθωσε να πείσει τον αδελφό της να συγκαλέσει την Γ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα, το έτος 431 μ.Χ. και καταδίκασε τους αιρετικούς.
Η Αγία νυμφεύθηκε τον Μαρκιανό, ο οποίος καταγόταν από τη Θράκη και στις 25 Αυγούστου του 450 μ.Χ. διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό της Θεοδόσιο Β'. Ωστόσο η πολιτική κατάσταση ήταν ταραγμένη. Είχε ήδη γίνει στο προηγούμενο έτος η ληστρική Σύνοδος της Εφέσου, που εξόρισε τον Πατριάρχη Άγιο Φλαβιανό (τιμάται 16 Φεβρουαρίου) και η Ορθόδοξη Εκκλησία μαστιζόταν από την αίρεση του Ευτυχούς. Οι δύο ευσεβείς βασιλείς συγκάλεσαν τότε στη Χαλκηδόνα, το έτος 451 μ.Χ., την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις αιρετικές δοξασίες του Ευτυχούς και του Διόσκουρου.
Η Αγία Πουλχερία κοιμήθηκε με ειρήνη στις 10 Σεπτεμβρίου 453 μ.Χ. και ο Άγιος Μαρκιανός το έτος 457 μ.Χ.

Κοντάκιον.
Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.
Τον εν φυτώ αμυγδαλής οσίως λάμψαντα, και εν ασκήσει ώσπερ άγγελον βιώσαντα, μακαρίσωμεν προφρόνως Δαβίδ τον θείον˙ εν Οσίοις γαρ εδείχθης θεοδόξαστος, και λαμπρόν Θεσσαλονίκης εγκαλλώπισμα, τούτω λέγοντες, χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Άγγελος εν ασκήσει, αληθώς ανεδείχθης, Δαβίδ θεομακάριστε Πάτερ, (εκ γ’) και την αγγελικήν σου ζωήν, θαυμάτων κατεκόσμησας δυνάμεσι˙ διο σου την λαμπρότητα, αγόμενοι βοώμεν πόθω˙
Χαίρε δι’ ου ο Χριστός υμνείται
Χαίρε δι’ ου εχθρός σοβείται
Χαίρε της πτωχείας του Λόγου θησαύρισμα
Χαίρε της ευκλείας της άνω διάγραμμα
Χαίρε ύψος αγαπήσεως προς Θεόν περιφανές
Χαίρε βάθος ταπεινώσεως εν ασκήσει ευκλεές
Χαίρε ότι Κυρίω εκ παιδός ανετέθης
Χαίρε ότι γηΐνων θεοφρόνως απέστης
Χαίρε λαμπτήρ της θείας ασκήσεως
Χαίρε φωστήρ πλουσίας φρονήσεως
Χαίρε δι’ ου οι πιστοί φωταυγούνται
Χαίρε δι’ ου προς Θεόν οδηγούνται˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Βλέμμα το της ψυχής σου, ανατείνων Κυρίω ηγάπησας αυτόν ολοψύχως, και χαίρειν τοις εν κόσμω ειπών, ασκητικώς αυτώ ηκολούθησας, Δαβίδ θεόφρον Όσιε, ώ και επόμενος εβόας˙
Αλληλούϊα.
Γνώμη Πάτερ ευθεία, εν Μονή τη αγία, προσήλθες των Αγίων Μαρτύρων, Θεοδώρου και Μερκουρίου, και μιμητής αυτών θείος εχρημάτισας, αναιμάκτως εναθλών, ο παρ’ ημών ακούων ταύτα˙
Χαίρε πλουτών αγγέλων τον ζήλον
Χαίρε πιστών εκκαίων τον φίλτρον
Χαίρε πολιτείας σεμνής υποτύπωσις
Χαίρε εγκρατείας συντόνου επίδοσις
Χαίρε νους ο ενθεώτατος πλήρης θείου φωτισμού
Χαίρε τύπος θεοτύπωτος βίου του ασκητικού
Χαίρε ότι μακρύνεις σχέσεως σφαλλομένης
Χαίρε ότι ηνώθης εν Χριστώ ω και έζης
Χαίρε σαρκός νεκρώσας το φρόνημα
Χαίρε νοός θεώσας τον έρωτα
Χαίρε ηθών γεωργός ουρανίων
Χαίρε καλών κοινωνός θεοβρύτων˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Δύναμιν θείαν Πάτερ, εκ Γραφών των Αγίων, λαμβάνων καθ’ εκάστην ημέραν, τοις έμπροσθεν εχώρεις αεί, των όπισθεν επιλανθανόμενος, και ένθους Δαβίδ γεγονώς, εβόας τω σε ενδυναμούντι˙
Αλληλούϊα.
Έρωτι των κρειττόνων, των Αγίων τας πράξεις, θαυμάζων θεολήπτω καρδία, τούτων εν δυνάμει θεϊκή, τας προς Θεόν αναβάσεις εκάστοτε, εζήλους Πάτερ Όσιε, τους πάντας συγκινών βοάν σοι˙
Χαίρει ο άσαρκος εν ασκήσει
Χαίρε ο ένθεος εν φρονήσει
Χαίρε θεοφόρος ανήρ και θεόληπτος
Χαίρε κλήμα ευφορώτατον της αμπέλου της ζωής
Χαίρε βότρυς ο γλυκύτατος χάριτος ασκητικής
Χαίρε ότι επλήσθης επιπνοίας αγίας
Χαίρε ότι ερρύσθης της υλώδους εννοίας
Χαίρε φωτός αΰλου κειμήλιον
Χαίρε ημών το μέγα προσφύγιον
Χαίρε λειμών απαθείας ευώδης
Χαίρε φυτόν υπερκοσμίου δόξης˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Ζηλωτής ανεδείχθης, Στυλιτών των Οσίων, Δαβίδ φλεχθείς τη θεία αγάπη˙ ένθεν εν αμυγδαλής φυτώ, ανήλθες και ως ασώματος Όσιε, εβίους υπέρ άνθρωπον, εν ησυχία Θεώ ψάλλων˙
Αλληλούϊα.
Ήνθησας ώσπερ φοίνιξ, μυστικώς θεοφόρε, του Πνεύματος καρπούς τους αφθάρτους, ως φησί Δαβίδ ο Ψαλμωδός, επί της αμυγδαλέας ιστάμενος, δι’ ων εκτρέφεις άπαντας, τους εκβοώντάς σοι τοιαύτα˙
Χαίρε, το δένδρον της αφθαρσίας
Χαίρε αδάμας της καρτερίας
Χαίρε ο εκπλήξας βροτών την διάνοιαν
Χαίρε ο αισχύνας εχθρών την απόνοιαν
Χαίρε φοίνιξ ο κατάκαρπος αρετών ασκητικών
Χαίρε πλούτος ο πολύτιμος δωρεών πνευματικών
Χαίρε καθηγνισμένον Παρακλήτου δοχείον
Χαίρε ηγιασμένον χαρισμάτων ταμείον
Χαίρε ζωής αΰλου το έσοπτρον
Χαίρε χαράς μελλούσης προοίμιον
Χαίρε Δαβίδ Μοναζόντων το κλέος
Χαίρε ημών θεοδώρητον εύχος˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Θεωρίαις ταις άνω, εντρυφών, θεοφόρε, ως άγγελος τω δένδρω ωράσο, και ως ουδέν ηγού θεία στοργή, των ανέμων και του ψύχους την κάκωσιν, θαλπόμενος τω Πνεύματι, και ψάλλων τη Τριάδι˙
Αλληλούϊα.
Ίσχυσας θεοφόρε, εν τρισίν όλοις χρόνοις, ροπή τη σοι δοθείση θεόθεν, φύσεως την βίαν ενεγκείν, επί του δένδρου αθλών ως ασώματος˙ διο την καρτερίαν σου, θαυμάζοντες σοι εκβοώμεν˙
Χαίρε ο πλήρης πυρός του θείου
Χαίρε ο μύστης βίου αγίου
Χαίρε των Αγγέλων εν πάσιν εφάμιλλος
Χαίρε των Οσίων της δόξης συνάριθμος
Χαίρε ότι ως ασώματος ηγωνίσω επί γης
Χαίρε ότι δόξης κρείττονος έτυχες εν ουρανοίς
Χαίρε Θεσσαλονίκης θεοβράβευτον γέρας
Χαίρε της Εκκλησίας θεοφώτιστον σέλας
Χαίρε Χριστού ποθήσας την νέκρωσιν
Χαίρε αυτού πλουτήσας την έλλαμψιν
Χαίρε λαμπρώς κοινωνών των αρρήτων
Χαίρε τρυφών εν χαρά των αΰλων˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Κατελθών εκ του δένδρου, δι’ ομφής ουρανίου, Αγγέλου επιστάντός σοι θείου, εν κέλλη Πάτερ σαυτόν μικρά έκλεισας Θεώ αεί αναγόμενος, και τα άνω μυούμενος, και τη Τριάδι έθνους ψάλλων˙
Αλληλούϊα.
Λάμψας εν τη ασκήσει, ώσπερ ήλιος Πάτερ, λαμπρύνεις ευσεβών τας καρδίας˙ διο Θεσσαλονίκη εν σοι, χορεύουσα γεραίρει τους αγώνάς σου, Δαβίδ αειμακάριστε, και πόθω σοι εκβοά ταύτα˙
Χαίρε φωστήρ αδύτου φέγγους
Χαίρε δοτήρ ενθέου σθένους
Χαίρε της οσίας ζωής ο διδάσκαλος
Χαίρε ο εν λόγω και πράξει ισάγγελος
Χαίρε άστρον ουρανόφωτον αίγλης της θεαρχικής
Χαίρε άρμα θεοκίνητον δόξης της Τριαδικής
Χαίρε φωταγωγία των εν σκότει κειμένων
Χαίρε παραμυθία των δεινώς θλιβομένων
Χαίρε ψυχών ο τέμνων την αύλακα
Χαίρε παθών εκτίλλων την άκανθαν
Χαίρε πολλούς προς μετάνοιαν άγων
Χαίρε ψυχάς τω Κυρίω προσάγων˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Μένων εγκεκλεισμένος, και Θεώ συνημμένος, απαύστοις προσευχαίς θεοφόρε, επλήσθης ενθέων δωρεών, και των θαυμάτων εδέξω την δύναμιν, δαίμονας αεί διώκων, και θεραπεύων τους βοώντας˙
Αλληλούϊα.
Νεανίας τις πάσχων, επηρεία δαιμόνων, προσήλθέ σοι πιστώς ανακράζων˙ Ίασαί με ώ Χριστού μιμητά˙ και ευθύς της χάριτος ετρύφησεν, ως τούτον ηυλόγησας, βοώντά σοι Πάτερ γηθοσύνως˙
Χαίρε νοσούντων η θεραπεία
Χαίρε πασχόντων παρηγορία
Χαίρε των θαυμάτων την χάριν δεξάμενος
Χαίρε των δαιμόνων τα στίφη τρεψάμενος
Χαίρε οίκος καθαρώτατος της Τριαδικής αυγής
Χαίρε ότι ιάσαι νοσημάτων τα άλγη
Χαίρε ότι κουφίζεις των πταισμάτων τα βάρη
Χαίρε Χριστού μιμούμενος έλεος
Χαίρε μορφή τοις πάσιν αιδέσιμος
Χαίρε Θεού ιερός παραστάτης
Χαίρε ημών θεοφόρος προστάτης˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε
.
Ξενωθείς των εν κόσμω, ωκειώθης Κυρίω τη ξένη πολιτεία σου Πάτερ, και ξένων θαυμασίων αυτουργός, ξενοπρεπώς μάκαρ εχρηματίσας, Θεού σε μεγαλύναντος, ώ ενθεαστικώς εβόας˙
Αλληλούϊα.
Όλος πεφωτισμένος, θεϊκή επιλάμψει, Δαβίδ θαυματοφόρε θεόφρον, τας κόρας της τυφλής γυναικός, ηνέωξας τη προς Θεόν εντεύξει σου, ήτις Θεόν δοξάσουσα, εβόα σοι εν ευφροσύνη˙
Χαίρε το φως των εσκοτισμένων
Χαίρε χαρά των λελυπημένων
Χαίρε θεατά ουρανίων ελλάμψεων
Χαίρε ιατήρ ψυχικών αμαυρώσεων
Χαίρε ο ελαύνων πάντοτε των δαιμόνων την ορμήν
Χαίρε ο εκφαίνων άπασι του Κυρίου την στοργήν
Χαίρε ο καθαιρέτης χαλεπής αθυμίας
Χαίρε ίνδαλμα θείον θεϊκής θυμηδίας
Χαίρε πηγή πλουσίας χρηστότητος
Χαίρε ακτίς αΰλου θεώσεως
Χαίρε οσμή αρετών ουρανίων
Χαίρε τρυφή των πιστών σου τεκνίων˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Πάσα τάξις ανθρώπων, εξεπλάγη θεόφρον, ιδούσα την αγίαν μορφήν σου˙ ως γαρ άγγελος ώφθης Θεού, ηγλαϊσμένος ευπρέπεια τη άνωθεν, και τον Θεόν εδόξασαν, τον σε δοξάσαντα βοώντες˙
Αλληλούϊα.
Ρήμασι Πάτερ είξας, του θεόφρονος δήμου, απήλθες προς πόλιν βασιλίδα, και πάσιν αιδέσιμος φανείς, τας καρδίας πάντων Θεώ επτέρωσας, την εν σοι θεία χάριτι˙ διο πάντες σοι ανεβόων˙
Χαίρε ο άγγελος εν τη όψει
Χαίρε ο ένδοξος θεά δόξη
Χαίρε θεοφόρε ουράνιε άνθρωπε
Χαίρε σαρκοφόρε επίγειε άγγελε
Χαίρε τη μορφή θεόμορφος και τοις λόγοις θαυμαστός
Χαίρε τη ζωή ασώματος και τοις έργοις ιερός
Χαίρε ο πεπλησμένος θεϊκών δωρημάτων
Χαίρε ο δεδεγμένος εξουσίαν θαυμάτων
Χαίρε πιστοίς παρέχων τα κρείττονα
Χαίρε σοφώς λαλών τα σωτήρια
Χαίρε πραΰς και ηδύς εν τοις τρόποις
Χαίρε απλούς και ευθύς εν τοις λόγοις˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Σύνδρομον Πάτερ έχων, του Κυρίου την χάριν, προείπας εμφανώς τοις συνούσι, την σην ανάλυσιν προς Θεόν, ηνίκα προς πόλιν βασίλειον, επορεύου Δαβίδ Όσιε˙ διο και έψαλλες Κυρίω˙
Αλληλούϊα.
Την εν σοι αγλαΐαν, και του βίου την αίγλην, ηγάσθησαν Δαβίδ θεοφόρε, οι ευσεβείς ημών βασιλείς, και Βασιλέως του επουρανίου σε, θεράποντα εκήρυξαν, βοώντες συν τοις πιστοίς ταύτα˙
Χαίρε Οσίων η ευκοσμία
Χαίρε του Πνεύματος γεωργία
Χαίρε συστοιχία ηθών τελειότητος
Χαίρε φωταυγία της άνω λαμπρότητος
Χαίρε μύστης θεοφόρητος του Παντάνακτος Χριστού
Χαίρε κλέος θεοδόξαστον του θεόφρονος λαού
Χαίρε των βασιλέων ο εκπλήξας τας όψεις
Χαίρε του Παρακλήτου ο βραβεύων τας δόσεις
Χαίρε πληρών χαράς τους θεόφρονας
Χαίρε σοφώς ρυθμίζων τους άφρονας
Χαίρε την σην προειπών εκδημίαν
Χαίρε ημών νεουργών την καρδίαν˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Ύμνησαν τον Σωτήρα, βασιλεύς ο θεόφρων, και άπασα η Σύγκλητος Πάτερ, ιδόντες σε κρατούντα χερσίν, ακαταφλέκτως ανημμένους άνθρακας, και μέγαν σε εκήρυττον, τω σε δοξάσαντι βοώντες˙
Αλληλούϊα.
Φωτοφόρος μετέστης, προς τας άνω σκηνώσεις, τελέσας σου τον δρόμον οσίως, ότε ης Πάτερ εν τη οδώ, επανήκων της βασιλείου πόλεως, ως τούτο προεφήτευσας, τοις συνούσί σοι και βοώσι˙
Χαίρε των άνω ο συμπολίτης
Χαίρε ο φύλαξ ημών και ρύστης
Χαίρε ο ορών τα πάλαι σοι ποθούμενα
Χαίρε ο υμνών Θεόν τον πανοικτίρμονα
Χαίρε ότι κατά μέθεξιν εθεώθης θεϊκήν
Χαίρε ότι βλέπεις πάντοτε την Τρισήλιον αυγήν
Χαίρε της βασιλείας του Θεού κληρονόμε
Χαίρε των σε τιμώντων οδηγέ θεοφόρε
Χαίρε λαβών της δόξης τον στέφανον
Χαίρε ευρών πηγήν την αέναον
Χαίρε ημάς απαλλάττων κινδύνων
Χαίρε φρουρών τον θεοφρονα δήμον˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Χύσις θυμιαμάτων, ουρανίων διέπνει, και ύμνοι ανεμέλποντο θείοι, ότε παρέδωκας τω Θεώ, την σην μακαρίαν ψυχήν πανόσιε, ταφή δε το σον λείψανον, οσία ετίμησαν βοώντες˙
Αλληλούϊα.
Ψάλλοντες εν αινέσει, τον σον άγιον σκήνος, μετήνεγκαν Μονή σου τη θεία ο της Θεσσαλονίκης ποιμήν, και σύμπας ο ευσεβής λαός Άγιε, αγιασμόν λαμβάνοντες, και εκβοώντές σοι τοιαύτα˙
Χαίρε Χριστού τον ζυγόν βαστάσας
Χαίρε εχθρού την ορμήν κατάξας
Χαίρε αγαθών αιωνίων συμμέτοχε
Χαίρε Ασκητών θεοφόρων συνόμιλε
Χαίρε πρέσβυς ημών μέγιστος προς τον εύσπλαγχνον Θεόν
Χαίρε ένθεον υπόδειγμα μοναζόντων ευλαβών
Χαίρε Θεσσαλονίκης προς τον Κτίστην μεσίτης
Χαίρε ο απαλλάσσων εκ πικράς ημάς λύπης
Χαίρε Δαβίδ του πάλαι συνώνυμε
Χαίρε καμού προστάτα θεόληπτε
Χαίρε λαού ευσεβούς ποδηγέτης
Χαίρε παντός αγαθού χορηγέτης˙
Χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Ώ Θεσπέσιε Πάτερ, του Σωτήρος θεράπων, Δαβίδ Θεσσαλονίκης κοσμήτορ, των σων τέκνων δέχου ευμενώς, τον πόθον και δίδου πάσι τα πρόσφορα, σωτηρίαν και λύτρωσιν, αιτούμενος τοις εκβοώσιν˙
Αλληλούϊα.
Και αύθις το Κοντάκιον.
Ήχος πλ. δ’ .Τη υπερμάχω.
Τον εν φυτώ αμυγδαλής οσίως λάμψαντα και εν ασκήσει ώσπερ άγγελον βιώσαντα μακαρίσωμεν προσφόρως Δαβίδ τον θείον˙ εν Οσίοις γαρ εδείχθη θεοδόξαστος και λαμπρόν Θεσσαλονίκης εγκαλλώπισμα τούτω λέγοντες, χαίροις Πάτερ ισάγγελε.
Δίστιχον.
Δαβίδ δίδου δύναμιν τω Γερασίμω
Το χαίρέ σοι Όσιε αναβοώντι.
ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΔΑΒΙΔ
ΤΟΥ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΕΠΙ ΤΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΥΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
Απολυτίκιον. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Των σεπτών σου Λειψάνων την σορόν εκ της Δύσεως, Θεσσαλονικέων η πόλις πανδημεί υπεδέξατο, και άγει εορτήν πνευματικήν, τη τούτων επανόδω αληθώς˙ ότι ήκες τη ση πόλει Πάτερ Δαβίδ, πιστώς αναβοώση σοι˙ δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.
Έτερον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Πόθω δέδεκται, των σων Λειψάνων, εκ της Δύσεως, σορόν την θείαν, Θεσσαλονίκη η πόλις σου Άγιε˙ συ γαρ ημίν μετά χρόνιον στέρησιν, ταύτα δοθήναι και αύθις ηυδόκησας, Δαβίδ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον.
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Τη επανόδω των σεπτών σου Λειψάνων, Θεσσαλονίκη η περίβλεπτος πόλις, αγαλλιάται Πάτερ τη ση χάριτι˙ τούτων γαρ εστέρηται, πλείστοις έτεσι πρώην, άλλ’ ιδού πεπλήρωται, ευφροσύνης αγίας, επανελεύσει τούτων εκ Δυσμών, Δαβίδ θεόφρον, Οσίων αγλάϊσμα.
Μεγαλυνάριον.
Πάλιν επανήκες πόλει τη ση τη επανελεύσει, των Λειψάνων σου των σεπτών, ων τη επανόδω, Θεσσαλονίκη χαίρει, Δαβίδ θαυματοφόρε, και μακαρίζει σε.
Ιδιόμελον. Ήχος α’.
Ευφραίνεται σήμερον, Θεσσαλονικέων η πόλις, ως κιβωτόν αγιασμού δεχομένη, την αγίαν σορόν, Δαβίδ του Οσίου˙ και εόρτια άδουσα άσματα, θείαν χάριν εξ αυτών καρπούται, και ψυχών και σωμάτων ιάματα, τη ενεργεία της χάριτος, της εν αυτή οικούσης˙ επανελήλυθε γαρ ημίν, ο πάλαι χωρισθείς ημών, τας λιτάς δεξάμενος, και τον πόθον πληρώσας, του ποθούντος αυτόν λαού˙ και ο την πόλιν ταύτην αρδεύσας, ασκητικοίς ιδρώσιν, ήδη ταύτην αγιάζει, δια των αγίων αυτού Λειψάνων, προς ον βοήσωμεν˙ Δαβίδ θεοδόξαστε, μη χωρισθείς ημών δεόμεθα, άλλ’ έσο βοηθός ημίν, πάσας τας ημέρας της ζωής ημών.

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού• ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τῶν Ἀποστόλων δωδεκάριθμε δῆμε, οἱ τοῦ Σωτῆρος Μαθηταί καί αὐτοπται, ὑπέρ ἠμῶν πρεσβεύσατε πρός Κύριον, ρύεσθαι ἑκάστοτε, πειρασμῶν καί κινδύνων, καί διδόναι ἄφεσιν, δυσωποῦμεν πταισμάτων, τοῖς προσιούσι πίστει ἀκλινεῖ, τή προστασία ὑμῶν ἀξιάγαστοι.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου•επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν•ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Ἡλίου ἀκτίνες τοῦ νοητοῦ, Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος, καί Ἀπόστολοι θαυμαστοί, παθῶν μου σκεδάσατε τό σκότος, ταῖς φωταυγέσιν ὑμῶν παρακλήσεσιν.
Ἀκρότης τυγχάνοντες Μαθητῶν, ὤ Πέτρε καί Παῦλε, ἀκαθάρτων ἠμᾶς παθῶν, ρύσασθε ὑμῶν ταί ἰκεσίαις, καί πολυτρόπων κινδύνων καί θλίψεων.
Πηγάζοντες ὕδωρ τό καθαρόν, ζωῆς αἰωνίου, δωδεκάριθμοι Μαθηταί, ποτίσατε νάμα σωτηρίας, τούς τηκομένους αἰχμῶ παραβάσεων.
Θεοτοκίον
Ὁ πάντων Δεσπότης καί Ποιητής, ἔκ σού ἐσαρκώθη, καί διέσωσε τόν Ἀδάμ, ὤ πρέσβευε Κόρη Θεομῆτορ, σῶσαι καμέ ἁμαρτίαις ὀλλύμενον.
Ὠδή γ'. Οὐρανίας ἁψίδος.
Σωτηρίας πρός τρῖβον, καί πρός ζωήν κρείττονα, σύν τῷ ἱερῶ Ἰακώβω, Ἀνδρέα πάνσοφε, καθοδηγήσατε, τούς ἀδιστάκτω καρδία, τήν ὑμῶν βοήθειαν, αἰτοῦντας πάντοτε.
Τῶν ἐχθρῶν τάς ἑφόδους, τάς κάθ΄ἠμῶν λύσατε, καί πειρατηρίων ποικίλων, ἠμᾶς λυτρώσασθε, ὤ Ἰωάννη σοφέ, σύν τῷ Φιλίππω τῷ θείω, ὡς μεσίται μέγιστοι, ἠμῶν πρός Κύριον.
Ὁλική διανοία, πίστει ὑμίν σπεύδομεν, δώδεκα Χριστοῦ μυστολέκται, καί ἀνακράζομεν ἐκ πάσης θλίψεως, καί ἀσθενείας καί βλάβης, ἀσινεῖς λυτρώσασθε, ἠμᾶς δεόμεθα.
Θεοτοκίον
Λυτρωτήν καί Σωτήρα, πάντων βροτῶν τέξασα, ἐκ τῶν σῶν ἀχράντων αἱμάτων, Χριστόν Πανύμνητε, τῆς τῶν δαιμόνων μέ, ἐπιδρομῆς καί μανίας, λύτρωσαι μέ δέομαι, τή σῆ χρηστότητι.
Διασωσον ὁ δωδεκάριθμος ἀριθμός δῆμος τῶν Ἀποστόλων, ἀπό πάσης ἐπιφορᾶς καί κακώσεως, τούς προσιόντας τή θεία ὑμῶν πρεσβεία.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Αἴτησις καί τό Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρέσβεια θερμή.
Προστᾶται ἠμῶν, καί θεῖοι ἀντιλήπτορες, Χριστοῦ Μαθηταί, ὑπάρχοντες μή παύσησθε, ἀπαύστως ἐκλυτρούμενοι, τῶν ἐν βίω δεινῶν περιστάσεων, τούς τή ἁγία ὑμῶν ἀρωγή, ἐν πίστει καί πόθω καταφεύγοντας.
Ὠδή δ'. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὡς ἀστέρες ἀείφωτοι, σύν Βαρθολομαίω Θωμά μακάριε, τῷ φωτί τῶν πρεσβειῶν ὑμῶν, λύσατε τόν ζόφον τῆς καρδίας μου.
Νόμω θείω λαμπρύνατε, οἰα νομοθέται τῆς θείας χάριτος, σύν Ματθαίω Μάρκε ἔνδοξε, τούς τή φωταυγεία ὑμῶν σπεύδοντας.
Χάριν θείαν καί ἔλεος, δώδεκα Ἀπόστολοι ἱερώτατοι, καί πταισμάτων ἀπολύτρωσιν, παρά τοῦ Χριστοῦ ἠμίν αἰτήσασθε.
Θεοτοκίον
Ἀειπάρθενε Δέσποινα, πάσης μεθοδείας τοῦ πολεμήτορος, τήν καρδίαν μου ἁπάλλαξον, καί φωτί μέ θείω καταλάμπρυνον.
Ὠδή ἐ'. Φώτισον ἠμᾶς.
Ρύσασθε ἠμᾶς, ὁ Ἰούδας ὁ θεάδελφος, καί Λουκᾶς ὁ μυστογράφος ὁ σοφός, ἐπηρείας τοῦ δολίου πολεμήτορος.
Ἴασαι Σωτήρ, τῆς ψυχῆς μου τά συντρίμματα, ταῖς πρεσβείαις τῶν κλεινῶν σου Μαθητῶν, Σίμωνος τέ καί Ματθία τοῦ θεοφρονος.
Σύστημα σεπτόν, δωδεκάριθμοι Ἀπόστολοι, τάς μυρίας τοῦ ἐχθροῦ ἐπιδρομάς, κάθ΄ἠμῶν κατασυντρίψατε δεόμεθα.
Θεοτοκίον
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, ἐκ ματαίων ἐννοιῶν καί λογισμῶν, τήν καρδίαν καί τόν νοῦν μου ἀποκάθαρον.
Ὠδή στ'. Τήν δέησιν.
Ἐκ πάσης, ἐπιβουλῆς καί ἀπάτης, καί δεινῶν πειρατηρίων τοῦ βίου, Πέτρε καί Παῦλε αὐτοπται Κυρίου, ἀεί λυτροῦσθε τούς πίστει προσπίπτοντας, τή θαυμαστή ἐπισκοπή, τῆς ὑμῶν μεσιτείας πρός Κύριον.
Σαρκός μου, τάς χαλεπᾶς ἀρρωστίας, καί ψυχῆς τάς ἀφορήτους ὀδύνας, τή δεδομένη ὑμίν ἐξουσία, ὤ Ἰωάννη καί θεῖε Ἰάκωβε, γόνοι βροντῆς πανευκλεεῖς, θεραπεύσατε θάττον μακάριοι.
Κακίαν, τήν κάθ΄ἠμῶν τοῦ Βελίαρ, δωδεκάριθμε χορεία ἁγία, τῶν τοῦ Χριστοῦ ἱερῶν Ἀποστόλων, κατασυντρίψατε τάχος δεόμεθα, καί κυβερνήσατε ἠμᾶς, πρός λιμένα θείου θελήματος.
Θεοτοκίον
Ἐτέχθη, ἐκ τῶν ἁγνῶν σου αἱμάτων, ὁ τά ὄντα ἐκ μή ὄντων ποιήσας, ἐν ἡμετέρα μορφή Θεοτόκε, δί΄εὐσπλαχνίας ἀπέραντον πέλαγος, καί ἔσωσεν ἐκ τῆς ἀρᾶς, τούς ὑμνοῦντας τόν ἄφραστον τόκον σου.
Διασωσον ὁ δωδεκάριθμος δῆμος τῶν Ἀποστόλων, ἀπό πάσης ἐπιφορᾶς καί κακώσεως, τούς προσιόντας τή θεία ὑμῶν πρεσβεία.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἔπ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αἴτησις καί τό Κοντάκιον.
Ἦχος β'. Ταῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὤ δωδεκάς Ἀποστόλων ἡ παντιμος, τή Παναγία Τριάδι πρεσβεύσατε, τοῦ ρύεσθαι πόνων καί θλίψεων, τούς τή πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας, ὤ Μύσται τῆς θείας χρηστότητος.
Προκείμενον.
Εἰς πάσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτῶν.
Στίχ.: Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα.
Εὐαγγέλιον κατά Ματθαῖον (θ΄, 36. ι΄, 1-8).
Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἰδών ὁ Ἰησοῦς τούς ὄχλους, ἐσπλαχνίσθη περί αὐτῶν, ὅτι ἤσαν ἐκλελυμένοι, καί ἐρριμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα. Καί προσκαλεσάμενος τούς δώδεκα Μαθητᾶς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καί θεραπεύειν πάσαν νόσον καί πάσαν μαλακίαν. Τῶν δέ δώδεκα Ἀποστόλων τά ὀνόματα εἰσι ταῦτα πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος, καί Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός αὐτοῦ Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου, καί Ἰωάννης ὁ ἀδελφός αὐτοῦ Φιλοππος καί Βαρθολομαῖος Θωμάς καί Ματθαῖος ὁ τελώνης Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου, καί Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεῖς Θαδδαῖος Σίμων ὁ Κανανίτης, καί Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ καί παραδούς αὐτόν. Τούτους τούς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς, παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε, καί εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μή εἰσέλθητε πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δέ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τῶν Ἀποστόλων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β'. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.
Δῆμε δωδεκάριθμε, τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς σοφίας ὄργανα, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεῖοι ρήτορες, οἱ τήν γῆν ἅπασαν, πίστεως τῷ φέγγει, ἱερῶς καταφωτίσαντες, πολλήν ὡς ἔχοντες, πρός τόν Βασιλέα καί Κύριον, τήν παρρησίαν ἔνδοξοι, ἴλεων αὐτόν ἀπεργάσασθε, πάσι τοῖς ἐν πίστει, προστρέσουσιν ὑμῶν τή ἀρωγή, καί ἑξαιτούσιν ἑκάστοτε, ὑμῶν τήν ἀντίληψιν..
Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού• προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων• ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών• τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ ἁγίου ....... (τῆς ἡμέρας), καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.
Ὠδή ζ'. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Παθημάτων τήν φλόγα, ἐπομβρίαις ἁγίαις Ἀνδρέα ἔνδοξε, καί Φίλιππε τρισμάκαρ, σβέσατε δυσωποῦμεν, τῶν βοώντων ἑκάστοτε ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν, Θεός εὐλογητός εἰ.
Ἐκ παθῶν καί κινδύνων, ἀνωτέρους τηρεῖτε ἠμᾶς δεόμεθα, σοφέ Βαρθολομαῖε, Θωμά τέ θεηγόρε, ἴνα πόθω κραυγάζωμεν ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν, Θεός εὐλογητός εἰ.
Γεωργοί θεηγόροι, ἀμπελῶνος τοῦ θείου σοφοί Ἀπόστολοι, νεώσατε ἀρότρω, τῷ θείω τάς καρδίας, τῶν βοώντων ἑκάστοτε ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν, Θεός εὐλογητός εἰ.
Θεοτοκίον
Ἐν ὀδύνη καρδίας, σοί προσπίπτω Παρθένε, καί ἀνακράζω σοί παθῶν τῆς τυραννίδος, ἁπάλλαξον τόν νοῦν μου, καί βοώντα μέ οἴκτειρον ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν, Θεός εὐλογητός εἰ.
Ὠδή ἡ'. Τόν Βασιλέα.
Ρείθροις ἀΰλοις, τήν ξηρανθεῖσαν ψυχήν μου, καταρδεύσατε Ματθαῖε θεηγόρε, καί Μάρκε θεοφρον, ὡς Μαθηταί Κυρίου.
Ἀκτίσι θείαις, ὑμῶν τῆς θείας πρεσβείας, καταυγάσατε ἠμῶν τάς διανοίας, Σίμων θεηγόρε, Λουκᾶ τέ καί Ματθία.
Σύστημα θεῖον, τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, δωδεκάκρουνε πηγή τῆς Ἐκκλησίας, βλύσατε μοί ὕδωρ, ζωῆς τῆς ἀθανάτου.
Θεοτοκίον
Ἴασαι Κόρη, τήν ἀσθενοῦσαν ψυχήν μου, ἁμαρτήμασι καί λογισμοῖς ἀτόποις, ἴνα σέ δοξάζω, τήν Κεχαριτωμένην..
Ὠδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Μή παύσησθε πρεσβεύειν, ὑπέρ ἠμῶν Κυρίω, Πέτρε καί Παῦλε, Ἀνδρέα Ἰάκωβε, ὡς ἄν ζωῆς τῆς ἀλήκτου ἀξιωθείημεν.
Οἱ μύσται τοῦ Σωτῆρος, μάκαρ Ἰωάννη, Βαρθολομαῖε Ἰούδα καί Φίλιππε, Θωμά Λουκᾶ καί Ματθαῖε ἠμᾶς φρουρήσατε.
Ὑψίστου παραστᾶται, Μάρκε καί Ματθία, καί θεῖε Σίμων ἀπαύστως πρεσβεύετε, ἁμαρτημάτων διδόναι ἠμίν συγχώρησιν.
Θεοτοκίον
Ὑπέρ τῶν προσκυνούντων, τόν φρικτόν σου τόκον, δί΄οὐ φθορᾶς καί θανάτου ἐρρύσθημεν, ὑπεραγία Παρθένε ἀπαύστως πρέσβευε.
Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.
Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, τῆς οἰκονομίας τοῦ Σωτῆρος μυσταγωγοί χαίρετε φωστῆρες, ἁπάσης οἰκουμένης, σοφίας ὑπερκόσμου, ἐνδιαιτήματα.
Πέτρον Παῦλον Μάρκον καί τόν Λουκᾶν, Ματθαῖον Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τέ καί Θωμᾶν, καί Βαρθολομαῖον, καί Φίλιππον Ἰούδαν, καί Σίμωνα Ματθίαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.
Μύσται τοῦ Σωτῆρος καί Μαθηταί, τοῦ σαρκί φανέντος, καθωράθητε ἀληθῶς, καί τῶν οὐρανίων, ἐπόπται μυστηρίων, Ἀπόστολοι Κυρίου, θεοειδέστατοι.
Ρύσασθε κινδύνων καί πειρασμῶν, καί πάσης ἀνάγκης δωδεκάριθμοι Μαθηταί, τοῦ Παμβασιλέως, ὑμῶν ταῖς ἰκεσίαις, τούς τή σεπτή πρεσβεία, ὑμῶν προστρέχοντας.
Χαίρετε τῆς χάριτος θησαυροί, καί τῶν ἐν τῷ σκότει, λαμπαδοῦχοι καί ὁδηγοί χαίρετε προστᾶται, Χριστοῦ τῆς Ἐκκλησίας, καί βοηθοί ἁπάντων, θεῖοι Ἀπόστολοι.
Ἔχοντες μεγίστην πρός τόν Χριστόν, παρρησίαν ὄντως, δωδεκάριθμοι Μαθηταί, ἀεί δυσωπεῖτε, παθῶν διδόναι λύσιν, καί ἄφεσιν πταισμάτων, ἠμίν δεόμεθα.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.
Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Τά συνήθη τροπάρια, ἐκτενής καί ἀπόλυσις, μέθ΄ἤν τό ἑξῆς:
Ἦχος, β'. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Μύσται καί Ἀπόστολοι Χριστοῦ, οἱ τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρες, ἀειλαμπέστατοι, δῆμε δωδεκάριθμε, καί θεοσύλλεκτε, τάς δεήσεις προσδέξασθε, ἠμῶν δυσωποῦμεν, καί μή διαλίπητε, Χριστῷ πρεσβεύοντες, ὅπως πειρασμῶν καί κινδύνων, καί πειρατηρίων παντοίων, πάντοτε ρυώμεθα δεόμεθα.
Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.
Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.

«Όπου επισκιάζει η χάρις σου Αρχάγγελε, από εκεί διώκεται η δύναμη του διαβόλου.
Διότι δεν μπορεί να μείνει κοντά στο Φώς σου ο εωσφόρος που έπεσε στο σκοτάδι και παραμένει σ’ αυτό.
Γι' αυτό Μιχαήλ Αρχάγγελε, σε παρακαλούμε να σβήνεις τα βέλη του που είναι γεμάτα πυρ και κινούνται εναντίον μας»

Το ευχαριστήριο γράμμα τους ήρθε ενθουσιώδες, συγκινητικό και γεμάτο ευγνωμοσύνη για την Υπεραγία Θεοτόκο. Παρακαλούσαν δε να αναφτούν μπροστά στην θαυματουργή εικόνα Της δύο λαμπάδες ευχαριστίας.
Το γράμμα το έγραψαν δύο Ελληνίδες από την Μελβούρνη , οι οποίες ευεργετήθηκαν και οι δύο. Η μία εξ αυτών, η κυρία Σταυρούλα, είχε επισκεφτεί την Ι. Μονή προ καιρού. Είχε πάρει εικόνα της Παναγίας και ένα βιβλίο που περιέχει μέσα καταγεγραμμένα θαύματα Της. Τα θαυμαστά γεγονότα έγιναν ως εξής:
Συγκεκριμένα, η εν λόγω Ελληνίδα είχε μία φίλη, την κυρία Μαρία από την Σάμο, της οποίας ο σύζυγος ήταν άρρωστος περί τα 15 χρόνια! Δεν καταλάβαινε τίποτε, δεν περπατούσε, δεν μιλούσε. Συνέχεια μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο.
Τότε η πρώτη κυρία έδωσε το βιβλίο με τα θαύματα της Παναγιάς στην άλλη και την παρώτρυνε να προσευχηθεί με πίστη, για να δώσει τη βοήθειά Της η Υπεραγία Θεοτόκος στον άρρωστο σύζυγό της.
Πράγματι, έτσι έγινε. Αναμφίβολα και η καλή φίλη προσευχήθηκε κι εκείνη για τον άνθρωπο αυτό που ήταν τόσα πολλά χρόνια σαν ένας νεκρός ζωντανός!
Και η Θεία Πρόνοια ήρθε εκείνο το ίδιο το βράδυ!
Το πρωί που πήγε η κυρία Μαρία στο νοσοκομείο για να συμπαρασταθεί στον σύζυγό της, τον βρήκε σε μία απίστευτα καλή κατάσταση και με αποκατεστημένη την ομιλία του! Την καλωσόρισε και έκλαιγαν και οι δύο από συγκίνηση, γιατί είχε ν’ ακούσει τη φωνή του, ως προεγράφη, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια! Της είπε δε και το εξής:
- Μαρία , απόψε ήρθε η Παναγία και με θεράπευσε!
Το δεύτερο θαύμα έγινε στην κυρία Σταυρούλα, την φίλη της ανωτέρω αναγραφόμενης κυρίας.
Η κόρη της, λόγω κάποιου όγκου, έκανε «ολική αφαίρεση». Δυστυχώς όμως , και μετά την εγχείρηση, ακολούθησε η αιμορραγία. Είχε πλέον εξαντληθεί. Την μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο και την ξανάνοιξαν! Δεύτερη εγχείρηση! Το τρομερό όμως ήταν πως η αιμορραγία εξακολούθησε. Οι γιατροί βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Είπαν στη μητέρα της πως Τρίτη εγχείρηση θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα τρεις ολικές ναρκώσεις , θα τις άντεχε ο οργανισμός της;
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβη κανείς την αγωνία των συγγενών και ειδικά της μητέρας της. Οι πιστοί άνθρωποι όμως δεν πανικοβάλλονται, πιστεύουν στο έλεος του Θεού και προσεύχονται. Ποιος ξέρει πόσες ώρες έκανε προσευχή εκείνο το βράδυ η ξενητεμένη αυτή πιστή ελληνίδα και πόσα δάκρυα έχυσε μπροστά στο εικονοστάσι της… Είπε ότι «Παρακάλεσα την Παναγία μας την Βαρνάκοβα κλαίγοντας , να βάλει το χεράκι Της στην κόρη μου», αλλά την θέρμη και τον πόνο αυτής της προσευχής μόνο ο Θεός την γνωρίζει.
Το αποτέλεσμα ήταν πως την άλλη μέρα που πήγε στο νοσοκομείο, της ανήγγειλαν οι γιατροί πως εκείνο το βράδυ η αιμορραγία σταμάτησε. Η κόρη της είχε σωθεί!
Είθε η Παναγία Μητέρα να σκεπάζει όλους τους ξενητεμένους μας, και όλο τον κόσμο.
Πηγή: «Η Μεγαλόχαρη Παναγία Η Βαρνάκοβα

Κοντάκιον. Ἦχος πλ δ΄. Τή ὑπερμάχω στρατηγῶ.
Τῷ καλλινίκω τοῦ Χριστοῦ Ἱερομάρτυρι, καί ἰατρῶ θαυματουργῶ ψυχῆς καί σώματος, μελωδήσωμεν Χαράλαμπες σοί τόν ὕμνον. Ἀλλ’ ὡς μέγας καταρράκτης τῶν ἰάσεων, παθῶν, νόσων καί δαιμόνων ἐλευθέρωσον τούς κραυγάζοντας·
Χαίροις, Μάρτυς Χαράλαμπες
Ἄγγελοι ἀοράτως, σού τούς ἄθλους ὀρῶντες,ἐέθαυμασαν Χαράλαμπες Μάρτυς (γ΄)· καί σύν τοῖς Ἀγγέλοις οἱ πιστοί, πάντες σοί τόν ὕμνον προσκομίζουσι· καί ἀμφότεροι
τή δόξη σου τερπόμενοι, βοῶσιν οὕτω:
Χαῖρε, ὁ μέγας Ἱερομάρτυς·
χαῖρε, Τριάδος ὁ παραστάτης.
Χαῖρε εὐσεβῶν γεννητόρων τό Βλάστημα·
χαῖρε Μαγνησίας δόξα καί καύχημα.
Χαῖρε, ὅτι πρό συλλήψεως προωρίσθης ἐκ Θεοῦ·
χαῖρε, ὅτι ἐκ νεότητος εὐφημίσθης πανταχοῦ.
Χαῖρε, ἱερωσύνης ὁ κανών καί τό κλέος·
χαῖρε, ἁγιωσύνης τό θειότατον κάλλος.
Χαῖρε, λαοῦ ὁ μέγας διδάσκαλος·
χαῖρε, ἠμῶν προστάτης ὁ πάγκαλος.
Χαῖρε, δί' οὗ ἡ ἐλπίς ἐκπληροῦται·
χαῖρε, δί’ οὗ ὁ Θεός ἰλεοῦται.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Βλέπων, ὑπερανθρώπως ὑπομένοντα πόνους, ἡγεμών τιμωρεῖ ἀπανθρώπως, σέ, τόν θεράποντα Χριστοῦ καί Μαρτύρων πάντων μείζονα Χαράλαμπες, θανάτου ἀπειλήν καταφρονήσαντα, καί ἐκβοώντα·
Ἀλληλούια
Γνῶσιν ἔνθεον ἔχων, ὁ Θεῶ ἐγνωσμένος, ἐλέγχει τήν Σεβήριον πλάνην καί ἑλκύων πλήθη πρός Χριστόν, Χαραλάμπης, τόν μέν τύραννον κατήσχυνε, πιστούς δέ πάντας ἤγειρε, βοᾶν μετ’ εὐλαβείας οὕτω:
Χαῖρε, ὁ Μάρτυς τῆς ἀληθείας·
χαῖρε, ὁ κῆρυξ τῆς εὐσεβείας.
Χαῖρε, τῆς εἰδώλων θρησκείας κατήγορε·
χαῖρε, τῆς ἐνθέου σοφίας πληρέστατε.
Χαῖρε, ὅτι σύ ἐνίκησας Σατανᾶν τόν τρομερόν·
χαῖρε, ὅτι σέβας δέδωκας τῷ λαῶ ὡς ὁ Χριστός.
Χαῖρε, τῆς Ἀποστόλων διδαχῆς ὁ εἰδήμων·
χαῖρε, τῆς Ἀθλοφόρων συνεδρίας εὐσχήμων.
Χαῖρε, Θεοῦ λατρείας διάκονε·
χαῖρε, σεπτοῦ ναοῦ σου διάκοσμε.
Χαῖρε, Σταυροῦ ὁ ὑψώσας τό κέρας·
χαῖρε, ἐχθροῦ ὁ πατήσας τά κέντρα.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Δύναμιν τήν ἐξ ὕψους, πανοπλίαν ὡς ἔχων, Χαράλαμπες, ὑπέστης ἀνδρείως, φρικτᾶς Βασάνους διά Χριστόν, τήν τέ τῆς σαρκός ἀνάλωσιν, διά σιδηρῶν ὀργάνων παμμακάριστε, βοῶν τῷ ἐν ὑψίστοις·
Ἀλληλούια
Ἔχων μάταιον ζῆλον, Δούξ ὁ λάτρις εἰδώλων, ἀνηλεῶς τάς σάρκας σου ξέει· οὗ καί ἐκόπησαν ἀοράτως αἵ χεῖρες, σύ δέ τοῦτον θεραπεύσας, Ἀγγέλους καί ἀνθρώπους τέ ἐξέπληξας ὑμνεῖν σέ οὕτω:
Χαῖρε, Χαράλαμπες Ἀθλοφόρε·
χαῖρε, ἀήττητε Σταυροφόρε.
Χαῖρε, τοῦ Δουκός ὁ πατάξας τό τόλμημα·
χαῖρε τοῦ αὐτοῦ ὁ ἰάσας τό φρόνημα.
Χαῖρε, ὅς ὑπέστης κάκωσιν πολυτρόπως τή σαρκί·
χαῖρε, ὅς παρέστης βήματι τοῦ τυράννου τή σπουδή.
Χαῖρε, ὅτι ἐφλέχθη τῷ πυρί σου τό σῶμα·
χαῖρε, ὅτι ἐστέφθης μαρτυρίου τή αἴγλη.
Χαῖρε, δί’ οὗ πολλοί διασώζονταν·
χαῖρε, δί’ οὗ λεπροί ἐκκαθαίρονται
Χαῖρε, ἰατρέ τῶν νοσούντων ἡ ρώσις·
χαῖρε, ἱερεῦ τῶν αἰτούντων ἡ δόσις.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Ζήλου δαιμονιώδους, ὁ Σεβῆρος ἐπλήσθη, ἰδών ὅτι ὑπό σου, ὤ Πάτερ, διώκονται δαίμονες, τυφλοί ἀναβλέπουσι· σύ δ’ ἔτι Χαράλαμπες, νεκρούς ἤγειρας, τῷ σέ θαυμαστώσαντι Θεῶ, κραυγάζων·
Ἀλληλούια
Ἤκουσεν ὁ Σεβῆρος, τά ἐν σοῖ, καί τό σῶμα κατάστικτον ποιεῖται τοῖς ἤλοις· καί ἐκ τῶν γενείων προσδεθεῖς, ὡς ἡμιθνητός ἐφέρου. Τό ὑπέρλαμπρον δέ τοῦ μαρτυρίου σου, καταπλαγεῖσα ἡ Ἑλλάς, βοᾶ σοί:
Χαῖρε, δαιμόνων τό μέγα τραῦμα·
χαῖρε, ἀνθρώπων τό θεῖον θαῦμα.
Χαῖρε, Χαράλαμπες, ἐν μάρτυσι μέγιστος·
χαῖρε, ἀθλητά, ἐν ἱερεύσιν ὁ ἄριστος.
Χαῖρε, ὅτι σύ ἐπόνεσας ὡς οὐδείς τῶν Ἀθλητῶν·
Χαῖρε, ἤλοις προσηλούμενος ὠμοιώθης τῷ Χριστῷ.
Χαῖρε, ὅτι τή σούβλη διεπάρης τά στέρνα·
χαῖρε, ὅτι σου ὅλον ἐξεδάρη τό δέρμα.
Χαῖρε, δί’ οὗ Θεός τεθαυμάστωται·
χαῖρε, δί’ οὗ ἐχθρός τεθανάτωται.
Χαῖρε, τό ἄρρητόν της σῆς καρτερίας·
χαῖρε, τό ἀήττητόν της σῆς ἀνδρείας.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Θαύματα καί δυνάμεις, Παρακλήτου δυνάμει τελέσας, οὐρανῶν τάς Δυνάμεις ἐξέστησας, καί θαυματουργῶν Ἁγίων ἐδείχθης ὑπέρτερος. Βλέπων δέ, ὅτι σοί ὑποτάσσεται πνεύματα, Θεῶ ἐβόας·
Ἀλληλούια
Ἴδον ὡς ἐν ἐκστάσει, ἅ οὐδέποτε εἶδον, παράδοξα ἐν σοῖ οἱ αὐτοπταί· τόν γάρ ἀπνοῦν ὕπτιον νεκρόν, ἀναστάντα ἐθεώρουν τῷ λόγω σου, Χαράλαμπες, καί ἔκθαμβοι ἐβόων μετά δέους πάντες:
Χαῖρε, νεκρόν εὐχή ἀναστήσας·
χαῖρε, ἐχθρόν ποσί σου πατήσας.
Χαῖρε, Πατρός, Λόγου καί Πνεύματος πάροχε·
χαῖρε, Χριστοῦ λίθε, ἀδάμας καί σμάραγδε.
Χαῖρε, ὁ λιθοτυπτόμενος ὄψεσιν ὑπέρ Χριστοῦ·
χαῖρε, ὁ πυριφλεγόμενος τῷ προσώπω δί’ Αὐτόν.
Χαῖρε, ἱερουργέ, φρικτῶν Χριστοῦ μυστηρίων·
χαῖρε, θαυματουργέ, ὑπερφυῶν τεραστίων.
Χαῖρε, πταιόντων πρέσβυς πρός Κύριον·
χαῖρε, πασχόντων ταχεία ἐπίσκεψις.
Χαῖρε, θανάτου διώκων τό φάσμα·
χαῖρε, ζωῆς ἐπινίκιον ἄσμα.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Κάκωσιν οὐρανόθεν, ὁ Σεβῆρος λαμβάνει, καί Κρίσπος, κατά σου Ἀθλοφόρε, καί κατά Χριστοῦ μανιωδῶς βλᾶσφημοῦντες, ἐπατάχθησαν οἱ ἄφρονες, καί οὗτοι σέ ἱκέτευον, σύ δέ ὑπέρ αὐτῶν ἐβόας·
Ἀλληλούια
Λύτρωσιν ἐπεζήτει, παρά σου τοῦ εὐρέσθαι, μετέωρος ἀρθεῖς ὁ Σεβῆρος· σύ δέ Χαράλαμπες, σπαραγμούς καρτερήσας τή σαρκί συντριβόμενος, καί ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν σου δεόμενος, ἀκούεις οὕτω:
Χαῖρε, ὁ γόνος τῆς εὐσπλαγχνίας·
χαῖρε, υἱέ ἀνεξικακίας.
Χαῖρε, ὁ τήν γῆν οὐρανώσας τοῖς ἔργοις σου·
χαῖρε, οὐρανούς προσγειώσας τοῖς θαύμασι.
Χαῖρε, λύχνε φαεινότατε ὁ φωτίζων τούς πιστούς·
χαῖρε, πύργε οὐρανόμηκες ὁ ἀεί φρουρῶν αὐτούς.
Χαῖρε, ὁ τούς ἐχθρούς ὑπέρ σαυτόν ἀγαπήσας·
χαῖρε, βασανιστῶν σου τάς ὀδύνας ἰάσας.
Χαῖρε, δί’ οὗ χολέρα διώκεται·
χαῖρε, δί’ οὗ πανώλης ἐλαύνεται.
Χαῖρε, Χριστοῦ μέγας Μάρτυς καί θύτης·
χαῖρε, καμού ὁ προστάτης καί ρύστης.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Μέγας ὁ Θεός σου, ὁ Σεβῆρος βοᾶ Χαραλάμπει ἱκετεύων λυθῆναι, καί συγκαταβῆναι ἐπί γής· ὁ εὐθύς ἐγένετο, Γαλήνης μέν πρεσβευσάσης πρός τόν Μάρτυρα, ὁ Μάρτυς δέ Κυρίω κράζων·
Ἀλληλούια
Νέας ἐπινοήσας ὁ Σεβῆρος βασάνους, καί αὔθις προσκαλεῖ Χαραλάμπη, τόν γενναῖον Χριστοῦ ἀθλητήν, οὗ καί χαλινόν βαλῶν ἐν τῷ στόματι, ἐμπαικτικῶς ἐλαύνεσθαι προσέταξεν, πρός ὄν βοῶμεν:
Χαῖρε, ὁ ἥρως τῶν Μαρτύρων·
χαῖρε, ὁ λάτρις τοῦ Σωτῆρος.
Χαῖρε, ἀρετῶν τῆς ἀγάπης θησαύρισμα·
χαῖρε, λυμεῶνος κακίστου καταργημα.
Χαῖρε, ὅτι ἐβασίλευσας κατά πάντων τῶν παθῶν·
χαῖρε, ὅτι δόξης ἔτυχες τῶν μεγίστων Ἀθλητῶν.
Χαῖρε, καί δέομαί σου Μάρτυς παῦσον τούς πόνους·
χαῖρε, καί δεῦρο Ἅγιε γενού ἰατρός μου.
Χαῖρε, βροτῶν νοσούντων ἡ ἴασις·
χαῖρε, πολλῶν πεσόντων ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, θεῶν ψευδωνύμων ἡ πτῶσις·
χαῖρε, λαοῦ Χριστωνύμου ἡ βάσις.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Ξόανα τά τοῦ σκότους, βασιλέως θυγάτηρ συντρίβει, τοῦ ἀθλῆσαι ποθοῦσα ὑπέρ Χριστοῦ· καί νῦν ἐστεμμένη Παρθενομάρτυς σύν Ἀγγέλοις, Χαράλαμπες, βοᾶ μετά σου, Θεῶ τῷ βασιλέων Βασιλεῖ, τό·
Ἀλληλούια
Ὅλος ὤφθη ὡς δένδρον, εὐσκιόφυλλον Μάρτυς Χαράλαμπες, ὁ στύλος οὗ ἤψω· τίς ἐπαξίως αἰνέσει σέ; σῶν θαυμασίων Ἄγγελοι ὑμνῆσαι μόνον δύνανται, δί’ ὅπερ ἐκπλαγέντες σοί, βοῶμεν ταῦτα:
Χαῖρε, ὁ θρίαμβος τῆς Τριάδος·
χαῖρε, περάτων τοῦ κόσμου θάμβος.
Χαῖρε, πρό θανάτου τελέσας τεράστια·
χαῖρε, καθ’ ἑκάστην ποιῶν θαυμάσια.
Χαῖρε, στύλον τόν καταξηρόν ὁ δενδρώσας τή ἁφή·
χαῖρε, τοῦτον καί κατακαρπόν ἀποδείξας ἐν βραχεῖ.
Χαῖρε, ὅτι διδάσκων ὑπ’ αὐτόν μέγας ὤφθης·
χαῖρε, ὅτι ἐν τούτω τοῖς δημίοις ἐδόθης.
Χαῖρε, δί’ ὄν Σεβῆρον ἐκλόνησας
χαῖρε, ἐφ’ ὤ λαόν ὑπερθαύμασας.
Χαῖρε, ἀστήp τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας·
χαῖρε, ποιμήν τῆς Αὐτοῦ κληρουχίας.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Πάσαν ἔνθεον πράξιν, τῶν θαυμάτων σου Μάρτυς, μαθῶν ὁ θηριόμορφος ἄρχων κατά σου τό τέλος προσφωνεῖ, ὅ καί προσδεξάμενος Χαράλαμπες, ἐκτενῶς χαίρων προσηύξω τῷ Κυρίω σου, ὑπέρ ἁπάντων, ἄδων·
Ἀλληλούια
Ρύσαι, Θεέ τῶν ὅλων, ἐκ παντοίων κινδύνων, ὁ Μάρτυς προσευχόμενος κράζει, δί’ ἐμοῦ Χριστέ Παμβασιλεύ, τούς τιμώντας μέ τόν δοῦλον Σου, θείας δέ φωνῆς, γένοιτο τό θέλημά σου ἤκουσεν, ἐφ’ ὤ βοῶμεν:
Χαῖρε, Θεοῦ τῆς ἀγάπης Μάρτυς·
χαῖρε, πνευμάτων τοῦ μίσους μάστιξ.
Χαῖρε, ὑπερβαίνων Μαρτύρων τήν ἄθλησιν·
χαῖρε, ταπεινώσας δαιμόνων τήν ἔπαρσιν.
Χαῖρε, ὅς ἤκουσας Χριστοῦ πληροῦντος πᾶν αἴτημά σου·
χαῖρε, ὅς ἔσωσας ἐκ θανάτου λαούς κράζοντας σοί.
Χαῖρε, ὁ ἀνοιγέντα οὐρανόν θεωρήσας·
χαῖρε, ἰδών Θεόν καί μετ’ Αὐτοῦ ὁμιλήσας.
Χαῖρε, Ἐδέμ τό κάλλος αἰσθόμενος·
χαῖρε, ἀΰλω δόξη τερπόμενος.
Χαῖρε, πιστῶν ἀνεγείρων τήν πτῶσιν·
χαῖρε, χαρίζων αὐτοῖς θείαν γνῶσιν.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Σῶσαι θέλων τούς πάντας, ὑπέρ πάντων πρεσβεύει, ἀεί ζωοποιῶ τή Τριάδι, Χαραλάμπης ἔχων πρός Θεόν παρρησίαν μεγίστην ἄνευ δέρματος γάρ ζήσας πέντε ἔτη ὀδυνώμενος, νῦν χαίρων ψάλλει·
Ἀλληλούια
Τεραστίων ὤ ξένων καί θαυμάτων φρικτῶν! ὀστᾶ γάρ τοῦ Χαραλάμπους θεόθεν, ἰάσεις τελούσι καί ἐκβλύζουσι θαύματα ὡς ρεῖθρα Νειλώα ἐκ τῆς Εἰκόνος αὐτοῦ, οὗ ταῖς πρεσβείαις τύχοιμεν, βοῶντες:
Χαῖρε, τό πέλαγος τῶν θαυμάτων·
χαῖρε, ὁ χείμαρρος ἰαμάτων.
Χαῖρε, ἀνίατους τάς νόσους ἰώμενος·
χαῖρε, Σιλωάμ τόν ναόν σου δεικνύμενος.
Χαῖρε, ὅτι ἐξέστη τή δόξη σου οὐρανός καί γῆ·
χαῖρε, ὅτι ἔφριξαν δαίμονες δυνάμει τή σή.
Χαῖρε, τῶν ἱκετῶν σου πρεσβευτά καί προστάτα·
χαῖρε, τῶν ὑμνητῶν σου ἡ χαρά διά πάντα.
Χαῖρε, ἐχθροῦ ἠμᾶς ὁ ρυόμενος·
χαῖρε, Χριστῷ ἠμᾶς προσφερόμενος.
Χαῖρε, ὁ φῶς καί χαράν ὑπερλάμπων·
χαῖρε, ὡς φλόξ τά δαιμόνια φλέγων.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Ὕμνος ἅπας σοί πρέπει, τῷ ἠμῶν εὐεργέτη, Χαραλάμπει προστάτη τῷ θείω· πανταχοῦ γάρ προφθάνεις τούς πάντας. Ποία γάρ Ἤπειρος οὐκ ἔτυχε σής βοηθείας; Ἑλλάς δέ, τήν σήν Κάραν ὡς θησαυρόν κατέχουσα, κράζει·
Ἀλληλούια
Φέρων σώματι ὄλω πληγᾶς, αἴρων τάς χεῖράς σου πρός Θεόν, ὑπέρ ἠμῶν σπεῦσον· σῶν μαρτυρίων γάρ ἡ ἀνάμνησις παύει Κριτού ὀργήν, καί συγκινεῖ τόν Δίκαιον, ἀνομίας συγχωρεῖν τῶν πάθω σοί βοώντων:
Χαῖρε, αὐτόπτα τῶν οὐρανίων·
χαῖρε, παρόπτα τῶν ἐπιγείων.
Χαῖρε, τῶν λειψάνων ὀσμή σου ἡ ἄρρητος·
χαῖρε, σῶν θαυμάτων ἡ χάρις ἡ ἄπειρος.
Χαῖρε, ὅτι ἐκ τῆς κάρας σου ρεῖθρα βλύζουσι ζωῆς·
χαῖρε, ὅτι τάς ὀπᾶς ἐκ τῶν ἥλων φέρεις ἐπ’ αὐτῆς.
Χαῖρε, ὁ Μετεώροις παρεστῶς πολιοῦχος·
χαῖρε, ὁ Μαγνησίας γεγονῶς τροπαιοῦχος.
Χαῖρε, λοιμοῦ ἀμβλύνας τό θέριστρον·
χαῖρε, τοῦ πλάνου συντρίψας τό ἄγκιστρον.
Χαῖρε, τῆς πίστεως ἄσειστος στύλος·
χαῖρε, τοῦ κόσμου ὁ ἄσβεστος λύχνος.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Χάριν εὗρε μεγίστην, Κάραν σου ὡς πλουτοῦσα, Μονή ἐν Μετεώροις κειμένη, ἡ τοῦ Πρωτομάρτυρος, πανένδοξε Χαράλαμπες, καί σέ μεθ’ ἠμῶν δοξάζουσα, βοᾶ τῷ σέ δοξάσαντι Θεῶ ἀπαύστως·
Ἀλληλούια
Ψάλλοντές σου τόν ὕμνον, ἐν ἁγίω Ναῶ, σοῖς λειψάνοις καί εἰκόνι σου ἅμα, λοιμικής καί παντοίων νόσων ἐκλυτρούμεθα· διό πρέσβυν σέ πρός τόν Θεόν καί ἐκ κινδύνων ρύστην ἔχοντες, βοῶμεν πάντες:
Χαῖρε, Χριστοῦ ὁ στρατιώτης·
χαῖρε, Ἁγίων ἡ σταθερότης.
Χαῖρε, σταυροφόρου λαοῦ ὁ ὑπέρμαχος·
χαῖρε, διαβόλου ὁ μέγας ἀντίπαλος.
Χαῖρε, ὅτι ἀγρυπνοῦντα μέ ἁπαλλάττεις τοῦ ἐχθροῦ·
χαῖρε, ὅτι καί ὑπνούντα μέ προφυλάττεις ἐξ αὐτοῦ.
Χαῖρε, ὁ ἁγιάσας σῶν αἱμάτων τήν χθόνα·
χαῖρε, ὁ θαυμαστώσας σου τήν θείαν εἰκόνα.
Χαῖρε, σέ γάρ Ἀρχάγγελοι στέφουσι·
χαῖρε, σέ γάρ οἱ δαίμονες τρέμουσι.
Χαῖρε, δί’ οὗ θεραπεύονται πάθη·
χαῖρε, δί’ οὗ ὁ Θεός ἐδοξάσθη.
Χαῖρε, Μάρτυς Χαράλαμπες
Ὤ Χαράλαμπες μάκαρ, τοῦ Χριστοῦ προσφιλέστατε δοῦλε καί πολυάθλε Μάρτυς (γ΄)· τούς ὑμνοῦντας σέ θαυματουργέ, ἀπό πάσης ρύσαι νόσου ἅπαντας, καί πυρός του αἰωνίου σαῖς πρεσβείαις, τούς Θεῶ βοώντας·
Ἀλληλούια

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί
καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι
οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν
ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα
πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι
τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού•
ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία.
Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας
τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τή πολυσόφω καί κλυτή Ἀθληφόρω, Αἰκατερίνη τή τοῦ Κτίσαντος νύμφη, προσέλθωμεν οἱ πάσχοντες βοῶντες ἐκ ψυχῆς. Μάρτυς ἀξιάγαστε, ἐξελού τούς σούς δούλους,
τῆς παρούσης θλίψεως, καί μελλούσης ἀνάγκης. Σύ γάρ μεγίστην ἔχεις πρός Χριστόν, καί παρρησίαν, σεμνή καί οἰκείωσιν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως
νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου•επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας
μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν
δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας,
τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί
εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον
ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος
μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός,
ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν,
ἔδωκα ἀν•ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε,
ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον
σού μόσχους.
Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Αἰκατερίνης σωθείημεν πρεσβείαις. Ἀμήν.
Ἀκήρατε νύμφη τοῦ Ἰησοῦ, προσχες οὐρανόθεν, καί ἐνώτισαι τάς φωνᾶς, τῶν πίστει θερμή σοί προσιόντων, Αἰκατερίνα καί δός τά αἰτήματα.
Ἰλέω σου ὄμματι εὐμενῶς, ἴδε καλλιμάρτυς, τῆς ψυχῆς μου τήν συντριβήν, καί ὄρεξον χείρα βοηθείας, Αἰκατερίνα τῷ σοί ἀτενίζοντι.
Κενώσας ὀργίλως ὁ δυσμενής , τή ψυχή μου Κόρη, τήν πικρίαν τῶν ἡδονῶν, νεκρόν μέ κατέστησεν ἀθλίως, ἀλλ΄ ἐνιστάσα σύ Μάρτυς μέ ζώωσον.
Θεοτοκίον.
Ἁγνείας ταμεῖον θεοειδές, καί δικαιοσύνης, πρυτανεῖον φωτολαμπές, Ἁγνή θεοχώρητε Παρθένε, ἁγίασόν μου καί σῶμα καί ἔννοιαν.
Ὠδή γ΄. Σύ εἰ τό στερέωμα.
Τεῖχος ὀχυρώτατον, Αἰκατερίνα πανθαύμαστε, γενού ἠμίν, τοῖς προσδεχομένοις, τήν θερμήν σου ἀντίληψιν.
Ἕξαρον τήν θλίψιν μου, καί τήν πικρίαν τῶν πόνων μου, εἰς ἀληθῆ, χαρμονήν μετάθες, καί γλυκείαν ἀνάψυξιν.
Ρῶσιν πολυπόθητον, τοῖς ἀσθενέσι χορήγησον, νύμφη Χριστοῦ, καί τοῖς τεθλιμμένοις, τήν τερπνήν ἀγαλλίασιν.
Θεοτοκίον.
Ἴασιν καί λύτρωσιν, εὐλογημένη Πανάμωμε, δίδου ἠμίν, τοῖς ὑμνολογούσι, τῆς σῆς δόξης τό μέγεθος.
Διασωσον Παρθενομάρτυς τοῦ ψόγου Αἰκατερίνα, ἐκ ποικίλων ἀρρωστημάτων καί θλίψεων, τούς ἑξαιτούντας τήν θείαν σου προστασίαν.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Εἴτα μνημονεύει ὁ Ἱερεύς, δί΄ οὖς ἡ παράκλησις γίνεται, καί ψάλλομεν τό,
Κύριε ἐλέησον, ἰέ΄.
Ὁ Ἱερεύς. Ὅτι ἐλεήμων. Καί εὐθύς λέγομεν.
Κάθισμα. Ἦχος β΄. Τά ἄνω ζητῶν.
Παρθένε σοφή, καί Ἀθληφόρε ἔνδοξε, καί νύμφη Χριστοῦ, Αἰκατερίνα πανσεμνέ, κακῶν τήν ἀπολύτρωσιν, καί παντοίων πταισμάτων τήν ἄφεσιν, καί τόν σόν νυμφίον δυσώπει
παρασχεῖν, τοῖς πόθω γεραίρουσι τούς ἄθλους σου.
Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Νοσημάτων ἁπάλλαξον, καί ὀδυνηρῶν συντριμμάτων ἀνόρθωσον, τούς προστρέχοντας τή σκέπη σου, ὤ Κατερίνα πολυδόξαστε.
Ἡ πρεσβεία σου γένοιτο, δρόσος θυμηδίας καί παρακλήσεως, τοῖς παλαιουσιν ἐν θλίψεσι, καί ἐταζομένοις δεινοῖς μάστιξοι.
Σεσωσμένους προσάγαγε, τῷ τερπνῶ νυμφίω σου Καλλιπάρθενε, τούς ἐκ χώρας παραβάσεων, τεταπεινωμένους ἐπανήκοντας.
Στεναγμοῖς τέ καί δάκρυσιν, ἐπικαμπτομένη τοῖς τῶν προσφύγων σου, τάς ὀδύνας τούτων κούφισον, ὤ Αἰκατερίνα τή σῆ χάριτι.
Θεοτοκίον.
Ὡραιώθης κυήσασα, τόν ὡραῖον κάλλει Χριστόν, Πανάμωμε, οὐ καμού τοῖς ὡραιότησι, θέλξον πανολβίως τήν διάνοιαν.
Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς.
Θραῦσον τήν ἰσχύν τοῦ δολίου πολεμήτορος, τοῦ ἐπιτιθεμένου καθ΄ ἠμῶν, μανικῶς Αἰκατερίνα καλλιπάρθενε.
Ἔκχεον ἠμίν, πρεσβειῶν σου τήν χρηστότητα, καί ὑγίασον ἠμᾶς ὁλοτελῶς, τούς κατ΄ ἄμφω ἀσθενοῦντας σεμνοπάρθενε.
Ἴδοιμι σεμνή, ἐν καιρῶ τῶν περιστάσεων, τήν θερμήν σου καί ταχείαν ἀρωγήν, μεταβάλλουσαν τῶν πόνων τήν τραχύτητα.
Θεοτοκίον.
Ἡ τόν ἀγαθόν, σωματώσασα δί΄ ἔλεος, τήν ἀθλίαν μου οἰκτείρησον ψυχήν, καί ἀγάθυνον αὐτήν θεοχαρίτωτε.
Ὠδή στ΄. Ἰλάσθητι μοί Σωτήρ.
Μαρτύρων περιφανές, ὡς ἀληθῶς σεμνολόγημα, Αἰκατερίνα σοφή, ἠμᾶς καθοδήγησον, πρός τρῖβον σωτήριον, θείων μαρτυρίων, τοῦ λαμπρῶς σέ μεγαλύναντος.
Ἐκ πλήθους ἁμαρτιῶν, εἰς πλῆθος θλίψεων ἔφθασα καί καταιγίδες κακῶν, νῦν περιδονούσι μέ, ἀλλά σύ προφθάσασα, ὤ Μεγαλομάρτυς, τῆς ὁρμῆς μέ λύτρωσαι.
Νεκρώσασα ἀληθῶς, ταῖς ζωηφόροις πρεσβείαις σου, σαρκός μου τάς ἐκτροπᾶς, τήν ψυχήν μου ζώωσον, καί ταύτην καρδίωσον, πρός ζωῆς ἀρίστης, ἀναβάσεις μεγαλώνυμε.
Θεοτοκίον.
Ποικίλοις περισπασμοῖς, καί πειρασμοῖς περιπέπτωκα, τοῦ ψεύδους τάς ἀπαρχᾶς, ὁ τάλας δρεπόμενος, ἀλλ΄ ὤ Ἀειπάρθενε, σύ ἐπάκουσόν μου, καί εἰρήνευσον τόν βίον μου.
Διασωσον Παρθενομάρτυς τοῦ ψόγου Αἰκατερίνα, ἐκ ποικίλων ἀρρωστημάτων καί θλίψεων, τούς ἐκζητούντας τήν θείαν σου προστασίαν.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ΄ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.
Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς δεδήλωται. Καί μετά τήν ἐκφώνησιν ψάλλεται.
Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Εὐσπλαχνίας ὑπάρχουσα.
Εὐσπλαχνία χρωμένη ὤ σεμνή, εὐμενῶς τάς ἱκεσίας ἠμῶν ἐνωτίζου, ὄρεξον ἠμίν τήν σήν ἀντίληψιν, βλύσον τῶν χαρίτων σου τά ρεύματα, τοῖς σοί καταφεύγουσιν, ἐκ πόθου
ἑκάστοτε, Αἰκατερίνα Μαρτύρων ἀγαλλίαμα.

Προκείμενον.
Ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον, καί προσέσχε μοί, καί εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Στίχος: Καί ἔστησεν ἐπί πέτραν τούς πόδας μου, καί κατηύθυνε τά διαβήματά μου.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον. (Ε΄. 4-34).
Τῷ καιρῶ ἐκείνω ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καί συνέθλιβον αὐτόν. Καί γυνή τίς, οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καί πολλά παθοῦσα ὑπό πολλῶν ἰατρῶν, καί
δαπανήσασα τά παρ΄ ἑαυτῆς πάντα, καί μηδέν ὠφεληθεῖσα, ἀλλά μᾶλλον εἰς τό χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περί τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου
αὐτοῦ, ἔλεγε γάρ. Ὅτι, καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σωθήσομαι. Καί εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγή τοῦ αἵματος αὐτῆς, καί ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπό τῆς μάστιγος. Καί εὐθέως
ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνούς ἐν ἐαυτῶ τήν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεῖς ἐν τῷ ὄχλω ἔλεγε: Τίς μου ἤψατο τῶν ἱματίων; Καί ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. Βλέπεις τόν ὄχλον
συνθλίβοντα σέ, καί λέγεις, τίς μου ἤψατο; Καί περιεβλέπετο ἰδεῖν τήν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δέ γυνή, φοβηθεῖσα καί τρέμουσα, εἰδυία ὅ γέγονεν ἐπ΄ αὐτή, ἦλθε, καί προσέπεσεν
αὐτῶ, καί εἶπεν αὐτῶ πάσαν τήν ἀλήθειαν. Ὁ δέ εἶπεν αὐτή. Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ, ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καί ἴσθι ὑγιής ἀπό τῆς μάστιγός σου.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. χριστιανος.gr
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι…
Μάρτυς καλλιπάρθενε, Αἰκατερίνα Θεοφρον, ἄνθος καθαρότητος καί σοφίας ὄργανον, παναρμόνιον, τῶν δεινῶν ρύσαι μέ, καί σκολιωτάτην, σοφισμάτων τοῦ ἀλάστορος, καί ἐν
σεμνότητι, καί δικαιοσύνη πορεύεσθαι, ἀξίωσον μέ δέομαι, ἐν τῷ βίω τούτω τῷ ρέοντι, ὡς ἄν θεαρέστως, βιώσας τῶν ἀγήρων ἀγαθῶν, μέτοχος γένωμαι ἔνδοξε, τή θερμή δεήσει
σου.
Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον
ἐφ΄ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού• προστασίαις
τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων•
ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί
Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών• τῶν ἁγίων ἐνδόξων
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων
ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ΄Ἄννης. Τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης
τήνς πανσόφου, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.
Ὠδή Ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων.
Ρείθροις πηγῶν ἐκ σωτηρίου, καταπρά΄υ΄νον παθῶν μου τάς καμίνους, καί πρός ὕδωρ τερπνόν, ζωῆς καί ἀπαθείας, Αἰκατερίνα πάνσοφε, ἴθυνον μέ ταῖς εὐχαίς σου.
Ἔχουσα Μάρτυς παρρησίαν, τῷ νυμφίω σου Χριστῷ τῷ Ζωοδότη, μή ἐλλίπης ἀεί, θερμῶς καθικετεύειν, Αἰκατερίνα πάνσοφε, ὑπέρ τῶν σοῖ προσιόντων.
Συναψον Μάρτυς τή ἀγάπη, καί ἁπλότητι καί τή φιλαδελφία, τούς τήν σήν εὐλαβῶς, αἰτοῦντας μεσιτείαν, καί τῶν σκανδάλων κόπασον, ἅπασαν ὀχλαγωγίαν.
Βλέμματι Μάρτυς φιλευσπλάχνω, κατοικτείρησον ἠμᾶς χειμαζομένους, καί εἰρήνην στερρᾶν, καί ψυχικήν γαλήνην, Αἰκατερίνα βράβευσον, τοῖς πιστῶς σέ εὐφημούσι.
Θεοτοκίον.
Ἔλαιον θείων οἰκτιρμῶν σου, καί χρηστότητος τόν γλυκερόν χειμάρρουν, τοῖς ἐν πόνοις πολλοῖς, δεινῶς ὀδυνωμένοις, ἐπόμβρησον Πανάμωμε, ὡς κρουνός τῆς εὐσπλαχνίας.
Ὠδή Η΄. Τόν Βασιλέα.
Ἰσχύν καί ρώμην, κατά παθῶν ὀλεθρίων, τή πρεσβεία σου Αἰκατερίνα δίδου, τοῖς ὑπερυψούσι, τόν σέ ἐνισχυκότα.
Ἄνωθεν σκέπεις, τούς ἀτενίζοντας Μάρτυς, πρός τήν ἔνθερμον καί κραταιάν σου σκέπην, τούτους λυτρουμένη, πολυειδῶν κινδύνων.
Ἴλεων Μάρτυς, καί εὐμενῆ τοῖς σοῖς δούλοις, τόν νυμφίον σου θές ὤ Ἀθληφόρε, ὡς πολλά πρός τοῦτον, ἰσχύουσα θεοφρον.
Θεοτοκίον
Σωτηριώδη καταφυγήν εὖ εἰδῶς σέ, τήν ἐλπίδα μου τῆς σωτηρίας Κόρη, τή σή δυναστεία, ἀνέθηκα εἰς τέλος.
Ὠδή Θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
Ἀγγέλων συμπολίτις, Αἰκατερίνα οὖσα, μή διαλίπης ἠμᾶς ἐποπτεύουσα, τούς ἀκλινεῖ διανοία σοί προσανέχοντας.
Μαστίγων ψυχοφθόρων, καί πάσης ἐπηρείας, ἀμεταπτώτους ἠμᾶς διαφύλαττε, Αἰκατερίνα Θεοφρον ἀξιοθαύμαστε.
Ἡλίου τοῦ ἀδύτου, τήν αἴγλην δεχομένη, Αἰκατερίνα Παρθένων ὠράΪσμα, τήν τῆς ψυχῆς μου σκοτόμαιναν ἀποδίωξον.
Θεοτοκίον.
Ναόν μέ φωτοφόρον, τῆς θείας ἐπιπνοίας, δί΄ ἐναρέτου ζωῆς Κόρη ἔργασαι, τόν ἀληθῆ Θεοτόκον ὁμολογοῦντα σέ.
Καί εὐθύς ψάλλομεν τό.
Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ὀρθοδόξων ἡ καλλονή, χαίροις διωχθέντων, καταφύγιον ἰσχυρόν, χαίροις τῶν ἐν θλίψει, καί τῶν ἐν ἐξορία, Προκόπιε Θεοφρον, τό παραμύθιον.
Ὁ Ἱερεύς θυμιά τό Ἅγιον Θυσιαστήριον, τάς Ἁγίας Εἰκόνας, καί τόν Λαόν, ἤ τόν οἶκον ὅπου ψάλλεται ἡ παράκλησις καί ἠμεῖς ψάλλομεν τά παρόντα μεγαλυνάρια.
Χαῖρε τῆς σοφίας μύστις λαμπρά, καί τῆς εὐσεβείας δημηγόρος περιφανής. Χαίροις παρθενίας, ἡ εὔπνους μυροθήκη, Αἰκατερίνα Μάρτυς, ἀξιοθαύμαστε.
Σώματος ἐμπρέπουσα καλλονή, καλή καί ὡραία, ἀναδείχθης καί τήν ψυχήν, τῷ ὡραίω κάλλει, ὑπέρ υἱούς ἀνθρώπων, καί τούτω ἐνυμφεύθης ἀφθόρως ἔνδοξε.
Χαίροις καλλιπάρθενε εὐκλεής,χαίροις τῶν Παρθένων, καί Μαρτύρων ἡ κορωνίς. Χαίροις τοῦ Σωτῆρος, ἡ πανολβία νύμφη, σεμνή Αἰκατερίνα ἠμῶν βοήθεια.
Τῆς Ἀλεξανδρείας ὤφθης βλαστός, καί Σιναίου ὅρους, ἀντιλήπτωρ καί ἀρωγή, καί πάσης Ἐκκλησίας, λαμπάς τηλαυγεστάτη, Αἰκατερίνα ἄνθος ἁγνείας εὔοσμον.
Πρόσωπον πρός πρόσωπον τόν Χριστόν, ἀγλαῶς ὀρώσα, τόν νυμφίον σου τόν σεπτόν, αὐτόν ἐκδυσώπει, σοφή Αἰκατερίνα, ἠμίν παρασχεθῆναι, πταισμάτων ἄφεσιν.
Σκέπη καί ἀντίληψις καί φρουρός, ἔσο Ἀθληφόρε, τοῖς τιμῶσι σέ εὐλαβῶς, νόσων καί κινδύνων, καί πάσης ἄλλης βλάβης, ἠμᾶς ἐκρυομένη, ταῖς ἰκεσίαις σου.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.
Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον
δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Τό τροπάριον. Ἦχος πλ. ἄ΄.
Τόν Συνάναρχον Λόγον.
Τήν Πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερίναν τήν θείαν καί πολιοῦχον Σινά, τήν βοήθειαν ἠμῶν καί ἀντίληψιν, ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τούς κομψούς τῶν ἀσεβῶν
του Πνεύματος τή δυνάμει. Καί νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πάσι τό μέγα ἔλεος.
Εἴτα Προσόμοιον. Ἦχος Β΄, Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Μάρτυς καλλιπάρθενε Χριστοῦ, νύμφη εὐκλεής του Σωτῆρος, Αἰκατερίνα σοφή, σῶζε τούς ἰκέτας σου, ἐκ πάσης θλίψεως, καί δεινῶν περιστάσεων, καί νόσων καί πόνων,
καί πάσης φαυλότητος τοῦ κοσμοκράτορος. Σού γάρ ἡ πρεσβεία μεγίστην, κέκτηται ἰσχύν Ἀθληφόρε. Μή οὔν ὑπερίδης τούς τιμώντας σέ.
Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.
Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί΄ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.
Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ΄ Τή ὑπερμάχω.
Τόν ποταμόν τῆς Ἐκκλησίας τόν χρυσορρειθρον. καί εὐσεβείας τήν κιθάραν τήν χρυσοφθόγγον. τόν Χρυσόστομον αἰνέσωμεν Ἰωάννην χρυσουργία γάρ τοῦ λόγου κατεχρύσωσε, τάς καρδίας τῶν πιστῶν καί τά νοήματα, τούτω λέγοντες Χαῖρε, θεῖε Χρυσόστομε.
Ἄγγελος σαρκοφόρος, καί λαμπρός θεηγόρος. ἐδείχθης Χρυσολόγε τῷ κόσμω, (τρίς) καί ἐν τή χρυσέη σου φωνή, τήν τοῦ Χριστοῦ ἀναφαίνεις χρηστότητα, διό σου τήν λαμπρότητα, ἀγάμενοι πιστῶς βοώμεν
Χαῖρε δί’ ὕυ οἱ πιστοί χρυσούνται,
χαῖρε δί οὐ οἵ ἐχθροί θαμβοῦνται.
Χαῖρε τῆς σοφίας πλημμύρα τῆς ἀνωθεν,
χαῖρε τῆς παιδείας κινύρα τῆς κατωθεν.
Χαῖρε ὕψος περιλάλητον οὐρανίων ἀρετών,
χαῖρε βάθος πολυθαύμαστον θεοσδότων δωρεῶν.
Χαῖρε ὅτι ὠράθης τῷ νοί ὑψιβάμων,
χαῖρε ὅτι τυγχάνεις ἀκραιφνής θεοφράδμων.
Χαῖρε φωστήρ τῆς ἄνω λαμπρότητος
χαῖρε κρατήρ τῆς θείας χρηστότητος.
Χαῖρε δί’ οὗ φρυκτωρεῖται ἡ κτίσις
χαῖρε δί’ οὗ γεωργεῖται ἡ πίστις.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Βλέποντες ἐν Ἀθήναις, τῆς σοφίας οἱ μύσται, τούς τρόπους καί τά χρύσεα ἤθη, τῆς σῆς ἀμέμπτου διαγωγῆς, τήν τῆς ψυχῆς σου ἠγάσθησαν ἔλλαμψιν Χριστῷ γάρ ὤ Χρυσόστομε, ἔργω καί λόγω ἀνεβόας
Ἀλληλούϊα.
Γνώσει τή οὐρανίω τῆς σοφίας τῆς κάτω, ἐρρύθμισας πανσόφως τόν πλούτον ἔνθεν της θεαρχικῆς βουλῆς, ἐν ἐπιστήμη ἀληθεῖ τοῦ Πνεύματος, μυσταγωγός πολυσοφός, ὤφθης ἀκούων παρά παντων
Χαῖρε σοφίας τό πρυτανείον
χαῖρε τῆς χάριτος ἀριστεῖον.
Χαῖρε φυτοκόμε ἠθῶν τῆς σεμνότητος
χαῖρε ριζοτόμε παθῶν τῆς κακότητος.
Χαῖρε γνώσεως θησαύρισμα θείας καί πολυειδούς
χαῖρε Πνεύματος ἐναύλισμα δωρεᾶς ἀμφιλαφούς.
Χαῖρε ὅτι ἠράσθης ἐκ παιδός τῆς σοφίας
χαῖρε ὅτι μετέσχες πολυσόφου παιδείας.
Χαῖρε σοφῶν σεμνόν παιδαγώγημα
χαῖρε πιστῶν λαμπρόν φωταγώγημα.
Χαῖρε χρυσοῦν καθαρότητος γέρας
χαῖρε ψυχῶν οὐρανόσδοτον κέρας.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Δύναμιν ἕν τῷ λόγω. καί πειθώ ἐν τῷ τρόπω, ἐκτήσω ὡς σοφός καί ἀγχίνους, ἐντεῦθεν χρυσέω στόματι, χρυσά ρεῖθρα διδασκαλίας ἔβλυζες. ὡς ἐκ πηγῆς Χρυσόστομε, εὐφραίνοντα τούς ἐκβοώντας.
Ἀλληλούϊα.
Ἔλαμψας ἐν χορεία, Μοναζόντων ὁσία, Χριστοῦ ζυγόν τόν θεῖον ὡς ἦρθες, καί ἔξω κόσμου τέ καί σαρκός, ἀγγελική σου πολιτεία γέγονας τή σή δέ Πάτερ χάριτι, ἠμᾶς πυρσεύεις τοῦ βοάν σοί
Χαῖρε ὁ φοῖνιξ τῆς ἀπαθείας
χαῖρε τό σκεῦος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε ὑποφήτα σεπτῶν ἀναβάσεων
χαῖρε ὑποδείκτα τῶν ἔνδον καθάρσεων.
Χαῖρε ἄμπελε περκάζουσα βότρυας τούς γλυκερούς
χαῖρε σάλπιγξ ἡ ἐγείρουσα πρός ἀγώνας νοητούς.
Χαῖρε ὅτι ἐδέξω τῆς σοφίας τό χύμα
χαῖρε ὅτι ἐκτήσω τό οὐράνιον λῆμμα.
Χαῖρε ζωῆς ἁγίας διδάσκαλε
χαῖρε λαμπτήρ τῆς χάριτος πάμφωτε.
Χαῖρε τερπνή καί μελίρρυτε γλώσσα
χαῖρε πιστῶν θεοδόξαστε δόξα.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Ζήλω πεπυρσευμένος, οὐρανίω καί θείω, ἐπλήσθης θεαυγούς ἐπιπνοίας ὁ γάρ τῆς βροντῆς πάτερ υἱός, ἐπιστᾶς σοί θαυμαστούς ἐν ὀράματι. συμβολικῶς ἐμύησε. τά κρείττονα σέ ἐκβοώντα
Ἀλληλούϊα.
Ἤστραψας ταῖς ἀκτίσι, τῶν σοφῶν σου ρημάτων, καί εὐαγγελικῶν διδαγμάτων, ἐν Ἀντιόχεια τηλαυγῶς, ὡς ἑωσφόρος χρυσίζων τῆς χάριτος, πρός φέγγος ἄγων ἄδυτον, τούς ἐν φωτί σοῖ ἐκβοώντας
Χαῖρε ὁ ρήτωρ τῆς Ἐκκλησίας
χαῖρε ὁ μύστης τῆς Θεαρχίας.
Χαῖρε ἀληθείας τό στόμα τό εὔλαλον
χαῖρε τῆς κακίας τό ξίφος τό εὔθηκτον.
Χαῖρε λύρα θεοκίνητος διδαγμάτων ἱερών
χαῖρε πλοῦτος πολυτίμητος χαρισμάτων δαψιλῶν.
Χαῖρε ὅτι τόν ρύπον τῶν ψυχῶν ἐκκαθαίρεις
χαῖρε ὅτι πρός κτῆσιν τῶν κρειττόνων θερμαίνεις.
Χαῖρε φωτός ἀΰλου σελάγησις
χαῖρε ψυχῶν ἀνίας κατάλυσις.
Χαῖρε Χριστοῦ μιμητά εὐσπλαγχνίας
χαῖρε φωνή θεϊκῆς, συμπαθείας.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Θαύματα ἐκτελοῦντα. καί ψυχῶν γεωργούντα. τήν κάθαρσιν καί θέωσιν ἅμα. ἐν δυνάμει λόγου ὑψηλοῦ, ὁ τῶν Ἀντιοχέων ὁρῶν δῆμος σέ, ἠγάλλετο Χρυσόστομε, καί ἔνθους τῷ Θεῶ ἐβόα
Ἀλληλούϊα.
Ἱεράρχης φώσφορος, καί ἀστήρ σελασφόρος. καί μέγας ἀληθῶς ποιμενάρχης, ἐδείχθης ψήφω τή θεϊκή, τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ὄσιε• ἐντεῦθεν κατεφώτισας. τήν κτίσιν πάσαν σοί βοώσαν
Χαῖρε ὁ μέγας ἀρχιεράρχης
χαῖρε ὁ ἔνθους ἱεροφάντης.
Χαῖρε οἰκουμένης φωστήρ χρυσαυγέστατε
χαῖρε Ἐκκλησίας ἀτίνακτε πρόβολε.
Χαῖρε ἥλιε πολύφωτε, καταυγάζων πάσαν γήν
χαῖρε νάβλα δωδεκάχορδε, πάσαν τέρπουσα ψυχήν.
Χαῖρε ὅτι βλυστάνεις ἀφθαρσίας τό νάμα
χαῖρε ὅτι παρέχεις ἀμβροσίας τό μάννα.
Χαῖρε χρυσούς καί γλώσση καί φθέγματι
χαῖρε γλυκύς καί λόγω καί βλέμματι.
Χαῖρε πηγή ἐξ Ἐδέμ προϊούσα
χαῖρε ἀλκή τάς ψυχᾶς κραταιοῦσα.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Κῆρυξ μέγας ὠράθης, τρανοφθώγγω σου γλώσση, κηρύττων τόν τῆς χάριτος λόγον, καί πάντας πρός
κτῆσιν τῶν καλῶν, διεγείρων ὡς θείου φωτός ἔμπλεως, δί’ οὗ φωτίζεις πάντοτε. Χρυσόστομέ τους ἐκβοώντας
Ἀλληλούϊα.
Λάμπων ἱεραχία, καί λόγου δαψιλεία, καί θείων ἀρετῶν δαδουχία, σεαυτόν τύπον παντός καλοῦ,
ἀποστολικῶς παρέστησας ὄσιε ἔνθεν βασιλεῖς καί ἄρχοντες, σύν δημοταις σοῖ ἐβόων
Χαῖρε ἡ στήλη ἀρίστων ἔργων
χαῖρε ἡ βρύσις χρυσέων λόγων.
Χαῖρε χρυσολόγε Χρυσόστομε πάγχρυσε
χαῖρε μυστογράφε τοῦ Πνεύματος πάνσοφε.
Χαῖρε ρεῖθρον τό χρυσορρειθρον διδαγμάτων χρυσαυγών
χαῖρε στόμα τό χρυσοφθόγγον οὐρανίων ἀγαθῶν.
Χαῖρε ἱεραρχίας ἱερώτατος τύπος
χαῖρε θεολογίας εὐωδέστατος κῆπος.
Χαῖρε τερπνόν της χάριτος ὄργανον
χαῖρε χρυσοῦν τοῦ κρείττονος ἄροτρον.
Χαῖρε ζωῆς γλυκασμόν ὁ προρρέων
χαῖρε βυθόν ἁμαρτάδων ξηραίνων.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Μετανοίας τήν χάριν, ἐγγυώμενος πάσιν, ὡς ἄλλος βαπτιστής Ἰωάννης, ἐδείχθης Χρυσολόγε σοφέ, ταῖς χρυσοειδέσι σου παραινέσεσιν ἐντεῦθεν Θεῶ ἴθυνας, τούς ἐπιγνώμονας κραυγάζειν
Ἀλληλούϊα.
Νέος ὤφθης Ἠλίας, σύν πολλή παρρησία, ἐλέγχων βασιλεῖς ἀνομούντας ἔνθεν ἀδικούντων παιδευτῆς, καί ἀδικούμενων βοηθός γέγονας, πασχόντων δέ περίθαλψις, καί προστασία τῶν βοώντων.
Χαῖρε παιδεία τῶν ἀνομούντων
χαῖρε ἀλείπτα τῶν εὐδρομούντων.
Χαῖρε Ἡλιοῦ τόν Θεσβίτην μιμούμενος
χαῖρε τόν Χριστόν ἠμίν Ἐλεούμενος.
Χαῖρε χάριτος τοῦ Πνεύματος θησαυρός ἀνελλιπής
χαῖρε θείας ἀγαθότητος ἱερός ὑφηγητής.
Χαῖρε ὅτι ἐλέγχεις ἄνασσαν ἀτακτούσαν
χαῖρε ὅτι ἐκτήσω ἔλλαμψιν χρυσαυγοῦσαν.
Χαῖρε Γραφῶν τῶν θείων σαφήνεια
χαῖρε χηρῶν καί ξένων βοήθεια.
Χαῖρε τεμῶν τήν φιλάργυρον πλάνην
χαῖρε πλουτῶν τήν πολυόλβον χάριν.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Ξένος ὧν ἕν τῷ κόσμω, ὡς Χριστοῦ κληρονόμος, καί θεῖος θεηγόρος τρισμάκαρ, ὑπέστης ἀνενδότω ψυχή, τῆς βασιλίδος τόν θυμόν Χρυσόστομε, καί ἐξορίας ἤνεγκας. καρτερικῶς Κυρίω ψάλλων
Ἀλληλούϊα.
Ὀμβροφόρος νεφέλη. τό ἀλλόμενον ὕδωρ, ὀμβρίζουσα τῷ κόσμω πλουσίως, δί’ οὗ μεθύσκεις κατά Δαβίδ, τάς τῶν ψυχῶν ὤ Χρυσολόγε αὔλακας, τή Ἐκκλησία πέφηνας διό θερμῶς σοί ἀνακράζει
Χαῖρε τό πέλαγος τῶν δογμάτων
χαῖρε ὁ ἔμπλεως χαρισμάτων.
Χαῖρε ποταμός τῆς σοφίας μελίρρυτος
χαῖρε ὑπουργός τῆς Τριάδος πολυσοφός.
Χαῖρε φῶς τοῦ κόσμου ἄδυτον, ὥσπερ ἔφη ὁ Σωτηρ
χαῖρε ἅλας γής θεοφθεγκτον, παῦον σῆψιν νοητήν.
Χαῖρε ὁ ρητορεύων τά Θεοῦ μεγαλεία
χαῖρε ὁ διεκφαίνων τήν αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν.
Χαῖρε δεινῶν αἱρέσεων ἔλεγχος
χαῖρε ψυχῶν παρήγορος ἔνθεος.
Χαῖρε κλεινῶν νομοστάθμη ποιμένων
χαῖρε σεπτῶν ὡραιότης Πατέρων.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Παρακλήτου τήν χάριν, ὡς σοφός Ἱεράρχης, λαμπρῶς ἠμφιεσμένος παμμάκαρ. ἐπτοήθης οὐδόλως σοφέ, τήν κατά σου κεκινημένην Σύνοδον, βουλή ἀδίκω ὅσιε, ἀλλ' ἐν εἰρήνη ἀνεβόας
Ἀλληλούϊα.
Ρημάτων σου ὁ φθόγγος, καί δογμάτων ἡ χάρις, εἰς πάσαν ἐξελήλυθε κτίσιν ἀπ' οὐρανοῦ γάρ ἔσχες σαφῶς, τό τῆς σοφίας Χρυσορρῆμον δώρημα. δί' οὗ πάσαν κατηύφρανας, τήν Ἐκκλησίαν σοί βοώσαν
Χαῖρε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας
χαῖρε ὁ ἄκμων τῆς καρτερίας.
Χαῖρε Ἀποστόλων τήν χάριν δεξάμενος
χαῖρε μετανοίας τούς τρόπους φθεγξάμενος.
Χαῖρε τῆς Χριστοῦ κενώσεως ὀξυγράφος γραμματεύς
χαῖρε τῆς αὐτοῦ χρηστότατος θεηγόρος ἐρμηνεύς.
Χαῖρε ὅτι Ἀρείου θριαμβεύεις τό θράσος
χαῖρε ὅτι Τριάδος καταγγέλλεις τό κράτος.
Χαῖρε κανών ποιμένων Θεοκριτος
χαῖρε εἰκών δογμάτων ὀθρότητος.
Χαῖρε φυτῶν γεωργέ ἀθανάτων
χαῖρε θεσμῶν ἄγγελε ἀκηράτων.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Συμπνους καθάπερ πέλων, βίω ἅμα καί λόγω, τῷ οὐρανοφοίτη θείωυ Παύλω, αὐτόν ἔσχηκας μυσταγωγόν, ἀναπτύσσων τά θεία αὐτοῦ ρήματα, ὡς Προκλός ἐθεάσατο. Χριστῷ ἐν εὐφροσύνη ψάλλων
Ἀλληλούϊα.
Τῆς πίκρας ἐξορίας, ἀνενδότω ἀνδρεία, ὑπέστης εὐχαρίστως τάς θλίψεις, ἐν ἡ τόν δρόμον τῆς ἀρετῆς, τετελεκῶς πρός τά ἄνω βασίλεια, μετέστης ἀγαλλόμενος, ἀκούων παρ' ἠμῶν τοιαύτα
Χαῖρε τοῦ Παύλου τό ἐκμαγείον
χαῖρε Τριάδος λαμπρόν δοχεῖον.
Χαῖρε τῆς ἐν λόγω ζωῆς ὀποτύπωσις
χαῖρε τῆς ἀξίας τῆς ἔνδον ἐκδήλωσις.
Χαῖρε ὕψος ταπεινώσεως καί δαδοῦχος θεαυγής
χαῖρε βάθος ἱλαρότητος καί ἀγάπης μυητῆς.
Χαῖρε ὅτι ὑπέστης χαλεπᾶς ἐξορίας
χαῖρε ὅτι ἐπέβης, εὐκλειούς εὐκληρίας.
Χαῖρε στερρῶν Μαρτύρων ὁμότροπε
χαῖρε γερῶν αὐτῶν ἰσοστάσιε.
Χαῖρε ψυχῶν ρυθμιστά πρός τό κρείττον
χαῖρε σοφῶς στηλιτεύων τό χεῖρον.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Ὕδατος ἀλλομένου, πρός ζωήν αἰωνίαν, κτησάμενος πηγήν ἐν καρδία, θεορρημοσύνης ποταμούς, ἐκ τῶν χειλέων σου πάτερ ἀνέβλυσας, ἐξ ὧν πίνοντες πάντοτε, πνευματικῶς Θεῶ βοώμεν
Ἀλληλούια.
Φῶς ἐκλάμπουσα θεῖον, ἡ ἁγία σου θήκη, μετεκομίσθη ἐκ τῶν Κομάνων, ὥσπερ ἁγίασμα νοητόν, τή βασιλίδι τῶν πόλεων ὅσιε, ἁγιασμόν καί λύτρωσιν, πηγάζουσα τοῖς ἐκβοώσι
Χαῖρε τό ἔαρ τῶν τεθλιμμένων
χαῖρε ὁ πλοῦτος τῶν πενομένων.
Χαῖρε μεταγνόντων θερμόν ἰλαστήριον
χαῖρε ἀπορούντων τό μέγα προσφύγιον.
Χαῖρε βίβλος θείας γνώσεως καί πυξίον ἀρετών
χαῖρε δόναξ καί ἐχέγγυον οἰκτιρμῶν τῶν θεϊκῶν.
Χαῖρε ὅτι τῷ λόγω πάσαν γῆν καταρδεύεις
χαῖρε ὅτι τά κρείττω ἐν ἠμίν ταμιεύεις.
Χαῖρε πυρσός ἐκλάμπων τοῖς περασι
λαμπρῶς ἐξάρχων ἐν ρήτορσι.
Χαῖρε Χριστοῦ λειτουργέ θεηγόρε
χαῖρε ἠμῶν ὁδηγέ φωτοφόρε.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Χρυσορρήμονι γλώσση, καί χρυσέη καρδίη, χρυσαυγεῖς συγγραφόμενος δέλτους, καταλέλοιπας ταύτας ἠμίν, ὡς θησαυρόν ἀναφαίρετον ὅσιε, δί' ὧν ἀεί τά κρείττονα. μυούμενοι Θεῶ βοῶμεν.
Ἀλληλούια.
Ψαλμοσύνθετον μέλος, ἐξ ἀπόρου καρδίας, χειλέων δέ ἀναγνων ὤ πάτερ. δέχου ὡς συμπαθής δυσωπῶ, καί τῶν παθῶν μου τόν ζόφον διαλυσον, πταισμάτων μοί τήν ἄφεσιν. αἰτούμενος ἴνα βοῶ σοί
Χαῖρε ὁ κῆρυξ τῆς μετανοίας
χαῖρε ἡ σάλπιγξ τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε χελιδών τῶν ἀρρήτων πολυφωνος
χαῖρε ἀηδών τῶν μελλόντων ἠδύφωνος.
Χαῖρε ὄργανον χρυσοφωνον τῶν ρημάτων τῆς ζωής
χαῖρε στήριγμα χρυσοτευκτον Ἐκκλησίας τῆς σεπτῆς.
Χαῖρε ἁμαρτανόντων ἀληθής παρακλήτωρ
χαῖρε μετανοούντων πρός Θεόν εἰσηγήτωρ.
Χαῖρε δί’ οὗ κακίας ρυσθήσομαι
χαῖρε δί’ οὗ τῷ νῶ ἑλλαμφθήσομαι.
Χαῖρε πατήρ συμπαθής τῶν σῶν τέκνων
χαῖρε κάμου ὁ ἀεί προστατεύων.
Χαῖρε. θεῖε Χρυσόστομε.
Στίχος: Ἅγιε Ἱεράρχα τοῦ Χριστοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Ὤ κλεινέ ἱεράρχα. μυστηπόλε τῶν ἄνω, Χρυσόστομε Πατέρων τό κλέος (τρίς) τοῖς ἀΰλοις συνῶν λειτουργοῖς, σύν αὐτοῖς ὑπέρ ἠμῶν ἀεί πρέσβευε, ἴνα διά τῶν λόγων σου. φωτιζόμενοι ἐκβοῶμεν
Ἀλληλούϊα.
Καί αὔθις, τό Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τή ὑπερμάχω.
Τόν ποταμόν τῆς Ἐκκλησίας τόν χρυσορρειθρον. καί εὐσεβείας τήν κιθάραν τήν χρυσοφθόγγον. τόν Χρυσόστομον αἰνέσωμεν Ἰωάννην χρυσουργία γάρ τοῦ λόγου κατεχρύσωσε, τάς καρδίας τῶν πιστῶν καί τά νοήματα, τούτω λέγοντες
Χαῖρε, θεῖε Χρυσόστομε.
Δίστιχον.
Χρυσόστομε χρύσωσον χρυσέοις λόγοις, Γεράσιμον χαῖρε σοί πόθω βοώντα.

Μια Ιουδαία γυναίκα ήταν έγκυος αλλά είχε τόσους πολλούς πόνους και οδύνες που δεν μπορούσε να γεννήσει, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες γυναίκες.
Όσους τρόπους και ιατρικά κι αν δοκίμασαν, δεν κατάφεραν να της βγάλουν το βρέφος… κι έτσι από ώρα σε ώρα περίμεναν και την ίδια την ταλαίπωρη να ξεψυχήσει.
Τότε, μια Χριστιανή που έτυχε να είναι εκεί της είπε:
– Αν θέλεις να ελευθερωθείς, επικαλέσου την Υπεραγία Θεοτόκο, εκτός απ’ αυτήν άλλη βοήθεια δεν θα βρεις.
Και η ασθενής, με δάκρυα στα μάτια και με όση φωνή της είχε απομείνει από τους πολλούς και αφόρητους πόνους, είπε ταπεινά:
– Ευλογημένη Μαρία Αειπάρθενε, νιώθω πως είμαι ανάξια να σε επικαλεστώ η παμβέβηλος, αφού προέρχομαι από το έθνος εκείνο που φόνευσε τον Υιό σου… Όμως, επειδή έχω ακούσει ότι η ευσπλαχνία σου και το έλεος δίνεται καθημερινά δωρεάν στους ανθρώπους, γι’ αυτό κι εγώ τώρα σε παρακαλώ και σε ικετεύω, λύτρωσέ με από αυτόν τον κίνδυνο και σου υπόσχομαι ότι και εγώ και το βρέφος που θα γεννήσω θα λάβουμε ευθύς το άγιο Βάφτισμα!
Μετά από αυτά τα λόγια, το πρώτο θαύμα γίνεται και η γυναίκα γεννάει ένα αρσενικό παιδί! Μόλις συνήλθε και σηκώθηκε από το κρεβάτι η γυναίκα, εκπλήρωσε με χαρά και το τάμα της λαμβάνοντας το άγιο Βάπτισμα μαζί με το παιδί της.
Ο άντρας της έλειπε σε ένα χωριό και επιστρέφοντας έμαθε τα γεγονότα. Θύμωσε όμως τόσο πολύ που έφτασε στο σημείο να φονεύσει το ίδιο του το παιδί!
Μαζεύτηκαν οι γείτονες και βλέποντας την σύγχυση και το κακό που έγινε, θέλησαν να πιάσουν τον Εβραίο για να δικαστεί, όμως, εκείνος έτρεξε να τους ξεφύγει. Εκείνοι τον κυνήγησαν και ο Εβραίος, κουρασμένος και μη έχοντας που αλλού να κρυφτεί, μπαίνει μέσα σε έναν Ναό που είδε στον δρόμο του. Βρήκε ένα μέρος μέσα και κρύφτηκε καλά για να μην τον βρουν.
Έτσι όμως όπως στεκόταν έντρομος, βλέπει απέναντί του μια εικόνα της Παναγίας και τότε, ήρθε σε καρδιακή κατάνυξη! Συνειδητοποίησε το τραγικό λάθος που έκανε και είπε στην Παναγία:
– Ω Δέσποινα, πόση είναι η Ευσπλαχνία σου, ώστε τώρα να σκεπάζεις και να διαφυλάττεις εδώ ένα βρωμερό σκυλί και ασεβέστατο, που θανάτωσε τον Υιό σου. Τώρα, στέκομαι μέσα στον Οίκο σου και δεν ανοίγει η γη να με καταπιεί… Αφού όμως είναι τόση μεγάλη η καλοσύνη σου, σε παρακαλώ, ελέησε και μένα, όπως ελέησε ο Πανοικτίρμων Υιός σου τον διώκτη Παύλο, και συγχώρησε τις ανομίες μου!
Πιστεύω ότι αφράστως γέννησες τον Ιησού, χωρίς να βλαπτεί καθόλου η Παρθενία σου. Τον Υιό σου ομολογώ Θεό και άνθρωπο, Του οποίου το έλεος είναι άπειρο και αμέτρητο!
Μόλις είπε αυτά τα λόγια με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι Χριστιανοί και αμέσως τον έδεσαν.
Εκείνος όμως τους είπε:
– Σας παρακαλώ, για χάρη του Κυρίου, οδηγήστε με πρώτα σε κάποιον ιερέα να λάβω το Άγιο Βάπτισμα… Μάρτυς μου ο Θεός, δεν σας το ζητάω από φόβο του θανάτου ή από δειλία. Αφού βαπτιστώ, τότε δώστε μου και τον θάνατο που αξίζω…
Εκείνοι σεβάστηκαν την επιθυμία του αυτή και εκπλήρωσαν τα λόγια του. Μόλις βαπτίστηκε, τον παρέδωσαν στη δικαιοσύνη, όπου και τον φυλάκισαν για να θανατωθεί την επόμενη μέρα.
Η γυναίκα του, θρηνούσε για τον θάνατο του παιδιού της, κλαίγοντας απαρηγόρητα. Ενώ όμως κρατούσε στα γόνατά της το νεκρό παιδί της και χτυπιόταν, ένα δεύτερο θαύμα συμβαίνει! Βλέπει το παιδί της να ανασταίνεται!
Αφού άκουσε ότι ο άντρας της βαπτίστηκε και πρόκειται τώρα να τον θανατώσουν για το φονικό που έκανε, πήρε όλο χαρά το παιδί και έτρεξε να το δείξει στους δικαστές.
Μόλις το είδαν, όλοι δόξασαν τον Θεό! Έπειτα, ελευθέρωσαν και τον φονιά, ο οποίος συγκινημένος ήρθε εκεί και ερεύνησε το σημείο στον λαιμό του παιδιού όπου και του έδωσε την μαχαιριά. Τώρα μόνο μια κλειστή πληγή φαινόταν για να διακηρύττει το θαύμα που έγινε!
Αλλά δεν τελείωσε εδώ την ευεργεσία της η πλουσιόδωρη Άνασσα! Ακολούθησε και άλλο θαύμα στα προηγούμενα θαύματα.
Δόθηκε χάρις στο βρέφος, το οποίο έναρθρα και καθαρά μίλησε μεγαλοφώνως σαν να ήταν είκοσι χρονών, λέγοντας τα εξής λόγια:
– Η Μητέρα της Ελεημοσύνης και πάσης Παρακλήσεως, αυτή που έμεινε μετά την γέννηση του Ιησού Παρθένος, η Θεοτόκος Μαρία, Αυτή με ανέστησε για την πίστη των γεννητόρων μου και προς έλεγχο των ασεβών Ιουδαίων, που αρνούνται την του Θεού ενανθρώπηση!
Ακούγοντας αυτά τα λόγια οι παρευρισκόμενοι, δάκρυσαν από χαρά, δοξάζοντας τον Κύριο και την Δέσποινα Παναγία Μητέρα Του!
Ο πατέρας αυτού του παιδιού δούλεψε για την Υπεραγία Θεοτόκο, περνώντας όλη του την μετέπειτα ζωή γράφοντας διάφορους λόγους κατά των Ιουδαίων, εις εγκώμιον της Παναγίας, ώστε πολλοί εξαιτίας του πίστεψαν!
Όσο για το βρέφος εκείνο, μεγάλωσε και έγινε ενάρετος άνθρωπος! Παρέδωσε την ψυχή του, όπως και οι γονείς του, θεαρέστως και μετέβηκαν όλοι τους στο Ουράνιο Βασίλειο!
Εκεί, ας ευχηθούμε και όλοι μας να καταφέρουμε να βρεθούμε, ώστε να γνωρίσουμε την αιώνια χαρά που ετοίμασε ο Κύριος γι’ αυτούς που Τον αγάπησαν!
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ.