Sunday, January 22, 2017

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ - Η Aκτημοσύνη Tων Mοναχών

1. Ο κάθε άνθρωπος, που μπήκε σε Mοναστήρι και ανέλαβε τον ζυγόν του Χριστού , που είναι χρηστός, πρέπει οπωσδήποτε να ζήσει με ακτημοσύνη αρκούμενος στα πιο απαραίτητα και αποφεύγοντας κάθε τι περιττό σε ενδυμασία, σε είδη που χρειάζεται το κελλί του, σε χρήματα.

 


2. Περιουσία, πλούτος και θησαυρός του μοναχού πρέπει να είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.


Σ’ Αυτόν πρέπει να στρέφωνται τα βλέμματα του νου και της καρδιάς του·


Σ’ Αυτόν πρέπει να συγκεντρώνωνται οι ελπίδες του·


Σ’ Αυτόν πρέπει να αναθέτωμε την πάσαν ελπίδα μας·


Σ’ Αυτόν πρέπει να στηρίζωμε την πίστη μας.


Μα ο Mοναχός πολύ δύσκολα μπορεί να κρατήσει τέτοια ψυχική διάθεση, όταν έχει πολλά αγαθά.


Λοιπόν;


1. Την εντολή μας την έδωσε ο ίδιος ο Κύριος. Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης – μας συνιστά- όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσι ουδέ κλέπτουσι.


Και αφού πρώτα έδωσε την εντολή, μετά εξήγησε και την αιτία. Είπε: «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» ( Ματθ. 6, 21). «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» ( Ματθ. 6, 24).


2. Αν ο Mοναχός έχει χρήματα ή πολύτιμα ακριβά πράγματα, τότε και χωρίς να το θέλει, σύμφωνα με ένα απαράβατο νόμο και μια ανυπέρθετη αναγκαιότητα, η ελπίδα του θα μετατοπισθεί, από τον Θεό στα αγαθά του!


Στα αγαθά του αναθέτει την ελπίδα του.


Στα αγαθά του βλέπει τη δύναμή του.


Στα αγαθά του βλέπει μέσα, για να αποφύγει το κακό που μπορεί να συναντήσει στον αγώνα της ζωής.


Διαβάστε εδώ:  Άγιος Γέροντας Παΐσιος: Οι Δύο Κρυπτομοναχές (BINTEO)


Στα αγαθά του συγκεντρώνεται η αγάπη του, η καρδιά του, ο νους του, όλο το είναι του!


Έτσι η καρδιά του γίνεται φιλόϋλη και τόσο σκληρή και ξένη σε κάθε πνευματική αίσθηση, όσο σκληρή και αναίσθητη είναι η ύλη.


3. Η απόκτηση και διατήρηση χρημάτων ή άλλων αγαθών είναι -όπως λέει ο απόστολος- ειδωλολατρεία ( Εφ. 5, 5).


Αυτό ισχύει απόλυτα για τον μοναχό. Και η ειδωλολατρεία, οπωσδήποτε θα καταλήξει σε πλήρη χωρισμό από τον Θεό. Και τότε ο σκοτισμένος φιλόϋλος άνθρωπος δεν θα αργήσει, να δώσει τον καρπό της πλάνης του. Θα έλθει ο θάνατος, που μέσα στον σκοτισμό του και την στήριξη της ελπίδας του στα επίγεια αγαθά τον ξεχνάει εντελώς και θα τον αρπάξει από μέσα από τα πλούτη του! Τα κεφάλαια και τα γεμάτα αμπάρια, στα οποία είχε στηρίξει την ελπίδα του, θα περάσουν στα χέρια άλλων, χωρίς πια να μπορούν να προσφέρουν σ’ αυτόν καμιά απολύτως ωφέλεια, αφού πρώτα τον αποξενώσουν από τον Θεό (Λουκ. 12, 15-22).


4. Το Άγιο Πνεύμα ελεεινολογεί την κατάσταση του ανθρώπου, που γοητεύθηκε από την απάτη του επίγειου πλούτου και πηγαίνει στην αιωνιότητα με τη φοβερή και ολέθρια κατάσταση της πνευματικής φτώχειας. Λέγει: « Ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ’ ήλπισεν επί τω πλήθει του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη εν τη ματαιότητι αυτού» (Ψαλμ. 51, 9). Δηλαδή. Να, άνθρωπος, που δεν εμπιστεύθηκε τον εαυτόν του στον Θεόν και στην βοήθειά του, αλλά στήριξε την ελπίδα του στα πολλά πλούτη· και εθεώρησε δύναμή του και εξασφάλισή του πράγματα μάταια, πράγματα απατηλά, πράγματα που τα εφαντάζετο δικά του!


Όποιος θέλει να συγκεντρώσει την ελπίδα του στον Θεό και στην αγαθότητά του, πρέπει να μη παύσει ποτέ να προσπαθεί να έχει ακτημοσύνη. Και όταν τυχαίνει και του δίνουν χρήματα ή πολύτιμα πράγματα, να τα χρησιμοποιεί, για να αποκτήσει θησαυρούς εν ουρανώ ( Λουκ. 16, 9).


(Προσφορά στον σύγχρονο Μοναχισμό)


Του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Tuesday, January 17, 2017

Ο εγωισμός είναι το αναρχικό παιδί της υπερηφάνιας ( Oσίου Παϊσίου του Αγιορείτου )

 
– Γέροντα, άλλο πάθος είναι η υπερηφάνεια και άλλο ο εγωισμός;

– Η υπερηφάνεια, ο εγωισμός, η κενοδοξία κ.λπ., εκτός από την έπαρση που είναι εωσφορικός βαθμός, είναι το ίδιο πάθος με μικρές διαφορές και διαβαθμίσεις.
Ο εγωισμός είναι το αναρχικό παιδί της υπερηφανείας δεν το βάζει κάτω, επιμένει. …

Όπως όμως τα δένδρα που δεν λυγίζουν, σπάζουν τελικά από τον αέρα, έτσι και ο άνθρωπος που έχει εγωισμό, επειδή δεν κάμπτεται, σπάζει τελικά τα μούτρα του. Μεγάλο κακό ο εγωισμός! Ενώ και ανάπαυση δεν έχει ο εγωιστής, πάλι επιμένει! Δεν βλέπεις, ο Άρειος; Όταν η μητέρα του του είπε: «καλά, τόσοι λένε ότι σφάλλεις δεν το καταλαβαίνεις;», «ναι, το ξέρω, της απάντησε, αλλά πώς να υποταχθώ σ’ αυτούς;». Ο εγωισμός του δεν τον άφηνε να παραδεχθή το λάθος του.

– Και δεν τον απασχολούσε, Γέροντα, που είχε παρασύρει τόσον κόσμο στην αίρεση;
– Όχι, δεν τον απασχολούσε. «Αν παραδεχθώ ότι σφάλλω, έλεγε, θα εξευτελισθώ και στους οπαδούς μου». Και όσο καταλάβαινε ότι κάνει λάθος, άλλο τόσο ζοριζόταν να τους πείση ότι είχε δίκαιο.

Φοβερό πράγμα ο εγωισμός!
– Σε τι διαφέρει , Γέροντα, ο εγωιστής από τον υπερήφανο;
– Ο εγωιστής έχει θέλημα, πείσμα, ενώ ο υπερήφανος μπορεί να μην έχη ούτε θέλημα ούτε πείσμα. Ας πούμε ένα παράδειγμα:
Στην εκκλησία προσκυνάτε τις εικόνες με μία σειρά η καθεμία ξέρει την σειρά της. Μια αδελφή , αν έχη εγωισμό και της πάρη κάποια άλλη την σειρά, θα κατεβάση τα μούτρα και μπορεί να μην πάη ούτε να προσκυνήση.

«Αφού προσκύνησε εκείνη πριν από μένα, θα πη, δεν πάω να προσκυνήσω».
Ενώ, αν δεν έχη υπερηφάνεια, πάλι θα πειραχθή, αλλά δεν θα αντιδράση έτσι μπορεί μάλιστα να πη και στις επόμενες, δήθεν με ευγένεια: «Περάστε! πέρνα κι εσύ, πέρνα κι εσύ!».

– Τι να κάνω, Γέροντα, όταν πληγώνεται ο εγωισμός μου;
– Όταν πληγώνεται ο εγωισμός σου, μην τον περιθάλπης άφησέ τον να πεθάνη. Αν πεθάνη ο εγωισμός σου, θα αναστηθή η ψυχή σου.
– Και πώς πεθαίνει, Γέροντα, ο εγωισμός;
– Πρέπει να θάψουμε το εγώ μας, να σαπίση και να γίνη κοπριά, για να αναπτυχθή η ταπείνωση και η αγάπη. 
 
Διδαχές Oσίου Παϊσίου του Αγιορείτου
 

Wednesday, January 11, 2017

Όταν ήρθε η ώρα του θανάτου του, ο γέροντας είδε τόν άγγελο του θανάτου μέ πύρινη τρίαινα στο χέρι να έρχεται κοντά στον αναχωρητή ( Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ )



Παρήγορη, διδακτική καί ψυχοσωτήρια είναι η ακόλουθη διήγηση, από την οποία μαθαίνουμε μέ πόση καρδιακή συντριβή καί ταπείνωση ετοιμάζονται οι δίκαιοι γιά τόν θάνατο καί μέ πόσον άγιο φόβο τόν υποδέχονται:

Ο Θεός ικανοποιούσε πάντοτε τά αιτήματα ενός γέροντα μέ μεγάλη αρετή. Μια μέρα, λοιπόν, ο γέροντας αυτός, καθώς προσευχόταν, θέλησε να δει την ψυχή ενός αμαρτωλού καί την ψυχή ενός δικαίου την ώρα πού θα χωρίζονταν από τά σώματά τους.

Οδηγημένος από τό χέρι τού Θεού, έφτασε σε μια πόλη. Έξω από την πόλη, σ’ ένα μοναστήρι, ζούσε ένας αναχωρητής μέ μεγάλη φήμη, πού τώρα ήταν άρρωστος καί περίμενε τόν θάνατο. Ο γέροντας είδε να έχουν ετοιμαστεί γι’ αυτόν πολλά κεριά καί καντήλια. Όλη η πόλη τόν έκλαιγε, λέγοντας:

— Ο Θεός μέ τίς ευχές του αναχωρητή μάς έδινε τό ψωμί καί τό νερό. Όλη την πόλη την έσωζε ο Θεός χάρη σ’ αυτόν. Αν, λοιπόν, πάθει κάτι, όλοι θα πεθάνουμε.

Όταν ήρθε η ώρα του θανάτου του, ο γέροντας είδε τόν άγγελο του θανάτου μέ πύρινη τρίαινα στο χέρι να έρχεται κοντά στον αναχωρητή, καί άκουσε μια φωνή να λέει:

— Όπως ούτε γιά μία ώρα δεν μέ ανέπαυσε η ψυχή του, έτσι κι εσύ να μην τόν λυπηθείς, καθώς θα του τη βγάζεις.

Έμπηξε, λοιπόν, ο άγγελος την πύρινη τρίαινα στήν καρδιά του αναχωρητή καί, αφού τόν βασάνισε γιά πολλή ώρα, τράβηξε την ψυχή του.

Ύστερ’ απ’ αυτό ο γέροντας μπήκε στήν πόλη. Εκεί βρήκε ριγμένο στήν άκρη ενός δρόμου κάποιον ξένο αδελφό, πού ήταν ετοιμοθάνατος. Δεν είχε κανέναν να τόν φροντίζει, γι` αυτό ο γέροντας έμεινε κοντά του όλη τη μέρα. Την ώρα πού πέθαινε ο ξένος εκείνος, ο γέροντας είδε τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ να έρχονται γιά να παραλάβουν την ψυχή του. Στάθηκαν ο ένας από τά δεξιά καί ο άλλος από τ’ αριστερά του ετοιμοθάνατου αδελφού, παρακαλώντας την ψυχή να βγει. Η ψυχή, όμως, δεν ήθελε ν’ αφήσει τό σώμα. Είπε, λοιπόν, ο Μιχαήλ στον Γαβριήλ:

— Τράβηξέ την, γιά να φύγουμε.

Μα ο Γαβριήλ αποκρίθηκε:

— Ο Κύριος μάς πρόσταξε να τή βγάλουμε χωρίς να πονέσει. Γι` αυτό δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε βία.

Τότε ο Μιχαήλ φώναξε δυνατά:

— Κύριε, ποιό είναι τό θέλημά Σου γι` αυτήν εδώ την ψυχή, πού δεν θέλει να βγει;

Καί άκουσε μια φωνή να του λέει:

— Τώρα στέλνω τόν Δαβίδ μέ την κιθάρα καί όλους τούς θείους υμνωδούς της ουράνιας Ιερουσαλήμ. Μόλις ακούσει η ψυχή τίς μελωδικές φωνές τους, θα βγει μέ χαρά.

Πράγματι, όλοι αυτοί κατέβηκαν καί κύκλωσαν την ψυχή, ψάλλοντας θεσπέσιους ύμνους. Τότε η ψυχή αναπήδησε καί τινάχθηκε χαρούμενη στα χέρια του Μιχαήλ.

Ποιος δεν θα θαυμάσει την ευσπλαχνία καί την αγάπη του Θεού προς τό ανθρώπινο γένος; Δυστυχώς, όμως, εμείς, οι σκληροτράχηλοι, διώχνουμε μακριά μας τό έλεος του Κυρίου καί μέ την άλογη τυφλότητά μας γινόμαστε οπαδοί καί δούλοι του εχθρού του Θεού καί εχθρού δικού μας.

Τά τέλη των εκλεκτών δούλων του Θεού είναι ένδοξα. Τό πρόσωπο του αββά Σισώη, όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, έλαμψε σαν τον ήλιο.

Είπε τότε στούς πατέρες, πού κάθονταν γύρω του:

— Να, ήρθε ο αββάς Αντώνιος.

‘Ύστερ’ από λίγο είπε:

— Να, ήρθε η χορεία των προφητών.

Τό πρόσωπό του έλαμψε πάλι περίσσια.

— Να, είπε, ήρθε η χορεία των αποστόλων.

Τό πρόσωπό του έγινε ακόμα πιο λαμπερό. Φαινόταν σάν να μιλούσε μέ κάποιους.

— Μέ ποιόν μιλάς, πάτερ; τόν ρώτησαν οι πατέρες.

— Να, είπε εκείνος, άγγελοι ήρθαν να μέ πάρουν, και τούς παρακαλώ να μέ αφήσουν λίγο ακόμα, γιά να μετανοήσω.

— Εσύ, πάτερ, δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις, του είπαν οι γέροντες.

Μα ο αββάς αποκρίθηκε:

— Αλήθεια σας λέω, δεν βλέπω να έχω βάλει αρχή.

«Έτσι κατάλαβαν όλοι πώς είχε φτάσει στήν τελειότητα. Καί πάλι, ξαφνικά, τό πρόσωπό του έγινε σαν τον ήλιο. Όλοι φοβήθηκαν.

— Κοιτάξτε!, τους είπε. Ήρθε ο Κύριος καί λέει: “Φέρτε μου τό σκεύος της ερήμου”.

Καί αμέσως παρέδωσε τό πνεύμα. Φάνηκε σάν ν’ άστραψε, καί όλο τό κελί γέμισε από ευωδία.

ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ-ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

Friday, January 6, 2017

Τά πονηρά πνεύματα, βέβαια, μᾶς ὑποκινοῦν στό κακό, ἀλλά δέν μᾶς ἐξαναγκάζουν καί νά τό πράξουμε. ( Ἀββᾶ Κασσιανοῦ )

Ἀπό τή δική μας ἐμπειρία, ἀλλά καί ἀπό τίς διηγήσεις τῶν Γερόντων, βλέπουμε ὅτι οἱ δαίμονες δέν ἔχουν σήμερα τήν ἴδια δύναμη πού εἶχαν ἄλλοτε, ὅταν ξεσποῦσαν μέ ἀγριότητα ἐναντίον τῶν παλαιῶν ἐρημιτῶν καί κοινοβιατῶν πατέρων. Τώρα δέν μᾶς ἀντιμάχονται φανερά, παίρνοντας φρικιαστικές μορφές, ἀλλά μᾶς ἐπιτίθενται ἀόρατα καί μᾶς προξενοῦν μεγαλύτερη ζημιά. Πρέπει, ὡστόσο, νά γνωρίζουμε ὅτι δέν ἔχουν ὅλοι οἱ δαίμονες οὔτε τήν ἴδια δόναμη οὔτε τήν ἴδια ἀγριότητα οὔτε καί τήν ἴδια κακία.

Οἱ ἀρχάριοι καί ἀδύναμοι ἄνθρωποι πολεμοῦνται ἀπό τους πιό ἀδύναμους δαίμονες. Ὅταν, ὅμως, οἱ ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ θριαμβεύσουν ἐναντίον τῶν πρώτων αὐτῶν ἀντιπάλων τους, θά βρεθοῦν σταδιακά ἀντιμέτωποι μέ πιό σκληρές ἐχθρικές δυνάμεις.

Ὁ Χριστός, πάντως, ὡς ὁ πιό ἑπιεικής διαιτητής καί ἐπόπτης αὐτῶν τῶν ἀγώνων, συγκρατεῖ τήν ἰσορροπία ἀνάμεσα σ' ἐμᾶς καί τους ἀντιπάλους μας, ἀναχαιτίζει τήν ὑπερβολική ὁρμή τῶν ἐχθρικῶν ἐφόδων τους καί, ἐπιπλέον, «μαζί μέ τόν πειρασμό» μᾶς χαρίζει «καί τή δύναμη, ὥστε νά μπορέσουμε νά τόν ἀντιμετωπίσουμε νικηφόρα καί ὁριστικά» (πρβλ. Α' Κορ. 10:13). Ἄν δέν εἴχαμε αὐτή τή θεϊκή βοήθεια, τότε ἀσφαλῶς οἱ δαίμονες θά μᾶς καταπόντιζαν.

Τά πονηρά πνεύματα, βέβαια, μᾶς ὑποκινοῦν στό κακό, ἀλλά δέν μᾶς ἐξαναγκάζουν καί νά τό πράξουμε. Ἄν μποροῦσαν νά μᾶς ἐξαναγκάσουν, τότε δέν θά ὑπῆρχε ἄνθρωπος πού νά μήν ἁμάρτανε μέ κάθε εἴδους ἁμαρτία. Ἀλλά, ὅπως αὐτοί ἔχουν τή δυνατότητα νά μᾶς βάζουν σέ πειρασμούς, ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχουμε τή δύναμη καί τήν ἐλευθερία νά μήν τούς δεχόμαστε. Εἶναι, λοιπόν, ἀπόλυτα σίγουρο ὅτι οἱ δαίμονες δέν ἔχουν καμιά δύναμη πάνω μας, παρά μόνο ὅταν τούς παραδώσουμε τό θέλημά μας.

Ἐπίσης, τά πονηρά πνεύματα δέν ἔχουν τήν ἐλευθερία νά κάνουν τό κακό ἀπεριόριστα καί σέ ὁποιονδήποτε θελήσουν. Ἡ περίπτωση τοῦ Ἰώβ εἶναι μιά ὁλοφάνερη ἀπόδειξη: Ὁ ἐχθρός δέν τόλμησε νά πειράξει τόν Ἰώβ περισσότερο ἀπό ὅσο τοῦ ἐπέτρεψε ἡ θεία οἰκονομία. Τό ἴδιο ἐπιβεβαιώνεται καί μέ ὅσα ἔλεγαν οἱ δαίμονες στόν Χριστό, ὅταν Ἐκεῖνος τούς ἔδιωχνε ἀπό τόν δαιμονισμένο τῶν Γεργεσηνῶν: «Ἄν εἶναι νά μᾶς διώξεις, ἄφησέ μας νά πᾶμε στό κοπάδι τῶν χοίρων» (Ματθ. 8:31). Ἀφοῦ λοιπόν τότε, χωρίς τή θεία παραχώρηση, δέν μποροῦσαν νά εἰσέλθουν οὔτε στούς βρωμερούς χοίρους, πῶς νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦν νά μποῦν μέ τή θέλησή τους σ' ἕναν ἀνθρωπο, πλασμένο «κατ' εἰκόνα» Θεοῦ; Γι' αὐτό ὁ ἀπόστολος μᾶς προτρέπει: «Ἀντισταθεῖτε στόν διάβολο, κι αὐτός θά φύγει μακριά σας» (Ἰακ. 4:7).

Monday, January 2, 2017

Εάν κάποιος δεν υπακούει στον Πνευματικό του και επιτελεί το κακό, έχει καμιά ευθύνη ενώπιον του Θεού ό Πνευματικός γι' αυτόν; ( Γεροντας Παΐσιος Ολάρου )

Εάν κάποιος παρεκκλίνει από τα καθήκοντα του και δεν υπακούει στις συμβουλές του Πνευματικού του, αυτός θα έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού.
 Ό Πνευματικός όμως είναι υποχρεωμένος να προσεύχεται στον Θεό για την επιστροφή του και για την συγχώρηση του.

Γεροντας Παΐσιος Ολάρου


Wednesday, December 28, 2016

Η αξία και η δύναμις των Χαιρετισμών ως παρακλητική προσευχή . ( Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου )


Α’ Χαιρετισμοί

«Στώμεν ευλαβώς εν οίκω Θεού ημών»!
Ποιος είναι άραγε αυτός ο οίκος χριστιανοί μου, μπροστά στον οποίον μας καλεί σήμερα ο υμνωδός, να σταθούμε με ευλάβεια πολύ; Ποιος άλλος από την Υπεραγία Θεοτόκο, την Παναγία μας.
Ο σεβασμός και η ευλάβεια είναι προπαντός βίωμα της ψυχής μας, που πηγάζει
- από τη σωστή ορθόδοξη πίστη μας και τη σωστή στάση μέσα στη ζωή. Δηλαδή, από την ορθόδοξη πίστη στο Τριαδολογικό δόγμα, ότι ο Θεός που πιστεύουμε είναι ένας μεν, αλλά Τριαδικός: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
-Δεύτερον, από την πίστη μας στο έργο της ενσάρκου οικονομίας, που λέγεται χριστοδολογικόν δόγμα. Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός, έγινε άνθρωπος στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, χωρίς να πάψει να είναι και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος.
- Τρίτον, επειδή η παρθένος Μαριάμ, η δεκαπεντάχρονη κόρη της Ναζαρέτ, δεν γέννησε μόνον άνθρωπον, αλλά τον Θεάνθρωπον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, τον Σωτήρα του κόσμου, γι’ αυτό και δε λέγεται Χριστοτόκος, αλλά Θεοτόκος και Θεομήτωρ. Χριστοτόκον και απλή γυναίκα του λαού, την αποκαλούν βλάσφημα οι χιλιαστές και όλοι οι αιρετικοί, οι θεομάχοι και οι άπιστοι.
- Τέταρτον, πιστεύουμε ότι η Παναγία μας υπήρξε Παρθένος προ του τόκου, Παρθένος κατά τον τόκον και Παρθένος μετά τον τόκον. Η τριπλή αυτή παρθενία της Υπεραγίας Θεοτόκου συμβολίζεται με τα τρία αστέρια, τα οποία βλέπουμε αγιογραφημένα στην αγία της εικόνα: ένα στο μέτωπο και από ένα στους ώμους της δεξιά και αριστερά. Γι’ αυτό και ονομάζεται και θα είναι και θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων «αειπάρθενος», εξ’ ου και «Νύμφη ανύμφευτος». Γι’ αυτό και διατρανούμε θριαμβευτικά «Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε».

Η Παναγία μας είναι αυτή που ανοίγει με τις πρεσβείες της την κεκλεισμένην πύλην των απορρήτων μυστηρίων της Βασιλείας του Θεού, της Βασιλείας των Ουρανών. Και τις ανοίγει για τις ψυχές εκείνες, που είναι καθαρές και αγνές. Που είναι συντετριμμένες από την μετάνοια, τεταπεινωμένες μέσα στο βάθος της καρδιάς, πιστές στην εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και πεπληρωμένες από τη Θεία Χάρη.

Αν όμως ρωτήσουμε τους σημερινούς νεοέλληνες, Ορθοδόξους χριστιανούς, άντρες, γυναίκες και παιδιά, και προπαντός τους νέους και τις νέες, για ποιο σκοπό τη Μεγάλη Σαρακοστή κάνουμε την ακολουθία των Χαιρετισμών; Οι εννιακόσια ενενήντα εννιά στους χίλιους θα μας πουν ότι δεν γνωρίζουν. Και γιατί τους διαβάζουμε μαζί με το μικρό απόδειπνο κάθε βράδυ; Και πάλι θα απαντήσουν και θα απαντήσουμε ότι «δεν γνωρίζουμε».

Οι Χαιρετισμοί, χριστιανοί μου, άρχισαν να ψάλλονται στις εκκλησίες και να διαβάζονται από τους πιστούς Χριστιανούς, στα σπίτια τους βέβαια μετά το 626 μ.Χ. όταν η Παναγία με τις πρεσβείες της διατήρησε αλώβητη και απόρθητη την Κωνσταντινούπολη.
Είναι λοιπόν, κατά πρώτον λόγον ευχαριστήριος ύμνος προς Εκείνην που με τις πρεσβείες της για πολλά χρόνια, για χίλια χρόνια, έσωζε πάντοτε την Πόλιν από τις ορμές των βαρβάρων.
Δεύτερον, είναι ευχαριστήριος κατ’εξοχήν ύμνος προς Εκείνην που έκανε απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, λέγοντας προς τον Αρχάγγελον Γαβριήλ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γέννοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Είναι τρίτον, ύμνος θεολογικός και δογματικός διότι καλύπτει ολόκληρον το έργον της ενσάρκου οικονομίας. Είναι τέταρτον, ύμνος θριαμβευτικός, δια μέσου του οποίου υμνείται η δύναμις και η παρρησία των πρεσβειών της. Γι’ αυτό και μείς την επικαλούμεθα όπως μέσω των πρεσβειών της αξιωθούμε, αν και είμαστε όλοι μας ανάξιοι και αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, τη σωτηρία μας αλλά και τη λύση πολλών πολλών προβλημάτων, ασθενειών και θλίψεων της ζωής.
Είναι η Παναγία μητέρα μας. Είναι η πλατυτέρα των Ουρανών. Είναι η τιμιωτέρα των Χερουβείμ. Είναι η ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, η «της Τριάδος τα δευτερία κατέχουσα», κατά την έκφραση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η Παναγία μας είναι ακόμη, όπως ακούσαμε πριν από λίγο, αν βέβαια τα προσέξαμε, η άσπιλος κόρη, η αγνή Παρθένος, η αμόλυντη, άφθορη, η Δέσποινα, η Θεόνυμφος, η άχραντη, η πανύμνητη, η απειρόγαμη, η πανάχραντη, ο πύρινος θρόνος, της γης το θεμέλιον, η έμψυχη τράπεζα, η γέφυρα, η πύλη, η είσοδος, το παράθυρο, η ακένωτος πηγή, η άφλεκτος βάτος, η ράβδος η μυστική, το άνθος το αμάραντον, των αγγέλων χαρμονή. Ο όρθρος ο φαεινός, νυμφών ολόφωτος, το άστρον το άδυτον, η χαράς αιτία, το φως το κατοικητήριο σε πολλά άλλα πολλά, πολλά, πολλά, πολλά και από τα λίγα αυτά που αναφέραμε, αλλά και από τα πολλά όμως που παραλείψαμε, διότι θα πρέπει να αναφέρουμε όλον τον κανόνα και όλους του χαιρετισμούς, τα πάντα ανήκουν, ως η πλέον μεγίστη τιμή σε Εκείνην που αξιώθηκε να γίνει Μητροπάρθενος. Μητροπάρθενος: παρθένος και μητέρα. Και επαναλαμβάνω, είναι και λέγεται Θεοτόκος. Όχι μόνο διότι Εκείνον τον οποίον συνέλαβε στη μήτρα της εκ Πνεύματος Αγίου και γέννησε σε ένα στάβλο στη Βηθλεέμ είναι ο σεσαρκωμένος Θεός, αλλά και διότι μετά τη σύλληψιν κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έγινε και η δική της θέωση όπως μας βεβαιώνουν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με πρώτον τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.

Με τους Χαιρετισμούς λοιπόν, τη δοξάζουμε την Παναγία, δοξάζοντας συγχρόνως και τον Θεόν που τη διάλεξε! Που τη διάλεξε, ανάμεσα σε δισεκατομμύρια γυναικών για να την κάμει μητέρα Του, κατ’ άνθρωπον. Θεοτόκο και Θεομήτωρα.
Με τους χαιρετισμούς την ευχαριστούμε γιατί κατέστη η νέα Εύα, η Εύας της υπακοής εξ’ ης εγεννήθη ο Χριστός εκ Πνεύματος Αγίου, ο Σωτήρας του κόσμου. Τα δε υψηλά θεολογικά και δογματικά νοήματα των Χαιρετισμών, εμείς οι αμαρτωλοί χριστιανοί, τα κάνουμε και προσευχή. Προσευχή, όχι μόνο μια φορά την ημέρα αλλά και δυο και τρεις και πέντε και δέκα. Υπάρχουν ψυχές που τους Χαιρετισμούς τους ψελλίζουν όλη μέρα, ακόμα και στον ύπνο τους. Όπως άλλοι ψελλίζουν κατά τη διάρκεια της νυχτός, κεκοιμισμένοι, το σωτήριον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αυτοί και καθ’ ύπνον, ασυνείδητα και ενσυνείδητα, επαναλαμβάνουν τους Χαιρετισμούς. Αυτό βέβαια μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Τι δηλώνει όμως; Φανερώνει και αποδεικνύει τη μεγάλη αξία και την δύναμη των Χαιρετισμών, για την αξία και τη δύναμη της οποίας έχουμε ομιλήσει κι άλλη φορά.
Στα χρόνια τα δικά μου τα παιδικά, μεταξύ του 1930 μέχρι και το ’45, ενθυμούμαι ότι διάβαζαν τους Χαιρετισμούς, προσέξτε το αυτό, διάβαζαν τους Χαιρετισμούς πάνω από τους ετοιμοθανάτους! Όταν αυτοί είχαν ρόγχο, όταν είχαν πέσει σε κώμα, όταν δεν μπορούσαν να απελευθερωθούν από το σώμα. Για ποιο λόγο; Για να διώξει η Παναγία τα δαιμόνια και να βοηθήσει την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Αυτό άλλωστε το ζητάμε κάθε φορά που λέμε το μικρό απόδειπνο και θα το ακούσουμε σε λίγο από τους ιεροψάλτες μας. «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλία μου ψυχή περιέπουσα»…τι θα πει «περιέπουσα»; Να περιβάλλει, να σκεπάσει, να προστατεύσει η Παναγία την ψυχή μας. «Και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα». Να διώξει δηλαδή, τις όψεις, τα πρόσωπα και την παρουσία των δαιμόνων, των σατανάδων και των διαβόλων από τον ετοιμοθάνατο δικό μας άνθρωπο και συγγενή. Επίσης, διάβαζαν τους χαιρετισμούς σε άρρωστα παιδιά και στους δαιμονισμένους, όπως και το Τετραβάγγελο.
Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία μας, δια μέσου των Χαιρετισμών που διαβάζουμε κάθε μέρα αναλαμβάνει για λογαριασμό μας και χτυπά αλύπητα τον διάβολο, δημιουργώντας του πληγές και θανάσιμα τραύματα. Το ψάλλαμε προηγουμένως, το προσέξατε; Το τόνισα και το τόνισα θριαμβευτικά όταν είπα «Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα».
Με τους Χαιρετισμούς λοιπόν και την αληθινή μας μετάνοια, με τη ζωντανή μας πίστη, με την αποχή μας από την αμαρτία, ακόμα και των λογισμών και των σκέψεων…και σεις μικροί και σεις μεγάλοι και μείς οι κληρικοί και πρώτος εγώ …και την ενεργουμένη αγάπη, η Υπεραγία Θεοτόκος με τις πρεσβείες της τότε, μας ανεβάζει στον Παράδεισο. Ενώ συγχρόνως, καταποντίζει στα τάρταρα όλα τα δαιμόνια που μας πειράζουν και που θέλουν την αιώνια καταστροφή της ψυχής μας, που ζητούν την κόλασή μας. Και αυτό το διακηρύσσουμε, θα το πούμε την ερχομένη Παρασκευή, στη δευτέρα στάση των Χαιρετισμών όταν θα ομολογήσουμε και θα πούμε «Χαίρε, η κατάπτωσις των δαιμόνων».

Απ’όλα αυτά χριστιανοί μου, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι Χαιρετισμοί είναι και καθημερινή δική μας προσευχή, αλλά παρακλητική προσευχή, με πολλή δύναμη και παρρησία προς την Παναγία μας, που μπορεί αποτελεσματικά και θαυματουργικά να επέμβει σε όλα τα προβλήματα της ζωής μας, ακόμα δε και αυτής της σωτηρίας μας.
Και κλείσαμε προηγουμένως λέγοντας «Χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία». Γι’ αυτό λοιπόν, από σήμερα, από τούτη τη στιγμή, ας εκμεταλλευτούμε τη μητρική Της αγάπη και ας αρπάξουμε την ευκαιρία που μας δίνει Εκείνη δια των πρεσβειών Της και είθε να αλλάξουμε ζωή, να μετανοήσουμε, αληθινά, έμπρακτα, από τώρα και δια των πρεσβειών της να τύχουμε της καλής παρρησίας μπροστά στο φοβερό βήμα του Υιού Της.
Αυτό το εύχομαι σ’ όλους σας αλλά και σεις να το εύχεσθε σε μένα. Ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, με πήραν τηλέφωνο το μεσημέρι, ….ιερεύς με οκτώ παιδιά 42 ετών..να!…πέθανε ξαφνικά. Το βράδυ μπορεί να είναι η σειρά μου, μπορεί να είναι και αύριο, αλλά μπορεί να είναι και η σειρά και κάποιων από σας. Είμαστε έτοιμη να αντιμετωπίσουμε και να αντιμετωπίσω το φοβερό κριτήριο του Θεού; Είμαι έτοιμος να δώσω καλή και χρηστήν την απολογία μπροστά στο φοβερό Του βήμα;
Είμαι αμαρτωλός, ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου

Saturday, December 24, 2016

Ο αγώνας εναντίον της αμαρτίας ( Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ )

 

“Δύσκολος είναι, το αναγνωρίζω, ο αγώνας εναντίον αυτού του εχθρού, είναι όμως απαραίτητος. Πολλοί κάνουν πολέμους και νικούν άλλους ανθρώπους, είναι όμως αιχμάλωτοι και δούλοι στα πάθη τους. Δεν υπάρχει πιο ένδοξη νίκη από τη νίκη πάνω στον εαυτό μας. Βραβείο χωρίς νίκη δεν υπάρχει. Και νίκη χωρίς αγώνα δεν υπάρχει.

Αδελφέ μου, ας καταπιαστούμε μ΄αυτόν τον αγώνα, για να κερδίσουμε με τη βοήθεια του Χριστού τη νίκη, να πάρουμε απ΄Αυτόν το στεφάνι της αρετής και να θριαμβεύσουμε αιώνια στη βασιλεία Του.

Ας διατυπώσουμε τώρα μερικές σκέψεις, που δίνουν βοήθεια και ενίσχυση στον αγώνα:

Α΄
Ν΄ακούς και να προσπαθείς να κατανοείς το λόγο του Θεού. Εκεί μας αποκαλύπτονται η
αμαρτία και η αρετή, ώστε ν΄αποφεύγουμε την πρώτη και να επιδιώκουμε τη δεύτερη: «Πάσα γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος πρός διδασκαλίαν, πρός έλεγχον, πρός επανόρθωσιν, πρός παιδείαν, τήν εν δικαιοσύνη, ίνα άρτιος ή ό του Θεού άνθρωπος, πρός πάν έργον αγαθόν εξηρτισμένος» (Β΄Τιμ.3,16-17). Ο λόγος του Θεού είναι η «μάχαιρα του Πνεύματος» (Εφεσ. 6,17), με την οποία σφαγιάζεται ο εχθρός της ψυχής.

Β΄
Ο Θεός βρίσκεται παντού. Όπου κι αν βρεθούμε, είναι δίπλα μας. Ό,τι κι αν κάνουμε, γίνεται μπροστά Του.
Πώς λοιπόν θ΄αμαρτάνουμε και θα καταπατούμε το άγιο θέλημά Του μπροστά στα μάτια Του;
Ντρέπεσαι, αλλά και φοβάσαι να φερθείς με ασέβεια μπροστά στο βασιλιά ή και στον παραμικρό εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας. Πόσο πιο πολύ πρέπει να αισθάνεσαι το ίδιο μπροστά στο Θεό; Μην ξεχνάς ότι κάθε αμαρτία είναι ασέβεια και παρανομία ενώπιόν Του.

Γ΄
Να θυμάσαι τα τέλη σου, το θάνατο, τήν Κρίση του Χριστού, τον άδη, τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό θα σε απομακρύνει από την αμαρτία. «Έν πάσι τοίς λόγοις σου», λέει ο Σειράχ, «μιμνήσκου τα έσχατά σου καί… ούχ αμαρτήσεις»
(Σοφ.Σειρ.7,36)

Δ΄
Ν΄απομακρύνεσαι από συνθήκες που ξέρεις ότι παρασύρουν στην αμαρτία, όπως λ.χ. συμπόσια, διασκεδάσεις, κακές και άπρεπες συζητήσεις. «Φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι
(συναναστροφές) κακαί» (Α΄Κορ.15,33)

Ε΄
Να συγκρατείς στη σκέψη και στη μνήμη σου ότι είναι δυνατόν να πεθάνει ο άνθρωπος την ώρα της αμαρτίας, κι έτσι να χαθεί αιώνια. Ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, καταδίωκε τους Ισραηλίτες θέλοντας να τους ξαναγυρίσει στη σκλαβιά, και πάνω σ΄αυτό το παράνομο έργο του πέθανε
(Έξοδ.14,27-28). Και ο Αβεσσαλώμ, ο γιος του Δαβίδ, ζητούσε να σκοτώσει τον άγιο πατέρα του, και πέθανε πάνω σ΄αυτό του το εγχείρημα (Β΄Βασ.18,14)

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: Βλέπουμε πώς οι άσωτοι και οι μοιχοί χτυπιούνται από το θάνατο πολλές φορές πάνω στο αισχρό τους έργο, οι βλάσφημοι στη βλασφημία τους, οι κλέφτες και οι άρπαγες στην αρπαγή τους και οι άλλοι παράνομοι στην παρανομία τους.
Δηλαδή η δίκαιη κρίση του Θεού χτυπάει τους αμαρτωλούς, για να φοβόμαστε και να μήν αμαρτάνουμε.

ΣΤ΄
Συλλογίσου πώς ο Χριστός βασανίστηκε και πέθανε για τις αμαρτίες σου. «Αυτός δέ ετραυματίσθη διά τάς αμαρτίας ημών και μεμαλάκισται (ταλαιπωρήθηκε) διά τάς ανομίας ημών» (Ησ. 53,5). Κι εσύ, ο χριστιανός, να κάνεις αυτό για το οποίο ο Κύριος ήπιε το πικρό ποτήρι των Παθών, κι έτσι να ξανασταυρώνεις τον Υιό του Θεού;

(Εβρ. 6,6).

Ζ΄
Ας μην κοιτάζουμε τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αλλά τι μας προστάζει ο λόγος του Θεού. Έτσι δεν θα επηρεαζόμαστε από τους πειρασμούς του κόσμου. «Ειρήνη πολλή τοίς αγαπώσι τόν νόμον σου, καί ούκ έστιν αυτοίς σκάνδαλον»
(Ψαλμ.118,165). Αγάπα το νόμο του Θεού, και δεν θα σε βλάψουν οι πειρασμοί της κοινωνίας.

Η΄
Οι προσπάθειές μας και οι αγώνες μας εναντίον της αμαρτίας δεν είναι αποτελεσματικοί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Χρειάζεται λοιπόν συνδυασμός αγώνα και προσευχής, για να μας βοηθήσει ο Κύριος σ΄αυτή τη σοβαρή υπόθεση. Ο Θεός τους επιμελείς βοηθάει, τους αγωνιστές ενισχύει, τους νικητές στεφανώνει.

Αδελφέ μου! Βλέπεις τους εχθρούς της ψυχής μας, που θέλουν να μας καταστρέψουν όχι προσωρινά, αλλά αιώνια. Βλέπεις και τη βοήθεια του Θεού στον αγώνα μας εναντίον τους. Ας πάρουμε λοιπόν θέση -«στώμεν καλώς»- και ας εξοπλιστούμε με τη δύναμη του Παντοδύναμου Ιησού Χριστού. Ποτέ δεν θα τους επιτρέψουμε να μας καταβάλουν. Κι έτσι θα λάβουμε το στεφάνι της νίκης από τον αγωνοθέτη Ιησού.

Κύριε Ιησού, νικητή του θανάτου και του άδη, βοήθησέ μας, χωρίς Εσένα δεν μπορούμε τίποτα, μ΄Εσένα τα πάντα!…”

Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ
 

Monday, December 19, 2016

Παναγία η Διασώζουσα


1. Ὁ Ἱ. Ναὸς καὶ ἡ ἵδρυσίς του

Ὁ Ἱ. Ν. βρίσκεται στὸ νότιο μέρος τῆς Ἱ. Μ. τοῦ Θεολόγου, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέχει λίγα βήματα. Ἥταν μικρὸς παλιὰ (7.30x7μ.), ἀλλὰ καλλιτεχνικὰ κτισμένος. Προσφάτως ἐπεκτάθηκε στὸ δυτικὸ μέρος του καὶ ἔχει τώρα μῆκος 17 μ. καὶ πλάτος 7 μ.

Ὁ ἀκριβὴς χρόνος τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἱ. Ν. εἶναι ἄγνωστος. Ὑπάρχουν ὅμως οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας του ἀπὸ διάφορες ἐποχές. Ἀπὸ αὐτοὺς φαίνεται ὅτι ὁ Ἱ. Ν. ἱδρύθηκε πρὶν ἀπὸ τὸ 1500. Στὸν πρῶτο τίτλο, ποὺ ἐχει χρονολογία 1590, ἀναφέρονται ἀξιόλογοι μάρτυρες, Ἱερωμένοι καὶ Λαϊκοὶ τῆς Πάτμου, οἱ ὁποῖοι, μετὰ ἀπὸ μιὰ φιλονικία ἀνάμεσα στὸν ἱερέα Θωμᾶ καὶ τὸν Γεώργιο Μάγγιπα γιὰ τὴν κυριότητα τοῦ ναοῦ, βεβαιώνουν ὅτι «ἀπὸ παλιὰ οἱ γονεῖς τοῦ κυρίου Γεωργίου εἶχαν τὴν κυριότητα τοῦ σεβασμίου Ἱ. Ν.». Ἄρα ἡ ἵδρυσίς του ἔγινε πρὶν ἀπὸ τὸ 1590.

Στὸ ὑπέρθυρο τῆς μίας ἀπὸ τὶς παλιὲς ἐξόδους πρὸς δυσμάς, ὑπῆρχε ἐντοιχισμένη ἐπιγραφὴ διὰ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Ἱ. Ν., χωρὶς ὅμως χρονολογία. Ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι ἡ ἑξῆς:

«ΜΗΝΙ ΙΟΥΝΙΟΣ ΚΗ´ ΕΚΑΙΝΙΣΘΗ Ο
ΘΕΙΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΔΙΑΣΩΖΟΥΣΑΣ.
ΤΟ ΣΤΕΡΕΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙ ΣΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΩΝ
ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
ΗΝ ΕΚΤΗΣΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ ΣΟΥ ΑΙΜΑΤΙ»

(Ἡ ἐπιγραφὴ αὐτή, μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπέκταση τοῦ Ἱ. Ν. τὸ 1956, ἐντοιχίσθηκε σὲ ἄλλη θέση του Ἱ. Ν.)

Δηλαδή: «Στὶς 28 Ἰουνίου ἀνακαινίσθηκε ὁ Ἱ. Ν. τῆς Ἁγίας Διασώζουσας. Κύριε, Ἐσὺ ποὺ στερεώνεις ὅσους σὲ πιστεύουν, στερέωσε τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησες μὲ τὸ τίμιο Αἷμά Σου».

Ἐπίσης, στὸ ἀνώφλι τῆς ἄλλης εἰσόδου, πρὸς δυσμάς, καὶ στὸ μέρος πρὸς τὸν Ἱ. Ν. ὑπῆρχε ἄλλη ἐπιγραφὴ δυσανάγνωστη καὶ παλαιότερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ γράμματα, μὲ χρονολογία 1590 (καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιγραφὴ ἐντοιχίσθηκε σὲ κατάλληλη θέση στὸν ἀνακαινισμένο Ἱ. Ν.)

Ψηλά, στὴν ἀριστερὴ ἀπὸ τὶς τέσσερις ἁψίδες, στὶς ὁποῖες στηρίζεται ὁ τροῦλλος, ὑπάρχει γλυπτὸ μονόγραμμα ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἀνακαίνιση τοῦ Ἱ. Ν.

2.Ἡ θαυματουργὸς Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Διασωζούσης

Γιὰ τὴν προέλευση τῆς ἁγίας καὶ θαυματουργῆς Εἰκόνας δὲν σώθηκε καμμία μαρτυρία.

Ἡ παράδοση τῆς Πάτμου ἀναφέρει ὅτι ἡ Εἰκόνα ἀνήκει στὶς ἑβδομήκοντα Εἰκόνες τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἦταν γιατρός (Κολασσαεῖς 4, 14) καὶ ζωγράφισε τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιό του μὲ τὸν ὡραῖο καὶ γλαφυρὸ κάλαμό του.

Μιά παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρει ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ζωγράφισε τρεῖς Εἰκόνες τῆς Θεοτόκου καὶ τὶς παρουσίασε σὲ Αὐτήν, ὅταν ζοῦσε. Ἐκείνη τὶς εὐλόγησε καὶ εἶπε: «Ἡ Χάρη τοῦ Γιοῦ μου νὰ εἶναι μαζί τος». Ἐπίσης ζωγράφισε καὶ τὴν εἰκόνα τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου. Κατὰ τὴν ἴδια παράδοση, ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἐμφανίζεται στὴν Εἰκονογραφία νὰ ζωγραφίζει τὴν Παναγία καθιστὸς σὲ ἕδρανο καὶ ἔχοντας ἀπέναντί του σὲ τρίποδο τὴν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.

Γιὰ τὸ ὅτι ἡ Εἰκόνα τῆς Διασωζούσης εἶναι ἀρχαιοτάτη καὶ ἔργο μεγάλου καλλιτέχνη, εὐσεβοῦς καὶ ἐναρέτου ἀνθρώπου, δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ γίνονται θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει ἡ Παναγία νὰ γίνονται μέσα ἀπὸ ὁρισμένες εἰκόνες Της, κατὰ τόπους, σὲ ὅσους προσέρχονται μὲ πίστη. Ἡ Εἰκόνα ἔχει διαστάσεις 0,82x0,65 καὶ ἔχει ὑποστεῖ παλαιότερα, ἄγνωστο πότε, ἐγκαύματα καὶ ἐπιζωγραφήσεις. Εἶναι δυστυχῶς καλυμμένη μὲ ἀργυροεπίχρυσες πλάκες, ἐπάνω στὶς ὁποῖες ὁ τότε χρυσοχόος ἀποτύπωσε σφραγίδες κάποιων νομισμάτων τῆς ἐποχῆς του καὶ πρόσθεσε δύο χέρια ἐντέχνως ἐπεξεργασμένα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Θεοτόκος βαστάζει τὸ Παιδίον Ἰησοῦν.

Ὁ Φωτοστέφανος, ποὺ πλαισιώνει τὴν μεγαλοπρεπὴ Εἰκόνα, ἔχει τέσσερις ἀνάγλυφες σφραγίδες. Στὶς δύο ζωγραφίσθηκε ἡ Παναγία καὶ στὶς δύο ὁ Ἅγιος Γεώργιος (ἤ Θεόδωρος) καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πιθανὸν καὶ πάνω πρὸς στὴν κορυφὴ τοῦ Στεφάνου ἡ Θεοτόκος Δεομένη, ὁλόσωμη μὲ ὑψωμένα χέρια.

Οἱ φωτοστέφανοι τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Παιδίου Ἰησοῦ στολίζονται μὲ ἕνδεκα πολύτιμους λίθους, κόκκινους καὶ πράσινους, μεγάλου μεγέθους. Ὁ ἕνας τους χάθηκε.

Κάτω στὸ πλαίσιο τῆς Εἰκόνας, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ ὀρείχαλκο, ἐξ αἰτίας τῆς ἐλλείψεως εὐγενοῦς μετάλλου, ὑπάρχει ἡ χρονολογία τῆς κατασκευῆς τῆς ἀργυροεπίχρυσης ἐπένδυσης: 1732

Τέλος, ὁλόκληρη ἡ Εἰκόνα καλύπτεται ἀπὸ ἀφιερώματα κάθε εἴδους καὶ ἀξίας. Τὸ καθένα τους ἀντιπροσωπεύει ἕνα θαῦμα!

3. Τὰ θαύματα

Τὰ θαύματα τῆς Παναγίας μέσα ἀπὸ τὴν Εἰκόνα Της, τὰ ὁποῖα γίνονται καθημερινὰ ἑδῶ καὶ αἰῶνες, εἶναι πάρα πολλὰ καὶ ποικίλα καὶ θὰ χρειαζόταν ἕνας τόμος ὁλόκληρος γιὰ νὰ τὰ γράψουμε ὅλα.

Ἀπὸ αὐτά, λόγῳ ἐλλείψεως χώρου, γράφουμε ἐδῶ λίγα γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι εἶναι ἀρκετὰ νὰ στερεώσουν τὴν πίστιν τους στὸν Παντοδύναμο Θεὸ καὶ νὰ διατηρήσουν ἀμείωτο τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια τῶν νεωτέρων γενεῶν στὴν Ὑπερένδοξη Μητέρα τοῦ Κυρίου, τὴν Μητέρα ὅλων τῶν χριστιανῶν. Καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ ἡ Ἀμόλυντη Παρθένος, μετὰ ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό Της ἀπὸ τὸν Γαβριήλ, προφήτευσε παρακινημένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὅποῖο τὴν ἐπισκίασε, καὶ εἶπε μεταξὺ ἄλλων τὰ σημαντικὰ αὐτὰ λόγια: «Νά, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές».

Τὰ θαύματα εἶναι τὰ ἑξῆς:

1) Τὸ 1732, ὅταν οἱ πειρατὲς τῆς Ἀλγερίας λυμαίνονταν τὴν Μεσόγειο καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἕνας Πάτμιος, ὁ Εὐστράτιος Γλυκονικήτας, ληστεύθηκε καὶ αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς πειρατὲς σὲ μιὰ παραλία τῆς Πάτμου, τὸ Κουβάρι, ὅπως τὸ λένε οἱ ντόπιοι, ὅπου εἶχε πάει γιὰ ψάρεμα. Τὸν μετέφεραν στὴν Νότια Ἀφρικὴ καὶ τὸν ἔκλεισαν στὶς φυλακὲς τῆς Τρίπολης. Ὁ δέσμιος Γλυκονικήτας παρακαλοῦσε κάθε ὥρα τὴν Ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν μεσιτεία τῆς Παναγίας τῆς Διασωζούσης, ὁ Ναὸς τῆς ὁποίας βρισκόταν κοντὰ στὸ σπίτι του.

Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα, ἐνῶ ἡ δύστυχη σύζυγος τοῦ Γλυκονικήτα μιὰ μεγαλόπρεπη σεμνὴ Γυναίκα, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε νὰ Τὴν ἀκολουθήσει. Αὐτὸς ὅμως ἦταν δέσμιος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθεῖ. Ρώτησε τὸ ὄνομά Της καὶ τὴν ἰδιότητά Της καὶ πῆρε τὴν ἀπάντησε ὅτι εἶναι γνωστή του καὶ λέγεται Διασώζουσα. Πρὶν νὰ τελειώσει τὴν ἀπάντηση ἡ Κυρία Θεοτόκος, (ὢ τῶν θαυμάτων Σου, Ἀκήρατε Κόρη!) ὁ πρώην δέσμιος καὶ φυλακισμένος Γλυκονικήτας βρέθηκε ξαφνικὰ ἐλεύθερος μὲ ἀσύλληπτο τρόπο στὸ λιμάνι τῆς Πάτμου, ὅπου πρὶν ἀπὸ τρία χρόνια ψάρευε. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου τὸ ἄρπαξε, κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ τὸν μετέφερε κοντὰ στὴν γλυκειά του πατρίδα, στὰ ἀγαπημένα παιδιὰ καὶ τὴν δύστυχη σύζυγό του, ἡ ὁποία δὲν πίστευε στὸ γεγονός, ὅπως ἦταν φυσικό, καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸν βάλει σπίτι της. Ἀλλὰ ὁ Γλυκονικήτας τῆς μιλᾶ γιὰ σημάδια καὶ περιστατικὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς οἰκογένειάς του καὶ ἔτσι πείθει τὴν τιμιώτατη σύζυγό του νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ μπεῖ.

Τότε ὁ σωσμένος ἀπονέμει φόρο εὐχαριστίας στὴν Θεοτόκο, ἡ Ὁποία τὸν ἔσωσε, καὶ παίρνει τὰ ἀσημένια σκεύη τῆς συζύγου του καὶ ἐπενδύει τὴν Εἰκόνα τῆς Διασωζούσης μὲ ἀσημένια ἐλάσματα. Ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸν χρυσοχόο μὲ τὴν ἀσημωμένη Ἁγία Εἰκόνα, γιὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὸν Ἱ. Ν., βρίσκει στὸν δρόμο του χρυσᾶ φλωριά, μὲ τὴν ὁποῖα τὴν ἐπιχρύσωσε, ἀφοῦ αὐτὴ ἦταν ἡ ἐπιθυμία τῆς Θεοτόκου.

2) Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1888 ἀπὸ ὑπερβολικὴ στενοχώρια, ἡ Πατμία Κ. Γ. ἀρρώστησε ἀπὸ ἀναφυλαξία (ἐξανθήματα σὲ ὅλο τὸ σῶμα) καὶ ὑπέφερε πολύ. Ἡ ἀσθενὴς ζητοῦσε τὴν Βοήθεια τῆς Παναγίας. Ὅταν ἕνα πρωῒ ἐπέστρεφε ἡ μητέρα της ἀπὸ τὸν Ἵ. Ν. τῆς Διασωζούσης μετὰ ἀπὸ τὴν Θ. Λ., φέρνοντας τὸ Ἀντίδωρο στὴν ἄρρωστη, ἐκείνη ἀπάντησε ὅτι εἶχε πάρει Ἀντίδωρο, καὶ ὅτι μιὰ Γυναίκα τὴν ἐπισκέφθηκε στὸν ὕπνο της καὶ σταύρωσε ὅλα τὰ πονεμένα μέλης της μὲ ἕνα μεγάλο Σταυρό, καὶ ἁμέσως ἔνιωσε δροσιὰ σὲ ὅλο τὸ σῶμά της. Ἡ ξένη Ἐπισκέπτρια τῆς εἶπε: «Γιὰ σένα βγῆκα ἀπὸ τὸ σπίτι μου καὶ πάω στὴν δριὰ Ν. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖς ποιὰ εἶμαι, πρόσεξε νὰ δεῖς, ὅταν ἐπιστρέψω στὸ σπίτι μου, ποῦ θὰ ἐγκατασταθῶ». Πράγματι, ὅπως μᾶς διηγήθηκε πολλὲς φορὲς μὲ δάκρυα ἡ ἐνδιαφερομένη, ἡ ὁποία θεραπεύθηκε ἀμέσως, ἡ Γυναίκα ποὺ τῆς παρουσιάσθηκε ἦταν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἐπέστρεψε στὸν Ἱ. Ν., μπῆκε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ πῆρε τὴν θέση Της στὸ Εἰκονοστάσιο.

3) Ὅταν ὁ Ἱ. Ν. ἦταν στὴν κυριαρχία τῆς Κ. Κ., κάποιος ἀφιέρωσε στὴν θαυματουργὴ Εἰκόνα μιὰ χρυσὴ ζώνη μεγάλης ἀξίας. Ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ Ἱ. Ν. θεώρησε καλὸ νὰ τὴν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν Εἰκόνα καὶ νὰ τὴν δώσει στὴν κόρη της, ἡ ὁποία τὴν φόρεσε. Ἀποτέλεσμα τῆς ἱεροσύλης πράξης ἦταν νὰ ἀρρωστήσει ἡ κόρη καὶ ἡ ἀρρώστεια νὰ καταλήξει σὲ ῥαχίτιδα.

4) Τὸν Αὐγουστο τοῦ 1905 κάποια γυναίκα, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάτμο καὶ ἔμενε στὴν Ἰσμαηλία τῆς Αἰγύπτου, ἀρρώστησε βαρειά. Ὁ γιατρός, ποὺ ἦταν Ἄραβας, διαπίστωσε τυφοειδὴ πυρετὸ ὀξείας μορφῆς. Ἡ ἄρρωστη συχνὰ ζητοῦσε τὴν Βοήθεια τῆς Διασωζούσης καὶ ἔταζε τὸ δακτυλίδι της στὴν Εἰκόνα Της.

Τὴν νύκτα βλέπει στὸ ὄνειρό της μιὰ μαυροντυμένη Γυναίκα στὴν εἴσοδο τοῦ Ἱ. Ν. ἡ ὁποία τὴν καλοῦσε μὲ τὸ ὄνομά της. Τὴν καλοῦσε πολλές φορές, ἀλλ᾿ αὐτὴ ἀργοῦσε νὰ ἀπαντήσει καὶ εἶπε ὅτι δὲν τὴν ἤξερε ποιὰ ἦταν. Ἐκείνη εἶπε: «Μὲ γνωρίζεις καλά, γιατὶ συχνὰ μὲ παρακαλεῖς. Λοιπόν, σὲ πληροφορῶ ὅτι ἀπὸ σημερα δὲν θὰ δεῖς κακό». Καὶ ἀμέσως ἡ ἄρρωστη ξύπνησε σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Τὸ πρωΐ ὁ Ἄραβας γιατρὸς ἐπισκέφθηκε τὴν ἄρρωστη καὶ παραδόξως τὴν βρῆκε ὑγιή. Διαμαρτυρήθηκε ἔντονα ὅτι ἡ γυναίκα που ἐπισκέφθηκε δὲν εἶναι ἡ ἴδια νομίζοντας ὅτι τὸν ἀπάτησαν. Μάταια προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείσει ὁ σύζυγος τῆς θεραπευμένης. Τελικὰ ὑποχρεώθηκε ἀπὸ τὸν γιατρὸ νὰ ὑπογράψει βεβαίωση ὅτι ἡ γυναίκα, ποὺ ἐξετάσθηκε τὴν προηγούμενη ἡμέρα ἦταν ἡ ἴδια ἡ σύζυγός του καὶ ἄλλη, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ ἀλλόθρησκος γιατρός, ὁ ὁποῖος δὲν γνώριζε τὴν Δύναμη τοῦ Θεοῦ.

5) Μιὰ γυναίκα στὴν Αἴγυπτο εἶχε τρία παιδιά. Τὰ δύο πέθαναν λίγα χρόνια μετὰ τὴν γέννησή τους. Ὅταν καὶ τὸ τρίτο κινδύνευε καὶ κινδύνευε νὰ ἀκολουθήσει τὴν τύχη τῶν δύο ἀδελφῶν του, τόσο ἡ μητέρα του, ὅσο καὶ ἡ γιαγιά του παρακαλοῦσαν μὲ δάκρυα τὴν Παναγία νὰ τὸ σώσει.

Ξαφνικὰ τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδὶ συνῆλθε ἀπὸ τὸν λήθαργο τοῦ θανάτου καὶ ἄρχισε νὰ λέγει στὴν μητέρα του: «Μαμά, Τὴν εἴδατε;». «Ποιά, παιδί μου:» ρώτησε ἡ μητέρα. «Νὰ αὐτὴ τὴν γυναίκα, ποὺ ἦλθε καὶ ἔβαλε τὸ χέρι Της στὸ μέτωπό μου καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἔγινα καλά. Εἶναι ἡ Ἁγία Διασώζουσα ἀπὸ τὴν Πάτμο». Πράγματι τὸ παιδί ξέφυγε τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου καὶ θεραπεύθηκε τελείως, χάρη στὴν θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας καὶ τὴν βαθειὰ πίστη τῶν συγγενῶν του στὸν Θεό. Χαρακτηριστικὰ τοῦ θαύματος αὐτοῦ εἶναι ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἦλθε ἐλαφρὸ ρεῦμα ἀέρος, τὸ ὁποῖο γέμισε τὸ δωμάτιο τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ. Ἡ γιαγιά του τὸ αἰσθάνθηκε ζωηρά, χωρὶς νὰ ἐννοήσει ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν καὶ γιατί. Μετὰ ἀπὸ τὴν πλήρη θεραπεία τοῦ παιδιοῦ ἀκολούθησαν, ὅπως ἦταν φυσικό, δωρεὲς καὶ ἀφιερώματα στὴν σεβασμία Εἰκόνα τῆς Διασωζούσης εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης τῶν γονέων γιὰ τὴν διάσωση τοῦ παιδιοῦ τους.

6) Στὴν Ἀμερικὴ μία κόρη ἀπὸ γονεῖς Πάτμιους ἀρρώστησε βαρειὰ καὶ ὁ γιατρὸς διαπίστωσε ὅτι χρειαζόταν ἄμεση χειρουργικὴ ἐπέμβαση. Οἱ γονεῖς καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς τοῦ παιδιοῦ μέσα στὸν μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο παρακαλοῦσαν μὲ θερμὲς δεὴσεις τὴν Διασώζουσα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ἀγαπημένης τους κόρης.

Ξαφνικὰ ἡ μικρὴ Μ. ξύπνησε ἀπὸ βαθὺ ὕπνο καὶ εἶπε στὴν μητέρα της: «Βλέπω μιὰ Γυναίκα, ποὺ ἦλθε νὰ μὲ κάνει καλά. Νά, περπατάει, βγαίνει ἔξω. Δὲν τὴν βλέπετε;». Καὶ ἀμέσως θεραπεύθηκε χωρὶς νὰ ξαναπάει σὲ γιατρό.

7) Κάποιος δάσκαλος στὴν Πάτμο ἔπασχε ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴν Διασώζουσα μὲ τὸ ἑξῆς ὄνειρο: Τοῦ παρουσιάσθηκε μιὰ Γυναίκα, ἡ Ὁποία τὸν διαβεβαίωσε διὰ τὴν γρήγορη θεραπεία τῶν ματιῶν του. Μετὰ τὸν πῆρε καὶ τὸν ὁδήγησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Ἱ. Ν. καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ κατοικῶ καὶ προσπάθησε νὰ ἔλθεις νὰ μὲ συναντήσεις. Ἄκουσα τὶς παρακλήσεις καὶ τὶς προσευχές σου, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης πίστης σου». Ὁ δάσκαλος φοβισμένος ξύπνησε τελείως ὑγιὴς καὶ διηγήθηκε τὸ πρωῒ τὸ ζωντανὸ αὐτὸ ὄνειρο στοὺς συναδέλφους καὶ τοὺς γνωστούς του.

Καὶ ὅταν ἀνέβηκε στὸν Ἱ. Ν. γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὴν Θ. Λ., ἀναγνώρισε τὴν εἴσοδο, στὴν ὁποία διηγήθηκε στὸν ὕπνο του ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ θαύμασε τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του. Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῆς Θ. Λ. ὁ δάσκαλος ἦταν γονατιστὸς καὶ προσευχόταν μπροστὰ στὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας.

8) Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1908 ὁ Ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Ἱερομόναχος Δανιὴλ Γάζος, πῆγε σὲ ἕνα σπίτι τῆς Ἐνορίας του, γιὰ νὰ εὐχηθεῖ ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἑορτῆς. Ὅταν ἔγινε συζήτηση γιὰ τὸν Ἱ. Ν. καὶ τὶς ἀνάγκες του, παρακάλεσε τὴν οἰκοδέσποινα νὰ γράψει στὸν σύζυγό της στὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ κάνει ἐράνους γιὰ τὸν Ἱ. Ν. Ἡ οἰκοδέσποινα ὑποσχέθηκε μὲ εὐχαρίστηση ὅτι θὰ γράψει, ἀλλὰ ἀμέλησε.

Πρὶν ἀπευθυνθεῖ στὸν σύζυγό της, πῆρε ἐπιστολὴ ἀπ᾿ αὐτόν, ὅπου τῆς ἀνέφερε ὅτι τὰ Χριστούγεννα σκέφθηκε νὰ πάει νὰ συναντήσει τοὺς ἐν Μ. Ε. Ο. συμπρατιῶτες του, μὲ τὸν ἀποκλειστικὸ σκοπὸ νὰ κάνουν ἐράνους γιὰ τὸν Ἱ. Ν. τῆς Διασωζούσης. Ὁ ἔρανος ἔγινε καὶ μάζεψαν μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἕνα σημαντικὸ χρηματικὸ ποσό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὄχι μόνον γιὰ τὴν ταύτιση τῶν σκέψεων τοῦ Ἐφημερίου καὶ τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἀμερικὴ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε, ἀλλὰ καὶ γιατὶ τὴν νύκτα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ποὺ συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ Ἱ. Ν., εἶδε κάποιος στὸν ὕπνο του μιὰ Γυναίκα, ποὺ τοῦ εἶπε ὅτι πήγαινε στὴν Ἀμερική, νὰ συναντήσει τὸν προαναφερόμενον κύριο, γιὰ νὰ τοῦ παραγγείλει νὰ κάνει μὲ κάθε τρόπους ἐράνους γιὰ τὶς ἄμεσες καὶ ἐπιτακτικὲς ἀνάγκες τοῦ Σπιτιοῦ Της.

9) Λίγους μῆνες μετὰ ἀπὸ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφή, τὸ 1922, κατέφθασε στὴν Πάτμο καὶ ἀνέβηκε στὸν Ἱ. Ν. μία γυναίκα, ἡ ὁποία ἔφερε δώδεκα ἀσημένια ἀφιερώματα, ποὺ τὸ καθένα τους ἀναπαριστοῦσε ἕναν στρατιώτη. Τὰ κρέμασε στὴν θαυματουργὴ Εἰκόνα μὲ μεγάλο σεβασμὸ καὶ θερμὲς ἐκδηλώσεις εὐγνωμοσύνης. Ἐπίσης ἀφιέρωσε στὸν Ἱ. Ν. καὶ ἀρκετὴ ποσότητα μεταξωτοῦ ὑφάσματος.

Στὴν ἐρώτηση τοῦ κόσμου, ποὺ εἶχε ἐκκλησιασθεῖ καὶ εἶχε λίγο πρὶν παρακολουθήσει τὸ Μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου, γιατὶ ἦταν Μ. Τετάρτη, ἡ γυναίκα εἶπε ὅτι οἱ δώδεκα αὐτοὶ ἄνδρες βρέθηκαν σὲ ἀδιέξοδο κατὰ τὴν ὑποχώρηση τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων στὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ παρακάλεσαν μὲ πίστη τὴν Ὑπερμάχο Στρατηγό. Ἐκείνη παρουσιάσθηκε καὶ τοὺς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸν κίνδυνο, λέγοντάς του ὅτι ὀνομάζεται Διασώζουσα. Καὶ ἡ προσκυνήτρια κατέληξε: «Γι᾿ αὐτὸ μὲ ἔστειλαν ἐδὼ καὶ πλήρωσαν τὴν δαπάνη τοῦ ταξιδιοῦ μου, γιὰ νὰ προσευχηθῶ γιὰ αὐτοὺς καὶ νὰ φέρω τὰ ἀφιερώματά τους».

10) Γύρω στὰ μέσα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1928 ἡ Σ. Μ. γέννησε στὴν Πάτμο τὴν κόρη της μὲ πολὺ δύσκολες συνθῆκες τοκετοῦ. Ἡ λεχώνα προσβλήθηκε ἀπὸ ἐπιλόχιο πυρετὸ σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε οἱ δύο γιατροί, παρὰ τὶς προσπάθειές τους, δὲν κατόρθωσαν νὰ διώξουν τὸν κίνδυνο. Οἱ συγγνεῖς, βλέποντας τὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση τῆς ἄρρωστης ἀναγκάσθηκαν νὰ καλέσουν ἀπὸ ἕνα ἄλλο νησὶ καὶ ἄλλο γιατρό, φημισμένο γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ κατάρτισή του, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν κατόρθωσε τίποτε. Πέρασαν ἀρκετὲς ἡμέρες χωρὶς ἀποτέλεσμα καὶ οἱ συγγενεῖς βρίσκονταν σὲ ἀπόγνωση.

Ξαφνικά, τὴν τελευταία ἡμέρα ἡ λεχώνα, παρ᾿ ὅλον τὸν πυρετὸ καὶ τὴν ἐξάντληση, κάλεσε τὴν ἀδελφή της καὶ μὲ πολὺ κόπο τῆς εἶπε ὅτι στὸν ὕπνο της βρέθηκε στὴν πόρτα τοῦ Ἱ. Ν. τῆς Παναγίας. Μεταφέρανε στὴν Ἁγία Εἰκόνα καὶ κάνανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω στὴν ἄρρωστη. Ψάλανε τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἀφήσανε τὴν εἰκόνα στὸ σπίτι ὅλην τὴν ἡμέρα. Ὅλοι μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ κατανυκτικὲς δεήσεις ἱκέτευαν τὴν Παναγία νὰ δείξει θαῦμα. Καὶ τὸ ἔδειξε τὴν ἴδια μέρα καὶ ἡ ἄρρωστη παρουσίασε στροφὴ πρὸς τὸ καλύτερο. Οἱ γιατροὶ δὲν μπορούσαν νὰ ἐξηγήσουν διαφορετικὰ τὴν αὐτόματη ἀλλαγὴ καὶ διαπίστωσαν καὶ αὐτοὶ τὸ θαῦμα, δοξάζοντας τὸν Κύριον καὶ τὴν Παναγίαν.

11) Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1929 ὁ Α. Κ. ἄνθρωπος μεγάλης ἡλικίας ἔπαθε βαρειὰ κρίση εἰλεοῦ ἀπὸ συστροφὴ τῶν ἐντέρων, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη πάθηση. Ὁ γιατρὸς μετὰ ἀπὸ τὴν διάγνωση αὐτή, ἐξάντλησε ὅλες τὶς προσπάθειές του, ἀλλὰ μάταια, ἀφοῦ ὁ ἀσθενὴς εἶχε ἀδράνεια στὴν κένωση, ποὺ θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν φλόγωση τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τέλος τὸν θάνατο. Ὅταν ἡ κατάστασή του ἐπιδεινώθηκε, σὲ σημεῖο ποὺ ὀ γιατρὸς περίμενε ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ τὸ μοιραῖο, ξαφνικὰ ἡ σύζυγος τοῦ Α.Κ. θυμήθηκε τὴν θαυματουργὸ Εἰκόνα τῆς Διασωζούσης, τὴν ὁποία κάλεσε ἐπίσημα στὸ σπίτι της.

Συγκλονιστικὴ ἦταν ἡ ὑποδοχὴ καὶ προϋπάντηση τῆς Εἰκόνας μὲ πίστη καὶ θερμὰ δάκρυα ἀπὸ τὸ σύζυγο καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἀσθενοῦς, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς γείτονες. Τὴν ὑποδοχὴ αὐτὴ ὁ συγγραφέας παρακολούθησε ἀπὸ κοντά. Ἀμέσως δίπλα στὸ κρεβάτι τοῦ ἑτοιμοθανάτου ἔψαλλαν οἱ ἱερεῖς μὲ βαθειὰ κατάνυξη τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας. Σ᾿ ἕνα σημεῖο ὁ ἀσθενής (ὦ τῶν θαυμασίων Σου, Πανθαύμαστη Δέσποινα!) αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη τῆς κενώσεως καὶ μὲ μεγάλο δισταγμό, ἀπὸ σεβασμὸ βέβαια πρὸς τὴν Ἁγίαν Εἰκόνα καὶ τοὺς ἱερεῖς ποὺ στεκόνταν ἐκεῖ δίπλα, τὸ εἶπε στὴν σύζυγό του. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας διαπιστώθηκε ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἀσθενὴ καὶ τοὺς παρευρισκομένους, οἱ ὁποῖοι μὲ δάκρυα χαρᾶς δόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ τὴν Θεοτόκο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν γιατρὸ ποὺ εἶδε μὲ ἔκπληξη τὸν ἀσθενή, τὸν ὁποῖο εἶχε πρὶν ἀπὸ λίγο καταδικάσει, λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ἀσθένειάς του, νὰ βαδίζει πρὸς γρήγορη ἀνάρρωση.

Τὴν νύκτα ἡ κόρη τοῦ θεραπευμένου εἶδε στὸν ὕπνο της τὴν Εἰκόνα, ἡ ὁποία τῆς μίλησε καὶ τῆς παρήγγειλε νὰ εἰδοποιήσει τὴν Ε.Μ. νὰ πραγματοποιήσει τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ εἶχε δώσει σὲ Αὐτήν.

Πράγματι, τὸ πρωΐ ρώτησε τὴν Ε. Μ. καὶ ἐκείνη ἀπάντησε ὅτι εἶχε ὑποσχεθεῖ κάτι, ἀλλὰ τὸ καθυστέρησε ἀπὸ ἀμέλεια.

12) Γύρω στὰ 1932 κάποια γυναίκα στὸν Πειραιᾶ εἶχε σύζυγο, ὁ ὁποῖος ἀσθένησε ἀπὸ ρευματισμοὺς καὶ παρέμεινε γιὰ πολὺ ἀκίνητος στὸ κρεββάτι. Χρησιμοποιήθηκαν ὅλαν τὰ γνωστὰ τότε φάρμακα, χωρὶς νὰ ἔχει τὴν παραμικρὴ βελτίωση.

Μετὰ ἀπὸ ὑπόδειξη ἑνὸς Πατμίου γείτονά τους, ζήτησαν οἱ σύζυγοι αὐτοὶ καὶ τοὺς ἔστειλαν πρόθυμα λάδι ἀπὸ τὴν Κανδήλα τῆς Διασωζούσης καὶ (ὢ τοῦ θαύματος!) μετὰ ἀπὸ τὴν πρώτη ἐπάλειψη καταπραΰνθηκαν οἱ πόνοι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ κινεῖται λίγο-λίγο, ἕως ὅτου ἀποκαταστάθηκε τελείως ἡ ὑγεία του.

Ὁ θεραπευμένος σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γιάτρισσαν τῶν νόσων Ἁγίαν Θεοτόκον ἔστειλε ἐδῶ Ἱερὰ ἀντικείμενα ὡς ἀφιερώματα.

13) Ὅταν τὸ 1939 ὁ Ι. Κ. ἀνέβηκε νὰ κλαδέψει τὴν κληματαριὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ ἔπεσε ἐπικίνδυνα, ὁ γιατρὸς ποὺ ἦλθε, μετὰ ἀπὸ τὴν λεπτομερὴ ἐξέτασή του, διαπίστωσε σοβαρὲς κακώσεις καὶ εἶπε ὅτι ἔπρεπε νὰ μπεῖ στὸ νοσοκομεῖο. Ἡ εὐλαβὴς σύζυγός του φοβήθηκε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ γιατροῦ. Τότε σκέφθηκε τὴν Μεγαλόχαρη καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Β. Β. λίγο λάδι ἀπὸ τὴν κανδήλα, γιὰ νὰ ἀλείψει τὸν ἄρρωστο. Αὐτὸ ἔγινε τὸ ἀπὸγευμα τῆς ἡμέρας ἐκείνης μὲ πολλὴ εὐλάβεια. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Ι. Κ. αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτό του πολὺ καλὰ καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Ὁ γιατρὸς ἔμεινε ἔκπληκτος, ὅταν ἦλθε τὴν δεύτερη φορὰ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν στείλει στὸ νοσοκομεῖο. Τὸ θαῦμα τὸ βεβαίωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ γιατρός.

Ὁ Ι. Κ. ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Θεοτόκο, ἀφιέρωσε στὸν Ἱ. Ν. Της, μετὰ ἀπὸ πρότση τοῦ Β. Β.. τὸ ἐρειπωμένο σπίτι του, ποὺ βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα. Τὸ σπίτι αὐτὸ θὰ κατεδαφιζόταν, γιὰ νὰ ἀποτελέσει τμῆμα τοῦ περιβόλου τοῦ Ἱ. Ν., ὅπως καὶ ἔγινε καὶ ἔτσι ἐπεκτάθηκε τὸ Ἅγιο Βῆμα.

14) Τὸ 1959 ὁ Π. Κ. ποὺ ἔμενε στὴν Ἀθήνα, ἔχανε τὸ φῶς του σὲ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα στὴν ἀρχὴ καὶ σὲ συχνότερα κατόπιν. Οἱ γιατροὶ ἐξάντλησαν ὅλα τὰ σύγχρονα φάρμακα καὶ δὲν πέτυχαν τὴν θεραπεία. Τελικὰ τὸν συμβούλεψαν νὰ μπεῖ σὲ νευρολογικὴ κλινική.

Κατὰ σύμπτωση ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀρρώστου συνδεόταν στενὰ μὲ τὴν Πάτμια Θ. Β., ἡ ὁποία εἶχε θερμὴ πίστη καὶ εὐλάβεια καὶ συμβούλεψε τὸν πάσχοντα νὰ ἔλθει στὴν Πάτμο νὰ ζητήσει τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας. Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτή καὶ ὁ ἀσθενὴς ἦλθε στὴν Πάτμο. Ἐνῶ γινόταν ἡ Παράκληση γι᾿ αὐτόν, αἰσθάνθηκε τέτοιο κλονισμό, ὥστε δυσκολεύθηκε κατὰ τὴν ἀποχώρησή του νὰ κατέβει τὴν σκάλα τοῦ Ἱ. Ν. Ἐπέστρεψε ὑγιὴς στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔχασε καὶ πάλι τὸ φῶς του. Τότε ξάπλωσε καὶ εἶδε στὸν ὕπνο του κμιὰ μεγαλόπρεπη Γυναίκα μὲ μαῦρα, ἡ Ὁποία σὺν τοῖς ἄλλοις τοῦ ἔφερε καὶ τὸ δακτυλίδι, τὸ ὁποῖο ἡ σύζυγός του τὸ εἶχε κρεμάσει ὡς ἀφιέρωμα στὴν Εἰκόνα. «Ἦλθες ἐσὺ στὸ σπίτι μου, τώρα ἦλθα ἐγὼ στὸ δικό σου», εἶπε ἡ Γυναίκα στὸν Π. Κ. καὶ ἔβαλε τὸ χέρι Της στὰ μάτια τοῦ ἀσθενοῦς. Τότε ξύπνησε ὑγιὴς καὶ διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στοὺς δικούς του. Ἀπὸ τότε ὁ Π. Κ. ἀποδίδοντας φόρο εὐγνωμοσύνης στὴν Κυρία Θεοτόκο ἔρχεται κάθε χρόνο στὴν Πάτμο μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν Ἑορτὴ τῆς Παναγίας ποὺ τὸν ἔσωσε.

(Ἀρχ. Ἰερεμίου Βάστα, προηγουμένου Ἱ. Μ. Πάτμου. Μετάφρασις τῆς 4ης Ἐκδόσεως ὑπὸ Ἱερομονάχου Φιλίππου Θεολογίτου.
Ἔκδοσις Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου. Πάτμος 2003).

 

Monday, December 12, 2016

Εάν κάποιος θέλει να αγιάσει και για κάποιο λόγο δεν μπορεί να πάει σε μοναστήρι... ( Άγιος Παΐσιος )


Είπε ο Άγιος Παΐσιος :
«Εάν κάποιος θέλει να αγιάσει και για κάποιο λόγο δεν μπορεί να πάει σε μοναστήρι, ας μετατρέψει το δωμάτιό του σε κελί. Εκεί, κρυφά από τους ανθρώπους, ας κάνει όλα τα πνευματικά του καθήκοντα, δηλ. ακολουθίες, αναγνώσεις, μετάνοιες, κομποσχοίνια κ.λ.π.

Ένας για παράδειγμα μπορεί να πηγαίνει στο ναό να κοινωνεί και μετά να γυρίζει στο σπίτι του και να συμπεριφέρεται όπως οι ερημίτες στα κελιά τους.

Δόξα τω Θεώ, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι στον κόσμο μπροστά στους οποίους ντρεπόμαστε εμείς που ονομαζόμαστε "Mοναχοί"».

Monday, December 5, 2016

Ευχή για ζώντες και κεκοιμημένους

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος

Ἀφοῦ εὐχηθοῦμε ''καλό ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ὑπενθυμίσωμε, ὅτι κατά τήν προηγούμενή μας σύναξι, εἴχαμε ὁλοκληρώσει τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά ὅλους τούς ζῶντας, λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''.

Σήμερα σκόπιμα ξανατονίζομε, ὅτι γιά νά προσευχηθοῦμε γιά κάποιους λέγοντας τήν εὐχή, δέν χρειάζεται νά κουραζώμαστε καί νά ζαλιζώμαστε ἀναφέροντες συνεχῶς τά ὀνόματά τους. Ἀρκεῖ τήν πρώτη μόνο φορά νά ἀναφέρωμε τά ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί μετά νά λέμε μόνο καί συνεχῶς τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Χωρίς δηλαδή μετά νά ἐπαναλαμβάνωμε τά ὀνόματα αὐτά, διότι στό ''ἡμᾶς'' συμπεριλαμβάνονται, καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, καί κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό καί ἰδιαίτερο τρόπο, τά ὀνόματα πού προαναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά εἰς τήν ἀρχή.

Καί στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὅταν ἤμαστε ἀκόμη λαϊκοί καί κάποια ἡμέρα εἰσερχόμεθα στό Ἅγιον Ὄρος, συναντήσαμε ἐκεῖ στό καράβι, κάποιον κύριο, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: «Ἔ, ἀφοῦ θά πᾶς στόν Γέροντα Παΐσιο, πές του νά κάμη προσευχή γιά μένα. Εἶμαι ὁ Νάρκισσος. Θά καταλάβη ὁ Γέροντας. Ξέρει τήν περίπτωσί μου». Ἐγώ μετά μία-δυό ἡμέρες πῆγα στόν Γέροντα. Ἀλλά τήν στιγμή πού ἔφθασα στόν Γέροντα εἶχα ξεχάσει τό ὄνομα τοῦ κυρίου πού μοῦ εἶχε πῆ νά διαβιβάσω στόν Γέροντα τήν ἱκεσία του γιά προσευχή. Καί εἶπα στόν π. Παΐσιο:

- «Γέροντα, μοῦ εἶπε κάποιος νά κάνετε προσευχή. Σᾶς ξέρει καί τόν ξέρετε. Συγγνώμη, ἀλλά ξέχασα τώρα τό ὄνομά του, γιατί εἶναι λίγο σπάνιο».
Καί μοῦ ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος:

- «Ἔ, καί; Ἄς τό ξέχασες. Τό ὄνομα τό ξέρει ὁ Θεός. Ξέρει ὁ Θεός ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἐγώ θά κάνω προσευχή γιά τό ἄτομο αὐτό καί ξέρει ὁ Θεός τί πρόβλημα ἔχει».
Πρίν ὅμως προχωρήσωμε καί μιλήσωμε γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία ἀναφέρεται στούς κεκοιμημένους, ἄς ποῦμε λίγα λόγια, σέ πρώτη βέβαια φάσι, γιά τό κομβοσχοίνι, μιᾶς καί ἐρωτηθήκαμε δημόσια περί αὐτοῦ.

Τό κομβοσχοίνι δέν εἶναι μέν ὑποχρεωτικό νά χρησιμοποιῆται κατά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ὅμως, τελικά, στήν πρᾶξι, εἶναι πολύ πρακτικό, πολύ χρήσιμο, καί ἄρα ἐπιβεβλημένο, πέρα γιά πέρα. Δηλαδή εἶναι πιό ἀποτελεσματική ἡ εὐχή, ὅταν λέγεται μέ τό κομβοσχοίνι, ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι.

Κατ᾽ ἀρχάς, αὐτό καθ᾽ ἑαυτό τό κομβοσχοίνι εἶναι εὐλογημένο, ἐφ᾽ ὅσον ἔχη στήν ἄκρη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ κάθε κόμπος ἔχει 7 ἤ 9, νομίζω, σταυρούς - ἄς μή μποῦμε, τώρα, σέ λεπτομέρειες τέτοιου εἴδους. Ἡ παράδοσις λέγει, ὅτι βρέθηκε αὐτός ὁ σταυροειδής κόμπος γιά νά μή μπορῆ νά πλησιάση ὁ διάβολος. Διότι φρίττει ὁ διάβολος, ὅταν βλέπη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὅπως ἐπί παραδείγματι συνέβη σέ κάποιον μοναχό, ὅπου εἶχε φτιάξει κόμπους γιά νά μετράη τίς εὐχές του καί ὁ διάβολος ἔλυνε αὐτούς τούς κόμπους.

Ἡ πρώτη τώρα χρησιμότητα τοῦ κομποσχοινιοῦ εἶναι νά μᾶς δείχνη, νά μᾶς δίνη ἕναν σταθερό καί αὐτόματο ρυθμό, μία σταθερή συχνότητα ὅταν λέμε τήν εὐχή. Νά ἀναφέρωμε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ ἀντιστοιχία εἶναι: Ἕνας κόμπος πού μετρᾶμε, μία εὐχή νά λέμε. Ὄχι δηλαδή νά λέμε μία εὐχή καί νά προσπερνοῦμε πολλούς κόμπους. Γιατί δυστυχῶς ἀπό κακή ἴσως συνήθεια, παρατηρεῖται κάποιες φορές αὐτό τό φαινόμενο. Νά λέγη δηλαδή κάποιος μιά εὐχή καί νά περνάη τούς κόμπους δυό-δυό, τρεῖς-τρεῖς, δέκα-δέκα. Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Ἅλλωστε δέν ἔχει κανένα νόημα.

Δέν πρέπει, τό ξανατονίζομε, νά λέμε τήν εὐχή μηχανικά καί βεβιασμένα, ἀλλά νά χωνεύωμε καλά τό νόημα τῶν λέξεων πού προφέρομε. Ὅπως συμβαίνει ὅταν παρακαλοῦμε ἕνα ὑψηλά ἱστάμενο πρόσωπο γιά ἕνα αἴτημά μας, προσέχομε ὄχι μόνο τί θά ποῦμε, ἀλλά καί πῶς θά τό ποῦμε. Ἔ, αὐτό ἰσχύει, κατά μείζονα λόγο γιά τόν οὐράνιο Βασιλέα, τόν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀπό τήν μία λοιπόν πρέπει νά χωνεύωμε καλά τά λόγια τῆς προσευχῆς, καί ἔτσι ὄχι μόνο δέν θά κουραζώμαστε, ἀλλά θά ξεκουραζώμαστε ἀπό τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ἐπί πλέον θά μεγιστοποιοῦμε τήν προσωπική μας ὠφέλεια, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν εὐχή. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως νά μήν ἀφήνωμε χρονικά κενά ἀπό εὐχή σέ εὐχή, γιά νά μή προλαβαίνη ὁ νοῦς μας νά μετεωρίζεται καί νά σκέφτεται ἄλλα πράγματα καί νά διαχέεται, ἰδιαίτερα, ὅταν εἴμαστε στήν ἀρχή αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς προσευχῆς.

Ἐπί πλέον τώρα ὅσον ἀφορᾶ στίς εἰσπνοές - ἐκπνοές κατά τήν διάρκεια τῆς εὐχῆς, ἤ ἀπό εὐχή σέ εὐχή, καί γενικώτερα στίς διάφορες τεχνικές μεθόδους αὐτοσυγκεντρώσεως, ὅπως τό νά καθώμαστε σέ κάποιο σκαμνάκι, νά ἔχωμε ὡρισμένη στάσι, νά στρέφωμε τό κεφάλι πρός τό στῆθος, κλπ. - χωρίς ὅλα αὐτά νά τά περιφρονοῦμε, κάθε ἄλλο -, ὅμως θεωροῦμε σκόπιμο, στήν φάσι αὐτή τοὐλάχιστον, νά μή τά ἀναφέρωμε σέ γενικό ἐπίπεδο. Καί τοῦτο, ἐπειδή φοβόμαστε νά μήν ὑπάρξουν παρανοήσεις καί γίνουν ὅλα αὐτά αὐτοσκοπός. Διότι ὁ τελικός στόχος καί καρπός τῆς προσευχῆς μας πρέπει νά εἶναι ἡ διά βίου ἀπέκδυσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἔνθεη ταπείνωσις.

Διότι, αὐτές οἱ τεχνικές μέθοδοι, ἰδιαίτερα ἡ τεχνική τῆς ἀναπνοῆς, ἀπαιτοῦν σωστό ὁδηγό, ἐπειδή ὑπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι, ὄχι μόνο πνευματικοί, ἀλλά καί ὀργανικοί. Δηλαδή μπορεῖ νά νομίση ὁ προσευχόμενος ὅτι δῆθεν εἶναι σέ μέτρα, προχωρημένος, κλπ., σέ βαθμό μάλιστα νά φθάση καί σέ αὐτήν τούτην τήν πλάνη. Διότι οἱ πλᾶνες στήν προσευχή, ὅταν λείπη τό ἐσωτερικό ὑγιές πνευματικό προσωπικό ὑπόβαθρο, δέν εἶναι λίγες, οὔτε εὐκολοδιάκριτες.

Ἕνα ἁπλό παράδειγμα ἄς ἀναφέρωμε: Σκεφθεῖτε κάποιον ἀρχάριο νά ἔχη πέσει ''μέ τά μοῦτρα'' - συγγνώμη γιά τήν ἔκφρασι - στήν ἐργασία τῆς εὐχῆς καί νά λέγη τήν εὐχή ἀδιάλειπτα καί ἀπό τόν πολύ ζῆλο νά μή λέγη ''καλημέρα'' στόν ὁποιονδήποτε περαστικό δίπλα του γιά νά μή χάση, δῆθεν, τόν εἱρμό τῆς προσευχῆς. Ἄν αὐτός δέν συνετισθῆ, ἀλλά συνεχίση μέ τό ἴδιο φρόνημα νά περιφρονῆ τόν ἕναν καί τόν ἄλλον πού περνάει δίπλα του καί νά λέγη τήν εὐχή, κανείς δέν μπορεῖ νά προβλέψη πόσο σοβαρά προβλήματα, πνευματικῆς καί ὀργανικῆς φύσεως, μπορεῖ νά ἀποκτήση.

Ἀλλά, πέρα ἀπό τούς προαναφερθέντας κινδύνους, ὁ κυριώτερος λόγος πού δέν ἀναφερόμεθα στίς διάφορες τεχνικές εἶναι ὅτι πιστεύομε ἀκράδαντα, ὅτι οἱ τεχνικές αὐτές τελικά πολύ μικρό ρόλο παίζουν στήν καρποφορία τῆς προσευχῆς. Διότι, ὅλο σχεδόν τό βάρος πέφτει στόν ἐν γένει σωστό μας πνευματικό ἀγῶνα. Γιατί, ὅποιος ἐπί παραδείγματι, λέγει τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί κάνει ''συμβόλαιο'' μέ τόν Χριστό, ὄχι νά συγχωρηθῆ, νά διορθωθῆ, νά ταπεινωθῆ καί νά φωτισθῆ, ἀλλά λέγει τήν εὐχή γιά νά ἀποκτήση κάποια πνευματικά χαρίσματα, ὅπως νά καυχιέται ὅτι ''ἔχει τήν εὐχή'', ἔ τότε ὁ Θεός, καί πάλι ἀπό ἀγάπη, δέν θά τοῦ δώση τά ἀναμενόμενα χαρίσματα γιά νά μήν ἀλαζονευθῆ.

Ἄς διαβάσωμε τί λέγει σχετικά κάποιος Ρῶσος στάρετς ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Λέγει: «Ἄς ἀφήσωμε στόν ἴδιο τόν Κύριό μας τήν μεταμόρφωσι τῆς συγκεντρωμένης προφορικῆς προσευχῆς μας σέ νοερά προσευχή καί σέ καρδιακή προσευχή. Θά τήν μεταμορφώση, δίχως ἄλλο, σάν μᾶς ἰδῆ ἔστω καί λίγο ὡριμασμένους, καθαρισμένους, μέ τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν». Καί συνεχίζει λέγοντας παρακάτω: «Ὅποιος εἶναι νήπιος σέ πνευματική ἀνάπτυξι, δέν εἶναι κατάλληλος γιά πνευματικές δωρεές. Δέν θά τίς χρησιμοποιήση γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά ὠφέλεια δική του, ἤ γιά ὠφέλεια τοῦ πλησίον».

Καί συνεχίζει λέγοντας: «Θά τίς χρησιμοποιήση, τοὐναντίον, γιά νά πλήξη τόν ἑαυτό του. Θά γίνη ἀλαζόνας καί θά φουσκώση μέ τήν μοιραία ἔπαρσι καί τήν καταστρεπτική περιφρόνησι τοῦ πλησίον. Καί ὅταν, ἐνῶ δέν ἔχωμε χαρίσματα καί ἔχομε ἕνα σωρό ἀδυναμίες, συνεχῶς κομπάζωμε καί ταπεινώνωμε τόν ἄλλον, τί θά συνέβαινε, ἄν μᾶς εἶχαν ἐμπιστευθῆ κάποιον θησαυρό πνευματικό, κάποια εἰδικά χαρίσματα; Δέν θά γινόταν αὐτό αἰτία μιᾶς ἀκόμη πιό τρομερῆς καταστροφῆς μας;»
Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος: «Θέλει ὁ Θεός νά μᾶς δώση λίγη Χάρι, καί πρίν καλά-καλά μᾶς τήν δώση, ὑπερηφανευόμαστε, νομίζομε ὅτι κάτι εἴμαστε, καί ἔτσι, γιά καλό δικό μας, δέν μᾶς τήν δίνει καθόλου».

Μά, ἄνθρωπέ μου, ὑπερηφανεύεσαι γιά τήν Χάρι; Μά τό λέγει ἐτυμολογικά καί ἡ ἴδια ἡ λέξις ὅτι εἶναι ''χάρις''. Τό ὅτι θέλει δηλαδή ὁ Θεός καί σοῦ τήν δίνει, δέν σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός δεσμευμένος νά σοῦ τήν δώση ὁπωσδήποτε, ἄνθρωπέ μου».

Καί σέ κάποια ἄλλη συνάφεια ἔλεγε σχετικά, γιά τό ἴδιο θέμα, ὁ π. Παΐσιος, ὅτι πολλές φορές μοιάζει ὁ ἄνθρωπος σάν ἕνα μικρό παιδάκι, ἕνα βρέφος, πού προσπαθεῖ νά ἀνεβῆ μία μεγάλη σκάλα. Καί ἐνῶ βρίσκεται στό πρῶτο σκαλί, προσπαθεῖ νά πάη στό δεύτερο. Δέν τά καταφέρνει. Προσπαθεῖ, πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει... Αὐτό γίνεται πολλές φορές, ὥσπου τό πιάνει ἡ μάνα του, γιατί τό λυπᾶται, καί μέ μιᾶς τό τοποθετεῖ στό τελευταῖο σκαλί. Καί μετά λέει τό παιδάκι στόν ἑαυτό του: ''Μπράβο μου, ποῦ ἀνέβηκα!'' Ἔ, ὁ ἄνθρωπος, ἄν σκέφτεται ὅπως εἴπαμε πρίν, σκέφτεται ἀκόμη πιό ἀνώριμα καί ἀπό αὐτό τό βρέφος.

Ἔτσι λοιπόν γιά νά ἐπανέλθωμε, τό πρῶτο πλεονέκτημα τοῦ κομβοσχοινιοῦ εἶναι ὁ σταθερός ρυθμός. Βέβαια, ἄν θέλωμε ἀκόμη πιό πολύ νά ἐμβαθύνωμε στό θέμα τῆς συχνότητας, πού γιά μᾶς εἶναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα, καλό εἶναι νά ἀναφέρωμε τό ἑξῆς: Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄν ἀγωνισθῆ γιά κάποιο διάστημα εἰς τό πνευματικό ἀγώνισμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, κάποια στιγμή ἀποκτᾶ μία δική του, ἄς τήν ὀνομάσωμε ἔτσι, στιγμιαία ''ἰδιοσυχνότητα'' εὐχῆς (δηλαδή τῆς περιόδου ἐκείνης). Αὐτή συμβαίνει νά εἶναι καί ἡ συχνότητα μέ τήν ὁποία λέγει ὁ ἄνθρωπος τήν προσευχή, ὅταν ἡ εὐχή λέγεται ἀπό μόνη της αὐτενέργητα, ἀβίαστα, νοερά, καρδιακά. Ἐπί παραδείγματι, ὅταν ὁ προσευχόμενος κοιμᾶται, ἤ ὅταν ξυπνάη καί ἀντιλαμβάνεται νά λέγεται ἡ εὐχή ἀπό μόνη της μέσα του, ἔ, αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιοσυχνότητα εἶναι καί ἡ πιό ἐνδεικνυομένη συχνότητα γιά νά ἐκφέρεται ἡ εὐχή ἀπό τόν ἄνθρωπο αὐτό ἀνά πᾶσα ὥρα καί στιγμή. Ἔτσι, κατά τόν ταπεινό μας λογισμό, νομίζομε ὅτι ἔχομε ἐσωτερικό πνευματικό συντονισμό κατά τόν ὁποῖο μεγιστοποιοῦνται τά ὀφέλη τῆς εὐχῆς.

Ἐπίσης δεύτερη μεγάλη βοήθεια πού μᾶς παρέχει τό κομβοσχοίνι, εἶναι ὅτι μᾶς ὑπενθυμίζει νά λέμε τήν εὐχή ὅταν ὁ νοῦς μας ταξειδεύη τῇδε-κακεῖσε, πέρα-δῶθε, κλπ. Εἶναι δηλαδή τρόπον τινά ἕνας τέλειος ὑπομνηματιστής. Διότι μᾶς ὑπενθυμίζει συνεχῶς νά λέμε τήν εὐχή. Διότι, ὅπως καταλαβαίνετε, ἐάν κρατᾶς στό χέρι σου τό κομβοσχοίνι, καί νά ξεφύγης λίγο - πού σίγουρα θά ξεφεύγωμε κάπου-κάπου - ἔ, ὅταν κοιτᾶς τό κομβοσχοίνι, αὐτό θά σοῦ ὑπενθυμίζη τό ἱερό καί ἀδιάκοπο χρέος σου. Ἔτσι εἶναι πάρα πολύ καλό νά κρατᾶμε τό κομβοσχοίνι στό χέρι - ὅταν βέβαια εἶναι ἐφικτό - καί νά μή τό ἀποχωριζώμεθα. Καί ἐάν τό ἀποχωρισθοῦμε - αὐτό εἶναι εὐχή βέβαια - νά εἶναι μόνον ἀπό πολλή ἀνεξέλεγκτη πνευματική χαρά-ἡδονή.

Ὅπως συνέβαινε σέ κάποια ψυχή, πού σταματοῦσε τήν εὐχή καί ἄφηνε τό κομβοσχοίνι, ἐπειδή ἐγοητεύετο. Καί ὅταν ἐπυρπολῆτο ἀπό τήν πολλή θεία ἡδονή καί ἀπό τήν ὑπερφυσική θεία λάμψι, τῆς φαινόταν ὁ πολύς χρόνος πού προσευχόταν σ᾽ αὐτήν τήν κατάστασι γιά πολύ λίγος. Ἤ καλύτερα, τῆς φαινόταν ὅτι σταματοῦσε ὁ χρόνος, καθ᾽ ὅσον τότε ὑπῆρχε ἐμπειρικά ἄϋλη αἴσθησις τοῦ ἄϋλου Θεοῦ. Ἀλλά γιά νά γίνωνται αὐτά καί ἄλλα ἀνώτερα, ὡραιότερα, γοητευτικώτερα, χρειάζεται πολύς καί σωστός ἀγῶνας.

Καί στό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή ὅλοι μας ἀπογοητευόμεθα, λίγο-πολύ ἀπό τήν μή συγκέντρωσι τοῦ νοός μας, θά σᾶς διαβάσω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀποσπασματικά, ἕνα κομμάτι ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Λέγει ὁ ἱερός Πατήρ:

«Ἡ θύμησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ διεγείρει τόν ἐχθρό γιά μάχη. Γιατί μία ψυχή πού πιέζει τόν ἑαυτό της νά λέη τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, μπορεῖ μέ αὐτήν τήν ἴδια τήν προσευχή νά βρῆ ὁ,τιδήποτε. Καί ἀγαθό, καί πονηρό. Πρῶτα ἡ ψυχή μπορεῖ νά δῆ τό πονηρό στά μύχια τῆς καρδιᾶς της, νά τό ἐντοπίση δηλαδή, καί ὕστερα μπορεῖ νά δῆ τό ἀγαθό. Ἡ προσευχή αὐτή μπορεῖ νά ὑποκινήση τόν ὄφι σέ δρᾶσι. Καί ἡ ἴδια αὐτή μπορεῖ νά τόν συντρίψη μετά. Ἡ προσευχή αὐτή μπορεῖ νά ξεχώση τήν ἁμαρτία πού ζεῖ μέσα μας φωλιασμένη καί ἡ ἴδια αὐτή προσευχή μπορεῖ νά τήν ξερριζώση καί νά τήν ἐξοστρακίση». Καί καταλήγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγοντας: «Χρειάζεται πολύς χρόνος καί μόχθος γιά νά διωχθῆ ὁ ἐχθρός καί νά ἐγκατασταθῆ μέσα μας ὁ Χριστός».

Γιά τό θέμα τώρα τῶν δυσκολιῶν κατά τήν προσευχή, πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὁ Θεός βλέπει τήν διάθεσι στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἀνθρώπινο κάποιες φορές, ἀπό κούρασι καί ἀπό ἀκηδία, ἄν τό θέλετε, ἀπό κάποια ψυχική ταραχή, ἀπό κάποια ἄλλα αἴτια, νά ἔχωμε κάποιες παρενέργειες πού βέβαια δέν εἶναι ἐπαινετές. Ἀλλά καί τότε εἶναι πολύ καλύτερα νά λέμε τήν εὐχή, ἀπό τό νά μή προσπαθοῦμε καθόλου τήν νά λέμε.

Μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος σχετικά: «Νά, σήμερα μοῦ ἦλθε ἕνας κοσμικός μέ φόρα καί σκανδαλίσθηκε γιατί πῆγε σέ κάποιο μοναστήρι καί εἶδε νά γελάη, στήν ἐκκλησία μέσα, ἕνας μοναχός. Καί τόν ἄρχισα καί τοῦ εἶπα: ''Βρέ, αὐτός ὁ μοναχός κατ᾽ ἀρχάς, εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικός τῆς Μονῆς - τόν ἤξερε ὁ Γέροντας. Δηλαδή σχεδόν ὅλη μέρα εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία. Ἕνα ὀκτάωρο, πάνω-κάτω, εἶναι οἱ ἀκολουθίες μιᾶς ἡμέρας, τό εἰκοσιτετράωρο. Ἐπί πλέον ἀπό τό ὀκτάωρο, ὁ ἐκκλησιαστικός χρειάζεται τρεῖς-τέσσερις ὧρες γιά νά ἑτοιμάση, καντήλια, πολυελαίους καί ὅλα τά σχετικά γιά τίς προβλεπόμενες καθημερινές ἀκολουθίες. Ἔ, εἶναι φυσικό νά μή κάθεται ὅλες αὐτές τίς ὧρες πάντα κολώνα μέσα στήν ἐκκλησία''. Καί τοῦ εἶπα: ''Ξέρεις τί ἀγῶνα κάνει αὐτός; Καί σύ σκανδαλίσθηκες, καϋμένε; Ἐσύ τί κάνεις; Πᾶς ἕνα τέταρτο, μισή ὥρα, τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία. Καί ἄν πᾶς, καί πῶς πᾶς, καί γιατί πᾶς.... Καί μετά, τήν ὑπόλοιπη ἑβδομάδα, ποῦ πηγαίνεις, ποῦ συχνάζεις, τί κάνεις; Ἄς μή τό προχωρήσωμε.... Καί σκανδαλίζεσαι, γιατί αὐτός γέλασε λιγάκι, ἤ γιατί κουράσθηκε λίγο καί λαγοκοιμήθηκε στήν ἐκκλησία καί τά παρόμοια; Αὐτός εἶναι εὐλογημένος ὕπνος, ὁ ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, μέσα στήν ἐκκλησία. Ὁ Θεός δέν τά μετράει ἔτσι. Ἄς μή κάνωμε σάν τούς Καθολικούς, πού πᾶνε λίγο στήν ἐκκλησία καί κάθονται σάν βρεγμένες γάτες, σάν παγόβουνα. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τήν ἐκκλησία τήν αἰσθανόμαστε σπίτι μας καί καθόμαστε πιό ἄνετα, πιό φυσικά καί πιό ἀνθρώπινα''».

Τό τρίτο ἐπί πλέον στοιχεῖο πού ἔχει τό κομβοσχοίνι, εἶναι ὅτι εἶναι ἕνας πολύ καλός μετρητής. Μποροῦμε δηλαδή μέ αὐτό νά μετρᾶμε τίς εὐχές τοῦ κανόνα μας, τίς εὐχές πού λέμε. Καί ὡς γνωστόν ὑπάρχουν κομβοσχοίνια τριαντατριάρια, πενηντάρια, κατοστάρια, τριακοσάρια καί δωδεκάρια. Βέβαια τά δωδεκάρια καί τά τριαντατριάρια εἶναι πιό εὔχρηστα νά τά ἔχη κανείς καί ὅταν εἶναι σέ χῶρο δημόσιο, γιά νά μή γίνεται δηλαδή ἀντιληπτός, ὥστε νά μή προκαλῆ...

Ἐπίσης ὑπάρχουν οἱ σταυρωτές εὐχές πού γίνονται μέ τό κομβοσχοίνι. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις, κρατᾶμε, ἄν θέλωμε, τό κομποσχοίνι μέ τό ἀριστερό χέρι καί μέ τό ἴδιο αὐτό χέρι, τό ἀριστερό δηλαδή, μετρᾶμε τίς εὐχές πού λέμε. Τώρα, μέ τό δεξί χέρι, παράλληλα μέ τήν κάθε εὐχή πού λέμε τοῦ Ἰησοῦ, κάνομε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τό ὁποῖο αὐτό σημεῖο συνοδεύεται μέ μία μικρή μας ταυτόχρονη ὑπόκλισι, μέ μία δηλαδή ἐλαφρυά μικρή μετάνοια, ὅπως λέγεται. Ἀλλά πρέπει αὐτή ἡ κίνησις νά εἶναι χαλαρή, γιά νά μή γίνεται διάσπασις στήν εὐχή. Ἐννοιολογικά βέβαια ταιριάζει σέ κάθε εὐχή πού κάνομε μαζί μέ τόν σταυρό μας, ὅταν φθάσωμε στό ''ἐλέησόν με'', τότε ἀκριβῶς τό δεξί μας χέρι νά βρίσκεται στό κατώτερο σημεῖο τῆς ὑποκλίσεώς μας. Βέβαια αὐτά τά κομβοσχοίνια γίνονται, εἴτε εἴμαστε ὄρθιοι, εἴτε εἴμαστε γονατιστοί.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά κομβοσχοίνια, μαζί μέ τίς ἐδαφιαῖες μετάνοιες, ἀπαρτίζουν τόν λεγόμενο ''πνευματικό προσωπικό κανόνα'' τῶν μοναχῶν καί ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν, ἀλλά καί κάποιων λαϊκῶν. Θεωροῦνται πιό δραστικά ἀπό τά ἁπλᾶ κομβοσχοίνια, τά ὁποῖα γίνονται ἐλεύθερα χωρίς ταυτόχρονες σταυρωτές ὑποκλίσεις. Αὐτά τά ἐλεύθερα λεγόμενα κομβοσχοίνια μποροῦμε νά τά κάνωμε, εἴτε ὅταν εἴμαστε ὄρθιοι, εἴτε περπατῶντας, εἴτε γονατιστοί, εἴτε καθιστοί, εἴτε ὅταν εἴμαστε ἀκόμη καί στό κρεββάτι, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν περίπτωσι. Ἐνῶ, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τά σταυρωτά κομβοσχοίνια γίνωνται ὅταν εἴμαστε κυρίως ὄρθιοι. Καί ὅταν ὑπάρχη κάποιος λόγος, κάποιο πρόβλημα ὑγείας, κάποια ὑπερβολική κόπωσις, τότε τά κάνομε γονατιστοί.

Ἐπίσης μέ τό κομβοσχοίνι γίνονται καί οἱ ''ἐδαφιαῖες'' στρωτές μετάνοιες. Δηλαδή, ἀπό ὄρθιοι πού εἴμαστε, πέφτομε κάτω στό δάπεδο, στηριζόμενοι στά χέρια μας, καί σκύβομε ὥσπου ἡ κεφαλή μας νά ἀκουμπήση σχεδόν τό δάπεδο. Παράλληλα μέ ὅλην αὐτήν τήν κίνησι, κάνομε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μέ τό δεξί μας χέρι, καί κρατῶντας τό κομβοσχοίνι μέ τό ἀριστερό, μετρᾶμε τίς μετάνοιες πού κάνομε.

Στίς μετάνοιες ἐνδείκνυται, χωρίς βέβαια νά εἶναι ἀπαραίτητο, νά λέμε τήν εὐχή πιό ἀναλυτικά, δηλαδή νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν''. Βέβαια, αὐτό εἶναι θέμα καθαρά προσωπικό. Κατά τήν γνώμη μας εἶναι καλύτερα νά λέμε ὁλόκληρο τόν στίχο αὐτόν τῆς προσευχῆς γιά νά προλαβαίνωμε νά κάνωμε, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τήν πλήρη μετάνοια, δηλαδή ἀπό ὄρθιοι νά πέφτωμε γονατιστοί καί ἐν συνεχείᾳ ἡ κεφαλή μας να βρίσκεται σχεδόν μπρούμυτα κάτω, καί κατόπιν ἀντίστροφα νά σηκωνώμεθα πάλι ὄρθιοι. Ἑπομένως χρειάζεται κάποιος χρόνος. Ὁπότε, ἄν λέμε πιό πολλές λέξεις στήν κάθε εὐχή, προλαβαίνομε νά κάνωμε ὅλην αὐτήν τήν κίνησι πιό φυσιολογικά, πιό ἄνετα, πιό ἁρμονικά. Βέβαια, καί στήν περίπτωσι αὐτή, πρέπει νά φροντίζωμε, γιατί ἔτσι ταιριάζει ἐννοιολογικά, ὅταν λέμε τό ''ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό'', κατά τήν στιγμή ἐκείνη πού λέμε τήν λέξι ''τόν ἁμαρτωλό'', νά εὑρίσκεται ἡ κεφαλή μας στήν πιό χαμηλή θέσι, σχεδόν δηλαδή στό ἔδαφος. Γιατί ἔτσι, μέ τήν στρωτή μετάνοια, παραστατικά ἐκδηλώνομε, δείχνομε τήν πτῶσι μας, λόγῳ τῆς προσωπικῆς μας ἁμαρτίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτά ὡς πρός τά κομβοσχοίνια.

Βέβαια ξανατονίζομε ὅτι ἐμεῖς πού εἴμαστε στόν κόσμο, μέ ἕνα σωρό ὑποχρεώσεις, πρέπει νά ἐξασκηθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή ψιθυριστά ἤ νοερά καί χωρίς κομβοσχοίνι. Παράλληλα δηλαδή μέ ἄλλες ἀσχολίες πού ἔχομε, κατά τίς ὁποῖες τίς περισσότερες ἴσως φορές, δέν εἶναι δυνατόν, οὔτε ἄλλωστε ἁρμόζει, νά κρατᾶμε παράλληλα μέ τήν εὐχή μας καί τό κομβοσχοίνι. Ὅπως καί νἄχη βέβαια τό πρᾶγμα ὡς πρός τό κομβοσχοίνι, ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά προκαλοῦμε τούς ἄλλους. Δέν πρέπει νά ἐπιδεικνυώμεθα δημόσια. Ταυτόχρονα ὅμως πρέπει νά ἔχωμε ἔνθεο ζῆλο γιά ὁμολογία πίστεως, εὐχῆς, κλπ. Ὅλα αὐτά βέβαια εἶναι θέμα διακρίσεως καί ποτέ δέν μπαίνουν σέ καλούπια.

Στό σημεῖο αὐτό, ἄς ἀναφερθοῦμε καί στούς κεκοιμημένους, πῶς γίνεται δηλαδή ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.

Μᾶς εἶχε ρωτήσει, φοιτητές ὄντες ἐκείνη τήν ἐποχή, ὁ π. Παΐσιος τό ἐξῆς: «Τί εἶναι πιό χρήσιμο, πιό ἀναγκαῖο, νά προσευχώμαστε γιά τούς ζωντανούς ἤ γιά τούς κεκοιμημένους;» Καί ἐμεῖς ἀπαντήσαμε, συναισθηματικά ἴσως: «Γιά τούς ζωντανούς, γιά νά μετανοήσουν». Καί μᾶς εἶπε ὁ σοφός Γέροντας: «Εἶναι προτιμώτερο νά προσευχώμαστε γιά τούς κεκοιμημένους, γιατί αὐτοί δέν μποροῦν πλέον νά αὐτοβοηθηθοῦν, ὅπως οἱ ζῶντες οἱ ὁποῖοι μποροῦν ἀπό μόνοι τους νά μετανοήσουν».

Ἔτσι λοιπόν ἐπιβάλλεται μέ τό παραπάνω νά προσευχώμαστε μέ τήν μέθοδο αὐτή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς κεκοιμημένους λέγοντας, στήν περίπτωσι αὐτή: ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Παρακαλῶ νά προσέξωμε, ποτέ νά μή γράφωμε τήν λέξι ''πεθαμένοι'' στά ψυχοχάρτια ἤ νά τήν ἀναφέρωμε στίς κουβέντες μας, γιατί ἁπλούστατα στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχουν πεθαμένοι, ἐπειδή ἀναμένεται ἡ Κοινή Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους, διότι ἔληξε γι ᾽αὐτούς ἡ προθεσμία. Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός καί ὁ δικαιότατος Κριτής, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση, ''πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι''. Γι᾽ αὐτό περιμένει ἀπό ἐμᾶς κάτι, στήν περίπτωσι αὐτή.

Ἐδῶ εἶναι ἕνα πάρα πολύ λεπτό σημεῖο, στό ὁποῖο φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά δυστυχῶς αὐτή ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, νά μᾶς φιλοτιμῆ καί νά μᾶς γοητεύη, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει καί μᾶς ἀποπροσανατολίζει. Ἐν προκειμένῳ, στό θέμα μας, ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές αὐτές τῶν κεκοιμημένων, οὐσιαστικά θά παραβίαζε τήν ἐλευθερία τους, τήν ἐλευθερία μας δηλαδή γενικώτερα, τό αὐτεξούσιό μας, πού εἶναι τό μεγαλύτερο ἀγαθό μας. Διότι δέν ὑπάρχει λογικό δημιούργημα ἄνευ ἐλευθερίας. Καί ἀντίστροφα, κάθε ἐλεύθερο δημιούργημα εἶναι, ἐκ κατασκευῆς, ἐξ ὁρισμοῦ, λογικό. Καί ἡ μεγαλύτερη διαφορά πού ἔχομε ἀπό τά ἄλογα ζῶα, δέν εἶναι ἡ δύναμις - ἐπί παραδείγματι ὑπάρχουν ζῶα πολύ πιό δυνατά καί πολύ πιό ἀδύνατα, ἄν τό θέλετε, ἀπό ἐμᾶς -, οὔτε τόσο ἡ νοημοσύνη. Ἀλλά, ἄς μήν ἐπεκταθοῦμε. Ἡ μεγαλυτέρα διαφορά μας εἶναι ἡ ἐλευθερία καί ἡ λογική.

Γιά νά γίνωμε πιό σαφεῖς: Κανένα ζῶο, ὅσο δυνατό κι ἄν εἶναι, δέν διανοεῖται νά ἀλλάξη τό φυσικό περιβάλλον στό ὁποῖο ζεῖ. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὡς γνωστόν, εἶναι ἱκανός νά φέρη τά πάνω κάτω, νά τά κάνη ὅλα ἀγνώριστα. Ἀλλά, καί αὐτὀς ἀκόμα ὁ Θεός, στό ὅλο σχέδιο τῆς σωτηριολογίας Του ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου, σεβάσθηκε καί ἐνήργησε ἔτσι ὥστε νά μή παραβιασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία, ἔστω καί ἐλάχιστα. Γιατί εἴμαστε ἐκ κατασκευῆς ἐλεύθεροι καί ἐπιμένει νά μᾶς θέλη ἐλευθέρους. Ἄλλο θέμα βέβαια, ὅτι ὑφιστάμεθα τίς συνέπειες τῆς ἐλευθερίας μας.

Μία φορά ἐρωτήσαμε τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο: «Γιατί δέν σαρκώθηκε πιό πρίν ὁ Χριστός, ὥστε νά ὑπάρχη ἡ βεβαιότητα τῆς σωτηρίας γιά περισσοτέρους ἀνθρώπους;» Καί μᾶς ἀπήντησε: «Τό ἤθελε, ἀλλά δέν εὕρισκε τόν κατάλληλο ἄνθρωπο. Βρῆκε τήν Παναγία ἄμεμπτη, πού δέχθηκε ἐλεύθερα τόν Εὐαγγελισμό Της ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ». Ὡς γνωστόν, ἡ Παναγία μετά τόν σεσοφισμένο δισταγμό της εἶπε τό περίφημο ''ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου''. Καί μετά ἀπό αὐτές τίς λέξεις τῆς Παναγίας Μητέρας μας, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους θεούς κατά Χάριν.

Ἤ, ἄς τό γενικεύσωμε κάπως. Γιατί δέν κάνει στήν ἐπόχή μας προκλητικά θαύματα ὁ Χριστός; Γιατί δηλαδή στά πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐγίνοντο πάρα-πάρα πολλά θαύματα, ἐνῶ μετέπειτα ὑπεχώρησε ἡ ποσότης αὐτῶν τῶν θαυμάτων; Πολλά τά αἴτια: Ἡ πίστις, ἡ ἀγωνιστική διάθεσις καί πολλά ἄλλα. Ἀλλά, ἡ κυριωτέρα αἰτία εἶναι ἐπειδή πλέον σέβεται ὁ Θεός τήν ἐλευθερία μας. Τότε, στήν ἀρχή δηλαδή τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὑπῆρχε ἀνάγκη νά γίνουν πολλά θαύματα. Ὑπῆρχε ἀνάγκη νά ὑπάρχη γιά παράδειγμα τό ἔκτακτο χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς κατά τήν Πεντηκοστή. Καί τοῦτο, ὄχι γιατί τό θαῦμα εἶχε καί ἔχει καμμία ἰδιαίτερη ἀξία, ἀλλά ἐπειδή, μέ ἀφορμή καί αἰτία τό θαῦμα, ἦταν εὐκολώτερο νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν τότε ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁποῖοι μέ τά θαύματα τά ὁποῖα ἔκαναν, ἐγίνοντο, ὅλοι αὐτοί, πιό πιστευτοί καί πιό ἀποδεκτοί στό ἀκροατήριό τους. Ἀλλά, ἐάν τά τότε θαύματα, τά ὁποῖα ἐγίνοντο σωρηδόν, ἐάν ἐσυνεχίζοντο μέ τήν ἴδια συχνότητα καί ἀργότερα, τότε οὐσιαστικά θά ἐκαταργεῖτο ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία, διότι τό συνεχές προκλητικό θαῦμα οὐσιαστικά καταργεῖ τήν πίστι καί δημιουργεῖ μιά μορφή καταναγκασμοῦ.

Ὁπότε ἐν προκειμένῳ τώρα γιά τούς κεκοιμημένους περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας αὐτεξούσιο, τήν δική μας ἐλευθερία, ἀβίαστα, ἀπό φιλότιμο, ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ, ἄς μᾶς ἐπιτραπῆ ἡ ἔκφρασις, γιά νά βρῆ ἀφορμή ὁ Θεός νά βοηθήση καί ὅλες αὐτές τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες, ἀτελείωτες, διαβαθμίσεις. Στόν μέν Παράδεισο, ''εἰς τήν οἰκία δηλαδή τοῦ Πατρός'', ὅπως λέγει καί ἡ Γραφή, ''πολλαί μοναί εἰσί''. Ὑπάρχουν πολλές καταστάσεις σεσωσμένων, ἀνάλογα μέ τό πόσο ἀγῶνα ἔκαναν ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως ἀκριβῶς στόν Παράδεισο, τό ἴδιο καί στήν κόλασι ὑπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις. Βλέπετε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί στόν Παράδεισο ὑπάρχουν τά λεγόμενα πνευματικά ''πηγαδάκια''. Ἐκεῖνο πού θέλω νά συνειδητοποιήσωμε στό σημεῖο αὐτό εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθαίνη χωρίζεται ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα του. Ἡ ψυχή πηγαίνει στόν οἰκεῖο τόπο ὅπου ἐκεῖ προγεύεται, ἤ τήν Κόλασι, ἤ τόν Παράδεισο.

Ἀλλά καί στόν Παράδεισο δέν ὑπάρχει πλήρης, τετελεσμένη κατάστασις, ἐφ᾽ ὅσον δέν ὑπάρχουν τά ἀναστημένα σώματα τῶν σεσωσμένων ἀνθρώπων. Δέν ἔχει γίνει ἡ Κοινή Ἀνάστασις τῶν κεκοιμημένων. Ἀκόμη καί οἱ Ἅγιοι, ἐκτός φυσικά τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ Θεανθρώπου πρωτοτόκου ἀδελφοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, εὑρίσκονται στόν Παράδεισο μόνον ὡς ψυχές. Καί ὅταν εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι ἡ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος - πού ὅπως ἔχομε ἐξηγήσει σέ ἄλλη σύναξι εἶναι ἡ ἀμετανοησία - δέν θά συγχωρηθῆ, οὔτε τώρα, οὔτε εἰς τόν μέλλοντα αἰῶνα, ἐξηγοῦν, οἱ θεόσοφοι ἑρμηνευτές, ὅτι ὁ Χριστός ἐννοοῦσε ἐν προκειμένῳ ὅτι ὁ μέλλων αἰών εἶναι ἡ χρονική περίοδος ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό τόν προσωπικό θάνατο τοῦ καθενός ἀνθρώπου καί φθάνει μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Τότε θά ἔλθη ὁριστικά καί ὁλοκληρωμένα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, σύμφωνα μέ τά προαναφερθέντα λόγια τοῦ Χριστοῦ συμπεραίνεται ὅτι μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία οἱ ἄλλες ἁμαρτίες μποροῦν νά συγχωρηθοῦν, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν βαρύτητα τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν προσευχή τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, δηλαδή μέ τίς προσευχές ὅλων ἡμῶν γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.

Ἔτσι λοιπόν, παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, μαζί μέ τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει θεοπνεύστως ἡ ἁγία μας Μητέρα Ἐκκλησία, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά λέμε, εὐκαίρως-ἀκαίρως, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου''.