Monday, September 28, 2015

Χαιρετισμοί Αγίας Παρασκευής Οσιομάρτυρος


Κοντάκιον. Ήχος πλ. Δ . Τη Υπερμάχω.
Ως του Κυρίου χαριτόβρυτον μονάστριαν, και εν ταυτώ θερμήν απόστολον και Μάρτυρα, ευφημούμέν σε εν ύμνοις επινικίοις, και τιμώμεν την σην μνήμην ασμενέστατα, επιρραίνοντες τοις άνθεσι και κράζοντες: Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Άσματα αναμέλπω, σοι καλλίστη παρθένων, σεμνή Παρασκευή χριστομάρτυς: (εκ γ ), εναθλήσασα γαρ ευθαρσώς, και θαυμάτων ακτίσι, σοφή λάμπουσα, φαιδρύνεις τους υμνήτορας, και πόθω ευφημείν προάγεις.

Χαίρε, πιστών ευσεβών τεκνίον
χαίρε, Θεού προσφιλές θρονίον.
Χαίρε, της αγάπης η σάλπιγξ η εύφθογγος
χαίρε, της Παρθένου η δούλη η άμωμος.
Χαίρε, άνωθεν η σκέπουσα ορθοδόξων αικισμούς
χαίρε, δάκρυα η παύουσα και βροτείους στεναγμούς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις των ομμάτων προστάτις
χαίρε, ότι την τρίβον μοναζούσαις χαράττεις.
Χαίρε, εχθρού το θράσος συντρίψασα
χαίρε, Χριστού τω κράτει νικήσασα.
Χαίρε, της Ρώμης ωράϊσμα θείον
χαίρε, της λώβης ταχύ ιατρείον.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Βλάστημα ούσα θείον προσευχής σων γονέων, Αγάθωνός τε και Πολιτείας, ηρδεύθης ευλαβείας κρουνώ, και ηυξήθης εις δένδρον Αγνή πάγκαλον, τοκήες δε τερπομένοις σαις χάρισι, Κυρίω εμελώδουν.
Αλληλούϊα.

Γέλως και παρρησία, απωλείας τα ρείθρα, ψυχή σου ουκ εισήλθον θεόφρον αλλ’ ωμίλεις παρθένοις σεπταίς, και μελέταις Γραφών τον καιρόν ήνυες, υπόδειγμα τυγχάνουσα ημίν, τοις ευλαβώς φωνούσι.

Χαίρε, ψυχή η χαριεστάτη
χαίρε, ημίν οσία φιλτάτη.
Χαίρε, εντρυφής ορθοδόξου ασκήσεως
χαίρε, ηρωος και αξία της κλήσεως.
Χαίρε ένθεον εκσφράγισμα ιεράς αποστολής
χαίρε, κλέος και οσφράδιον ισαγγέλου βιοτής.
Χαίρε, νεάνις η θεοτίμητος
χαίρε, ξοάνοις η απροσκύνητος.
Χαίρε, η δας των σεμνών διαγόντων
χαίρε, χαρά των αεί σοι βοώντων:
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Δόξη των επικήρων, ουδαμώς ενικήθης, αγνή Παρασκευή χριστοφόρε, αλλ’ ελπίδι της άνω ζωής, τα του βίου τερπνά θεωρείς σκύβαλα, πλουτίζουσα θειότατα, και πόθω τον Θεόν υμνούσα.
Αλληλούϊα.

Επομένη τοις λόγοις, σου Αχράντου Νυμφίου, γονέων σου σεπτών εκδημίαν, εκλαμβάνεις ως θείαν φωνήν, και παρέχεις τον πλούτον βροτοίς πένησι΄ διο σου το φιλόδωρον γεραίροντες, πανευλαβώς φωνούμεν.

Χαίρε, της άνω σοφίας πλήρης
χαίρε, ψυχής ενθέως μονήρης.
Χαίρε, αηδών ασματίσασα Ύψιστον
χαίρε, μοναστών καταδείξασα χάριτας.
Χαίρε, όλβον σου η νείμασα ενδεέσιν αδελφοίς
χαίρε, άφθαρτα βαλάντια σχούσα εν τοις Ουρανοίς.
Χαίρε, ότι ανδρεία εν δεινοίς ανεφάνης
χαίρε, ότι αχλύν κατεσπάσω της πλάνης.
Χαίρε, δρομεύ Μαρτύρων πολύνικε
χαίρε, λαμπάς αγνείας φωτόλαμπρε.
Χαίρε, πυξίς οδηγούσα προς Κτίστην
χαίρε ακτίς βιοτής υπέρ φύσιν.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Ζήλω των ουρανίων, εγκλεισθείσα Σεμνείω, κλεινή Παρασκευή αθλοφόρε, υπετάγης φρονίμω νοΐ, και ασκήσεως πόνους φαιδρώς ήνεγκας, λατρεύουσα τον Κύριον, και άσμασι πυκνοίς βοώσα:

Αλληλούϊα.

Ήχθης χάριτι θεία, εις το ύψος αγάπης, ποθείν του μαρτυρίου το στέφος, και αιτείς Προεστώσης ευχήν, του Κυρίου τον λόγον λαλείν ένθεσι, και πλάνης αποσπάσασθαι λαούς, τους νυν σε ανυμνούντας.

Χαίρε, η αύρα παραμυθίας
χαίρε, η νάβλα γνώσεως θείας.
Χαίρε, των φρονίμων παρθένων συνώνυμε
χαίρε, των αχράντων Αγγέλων συνόμιλε.
Χαίρε, Σχήμα το ισάγγελον ασπασθείσα ποθητώς
χαίρε, σκέπη και κραταίωμα των τιμώντων σε πιστώς.
Χαίρε, ακουτισθείσα φωνημάτων αρρήτων
χαίρε, αξιωθείσα της τιμής των προκρίτων.
Χαίρε, πιστών πανεύοσμον λείριον
χαίρε, εμών ομμάτων κολλύριον.
Χαίρε, μολπή αγαπήσεως θείας
χαίρε, πνοή ακοιμήτου λατρείας.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Θεοχάρακτον τρίβον, Αποστόλων βιούσα, ως άλλοτε πρωτόαθλος Θέκλα, των Ρωμαίων διήλθες την γην, και Ελλήνων τας πόλεις, δορκάς πάντιμε, Χριστόν ευαγγελίζουσα θερμώς και άδουσα εν πόθω.
Αλληλούϊα.

Ισαπόστολον δράσιν, Αντωνίνος μαθών σου, επιτίθησι το φλόγιον κράνος, αλλά τη του Κυρίου βουλή, παντελώς αβλαβής αγνή έμεινας, πιστούς δε πάντας ώθησας, βοάν θαμβητικώς τοιαύτα.

Χαίρε, δορκάς χριστοποίμνης θεία
χαίρε, οσμής σου νάρδος και ία.
Χαίρε, μακαρία και έμφρον διδάσκαλε
χαίρε, γλυκυτάτη Σωτήρος απόστολε.
Χαίρε, φθέγματα κηρύττουσα εκ χειλέων καθαρών
χαίρε, ψήγματα παρέχουσα εμπειρίας ασκητών.
Χαίρε, ότι υπάρχεις της ειρήνης εργάτις
χαίρε, ότι τυγχάνεις τεθλιμμένων προστάτις.
Χαίρε, πιστών αγίων κατίσχυσις
χαίρε, θεών του ψεύδους αφάνισις.
Χαίρε, στακτή ορθοδόξου ανδρείας
χαίρε, μομφή δειλιώσης καρδίας.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Κύματα δαιμονώδη, αικισμών ανυποίστων, υπέμεινας πανώδυνε Κόρη, των τυράννων ζητούντων πυρί, και ξεσμοίς αποσπάσαι της σης πίστεως, αλλ’ ώσπερ θείον άγαλμα, ακλόνητος Χριστώ επηύχου.
Αλληλούϊα.

Λάμψει σων θαυμασίων, πιστευσάντων χορεία, προσήλθον του Κυρίου τη ποίμνη, αυτοκράτορος δε τη οργή, εν βασάνοις πολλαίς την πνοήν έλιπον, και νυν λαμπροίς Σκηνώμασι, φωνούσιν ευγνωμόνως ταύτα.

Χαίρε, Χριστού αγνή καλλιμάρτυς
χαίρε, ημών κανών τε και χάρτης.
Χαίρε, ψευδωνύμους θεούς η εμπαίξασα
χαίρε, των ειδώλων μορφάς κατάρρίψασα.
Χαίρε, πάνσεπτος μονάστρια ταπεινή και ευπειθής
χαίρε, ρόδον το πανεύοσμον και οσφράδιον ψυχής.
Χαίρε, ότι ηδύνεις της ασκήσεως πόνον
χαίρε, ότι συνθλίβεις τον εσμόν των δαιμόνων.
Χαίρε, φερνή τω Χριστώ πολυτάλαντος
χαίρε, ωδή εκλεκτή του Παντάνακτος.
Χαίρε, βλαστέ της πρεσβύτιδος Ρώμης
χαίρε, φρουρέ πάσης χώρας και κώμης.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Μένουσα ως ο Παύλος, εν δεσμοίς μονωτάτη, Αγγέλου ηξιώθης της θέας, ος δεικνύς σοι παθών του Χριστού, τα σεβάσμια Παρασκευή σύμβολα, ανδρίζου έφη πάνσοφος, ίνα εις τον αιώνα κράζης.
Αλληλούϊα.

Νόμισμα Μήτερ πέλεις, τιμαλφές εκκλησίας, σφραγίδα του Δεσπότου σου φέρον΄ και γαρ δοκιμασθείσα πυρί, και βασάνοις ποικίλαις, τρισένδοξε, ουδόλως συ ηλλοίωσαι, ακούουσα προς πάντων ταύτα.

Χαίρε, σφραγίς ιερών χαρίτων
χαίρε, η κλεις δωρεών ακτίστων.
Χαίρε, τανυσμόν τη σαρκί υπομείνασα
χαίρε, τον ξεσμόν ανδρικώς καρτερήσασα.
Χαίρε, άθλοις σου η φθάσασα τας δυσβάτους κορυφάς
χαίρε, Μάρτυρας η σκέπουσα και ερήμου ασκητάς.
Χαίρε, ότι εν πίσση τη ζεούση εβλήθης
χαίρε, ότι ενθέως αβλαβής ετηρήθης.
Χαίρε, πολλών νοσούντων η σώτειρα
χαίρε, τυφλοίς το φαός η δότειρα.
Χαίρε, δι’ ης η χρηστότης προήχθη
χαίρε, δι’ ης μαγική ηφανίσθη.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Ξεομένη ασπλάγχνως, και οικτρώς κρεμασθείσα, ουδόλως επτοήθης στερρόφρον, αλλ’ εβόας τυράννω ωμώ, ουδεμία ση μηχανή δύναται, Χριστού με αποσπάσασθαι, ω μελωδώ αφόβως.
Αλληλούϊα.

Όμματα Αντωνίνου, εν ελαίω και πίσση, αιτήσει τη αυτού επιχέεις, αλλ’ ευθύς ευσπλαγχνία πολλή, εδωρήσω Παρασκευή την ίασιν, διο ο άρχων έκθαμβος ησπάσατο σην πίστιν κράζων.

Χαίρε, το έαρ των δωρημάτων
χαίρε, το φρέαρ των ιαμάτων.
Χαίρε, των Ρωμαίων εσθλόν ακροθίνιον
χαίρε, της αγάπης κηρύξασα ήλιον.
Χαίρε, όργανον θεόπνοον το ευφραίνον ευσεβείς
χαίρε, όμμα καθαρώτατον, κατανύγον δυσμενείς.
Χαίρε, η ευλογούσα υμνητών σου τα πλήθη
χαίρε, η εκνικώσα εναντίων τα στίφη.
Χαίρε, μορφή σεπτή, και ακίβδηλος
χαίρε, φωτί ψυχής η περίβλεπτος.
Χαίρε, πιστή ευκλεής και αξία
χαίρε, οσμή τοις βροτοίς ουρανία.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Προ του τέλους σου πλάκα, βαρυτάτην σω στήθει, επέθηκαν Παρασκευή Μάρτυς, επιστάς δε νυκτί Ιησούς, εν φωτί και Αγγέλων λαμπροίς τάγμασιν, ευθέως σε ιάσατο: διο και εν χαρά προσήδες.
Αλληλούϊα.

Ρώμη τη του Δεσπότου, υπερέβης γενναίως, την σύμφυτον θηλείαις δειλίαν, και δυνάμει του θείου Σταυρού, φοβερόν διέρρηξας ευχή δράκοντα, οι πάντες δε εξέστησαν και ήρξαντο εν θάμβει κράζειν.

Χαίρε, μονάστρια φωτοφόρος
χαίρε, η Μάρτυς η στεφηφόρος.
Χαίρε, χαλεποίς εν δεινοίς καρτερόψυχος
χαίρε, αικισμοίς και ασκήσει καλλίνικος.
Χαίρε, έδρασμα της χάριτος και αγάπης οικισμός
χαίρε, πνεύματος πραότητος, και ειρήνης χορηγός.
Χαίρε, ότι υπάρχεις μοναστών ποδηγέτις
χαίρε, ότι τυγχάνεις τη Τριάδι ικέτης.
Χαίρε, σεμνών παρθένων η άλυσις
χαίρε, σκαιών πνευμάτων διάλυσις.
Χαίρε, δι’ ης διερράγη ο δράκων
χαίρε, δι’ ης κατεπλάγη ο άρχων
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Στέφος άφθαρτον κόρη, και θαυμάτων την χάριν, εδέξω ουρανόθεν αξίως, εις αντέκτισιν σων αρετών, και αγώνων πολλών εν σκληραίς μάστιξιν, ανθ’ ων και νυν δεδόξασαι, συνάθλοις σου κλεινοίς βοώσα.
Αλληλούϊα.

Τη πανσέπτω σου Κάρα, τη κειμένη θεόφρον, Μονή των Ασωμάτων Πετράκη, καταφεύγομεν Παρασκευή, εξαιτούμενοι πάντες ευρείν έλεος, και ίασιν οράσεως, ως αν και γεγηθότες φώμεν.

Χαίρε, ομμάτων η θεραπεία
χαίρε, θαυμάτων κρήνη η θεία.
Χαίρε, φερωνύμων ναϊσκων ιδρύτια
χαίρε, μονοτρόπων ροδώνων φυτεύτρια.
Χαίρε, κάστρον το επτάπυργον ελπιζόντων εις Θεόν
χαίρε, καύματι των θλίψεων η δροσίς η Αερμών.
Χαίρε, ότι ευχή σου προς ομόνοιαν άγει
χαίρε, ότι η χειρ σου θεραπεύει τα άλγη.
Χαίρε, θερμοίς τη πίστει βοήθεια
χαίρε, πτωχοίς διδούσα προμήθειαν.
Χαίρε, το άγγος Θεού ευλογίας
χαίρε, το άνθος τερπνής ευωδίας.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Ύδωρ αθανασίας σον αγίασμα Μήτερ, και πάσης ασθενείας θεράπων΄ διο αγαλλομένω ποδί, τω τεμένει σου Παρασκευή σπεύδομεν, αιτούμενοι την κάθαρσιν ψυχής, εις το βοάν απαύστως.
Αλληλούϊα.

Φυγαδεύσειας Μήτερ, πρεσβειών σου υσσώπω, δαιμόνων τας πικράς επηρείας΄και γαρ τας ψευδοθέους μορφάς, ατρομήτω χειρί κατά γης έρριψας, και έμφρονας κατέπληξας, οι εν χαρά εξύμνουν.

Χαίρε, το φέγγος εν νήψει ζώντων
χαίρε, ο τρόμος των δαιμονώντων.
Χαίρε, φρυκτωρέ ορθοδόξου ασκήσεως
χαίρε, οδηγέ της πιστών κατηχήσεως.
Χαίρε, ότι ώσπερ σφάγιον προσηνέχθης ιερόν
χαίρε, ότι εν πασσάλω προσεδέθης εκ τριχών.
Χαίρε, η καρφωθείσα δι’ αγάπην Κυρίου
χαίρε, η πιεσθείσα δυσβαστάκτω φορτίω.
Χαίρε, εν ασκητρίαις απόστολος
χαίρε, εν αποστόλοις πανθαύμαστος.
Χαίρε, μελών υποστάσα κακώσεις
χαίρε, δαυλών η δεχθείσα φλογώσεις.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Χαίρουσα ευφροσύνως, προς τον άνω Νυμφώνα, εισήλθες ω σεπτή καλλιμάρτυς, και πεσούσα Χριστού τοις ποσί, κατεφίλεις θερμώς, Παρασκευή πάντιμε, το στέφος καταθέτουσα Αυτώ, και έκθαμβος βοώσα.
Αλληλούϊα.

Ψώμισόν με ω Μάρτυς, εκ Μονών ουρανίων, το μάννα αγαπήσεως θείας, ίνα όλη καρδία βοώ, Ιησού το γλυκύ και σεπτόν όνομα, και χάριν σου κηρύξαιμι αγνή, εν κατανύξει άδων.

Χαίρε, προπύργιον των ευσεβούντων
χαίρε, ασπίς των φερωνυμούντων.
Χαίρε, τους κατοίκους του Κρόκου η σώσασα
χαίρε, Γερμανούς λαγωώ φυγαδεύσασα.
Χαίρε, κόρη αιρετίσασα την κοιλάδα των Τεμπών
χαίρε, Μάρτυς αφανίσασα δοξασίας των Νυμφών.
Χαίρε, πλήθος θαυμάτων Ροδολίβω ποιούσα
χαίρε, χάους απίστους ση πρεσβεία λυτρούσα.
Χαίρε, του Μετεώρου προτείχισμα
χαίρε, των δαιμονίων φρικίαμα.
Χαίρε, πλουτούσα Χριστώ παρρησίαν
χαίρε, των σων υμνητών προστασία.
Χαίροις Παρασκευή καλλιπάρθενε.

Ω μονάστρια θεία, ακροθίνιον μέγα, παρθένων ευλαβών τω Υψίστω(εκ γ ) δεξαμένη ως άνθη αγρού, τα απλότεχνα τάδε εφύμνια, Τριάδι θεία πρέσβευε, σωθήναι τους συν σοι βοώντας.

Αλληλούϊα.

Χαιρετισμοί στον Αγιο Γεώργιο το Τροπαιοφόρο


Κοντάκιον Ήχος πλ. δ ́. Τη υπερμάχω
Ως του Χριστού Μεγαλομάρτυρα παμμέγιστον, και της Παρθένου κατά πάντα φίλον γνήσιον, ανυμνούμέν σε, Γεώργιε στρατηλάτα. αλλ’ ως έχων εξ αυτής του Όρους άπασαν προστασίαν και ημάς αεί περίσωζε τους βοώντάς σοι·

Χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

Άγγελοι σούς αγώνας και τους άθλους ιδόντες, εθαύμασαν Γεώργιε Μάρτυς (γ ́)· άνθρωποι δε και των Ασωμάτων τάγματα, σε νικητήν συνέχαιρον· και έκθαμβος ο Μιχαήλ Αρχάγγελος, προς σε κραυγάζει ταύτα·

Χαίρε, ο μείζων εν αθλοφόροις·
χαίρε, ο μέγας εν τοις ανθρώποις.
Χαίρε, Καππαδόκων το άνθος το εύοσμον· χαίρε, Παλαιστίνης το κλέος το ένθεον.
Χαίρε, Μάρτυς και υιός Μάρτυρος χριστιανού πατρός·
χαίρε, ου τω τάφω ώρκισε μήτηρ σου Χριστώ μείναι πιστός.
Χαίρε, ότι τω κάλλει ως Αρχάγγελος ώφθης·
χαίρε, ότι εν ίππω αστραπή καθωράθης.
Χαίρε, στρατού το έξοχον θέαμα·
χαίρε, λαού θρύλος και ίνδαλμα.
Χαίρε, Θεόν ο δοξάσας και Πλάστην·
χαίρε, υπέρτερος πάντων εν πάσι·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Βλέπων σε στρατευθέντα, ο δεινός Αυτοκράτωρ, αξίωμα χαρίζει σοι μέγα, οπλίτα Γεώργιε· μη ειδώς Χριστού πιστόν σε ο άπιστος, Χιλίαρχον, εν τω στρατώ σε έθετο, τον ψάλλοντα τη Τριάδι·
Αλληλούια.

Γνώσιν έχων ευθείαν, ο σοφός προς τα θεία, εγένετο γνωστός εν γη πάση· και την των Λασσαίων πόλιν έφιππος διελθών, τερατώδη δράκοντα απέκτεινε ο πάγκαλος, διό και παρ’ ημών ακούει·

Χαίρε, Ρωμαίων στρατού στρατάρχα·
χαίρε, αδικουμένων μέγιστε προστάτα Χαίρε, της ανδρείας το έμψυχον άγαλμα·
χαίρε, της αγνείας το έξοχον άρωμα.
Χαίρε, ότι διεσπάραξας δράκοντα τον φοβερόν·
χαίρε, ότι φήμην δέδωκας ήρωος παντί λαώ.
Χαίρε, ος ελυτρώσω βασιλίδα θανάτου·
χαίρε, ος απεσπάσω τον λαόν εκ βαράθρου.
Χαίρε, πηγήν ο βλύσας τω λόγω σου·
χαίρε, την γην πληρώσας πληρώσας θαυμάτων σου.
Χαίρε, πτωχοίς τον σον πλούτον σκορπίσας·
χαίρε, Εδέμ θησαυρούς ο συνάξας·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Δύναμις του Υψίστου, δυνατόν κατά πάντα, Γεώργιε έδειξέ σε, Μάρτυς· καταφρονών γαρ τιμών βασιλέως, αυτού την αθείαν ήλεγξας, και τον Χριστόν Θεόν εκήρυξας, μεγαλοφώνως κράζων·
Αλληλούια.

Έφιππος εν πολέμοις, νίκης τρόπαια φέρεις, διό Τροπαιοφόρος εκλήθης· εν ειρκτή δε κατ’ όναρ Χριστός, φίλημά σοι δέδωκε στεφανώσας σε· δηλητήρια δε πιών και μείνας αβλαβής ακούεις παρ’ ημών τοιαύτα·

Χαίρε, Γεώργιε αθλοφόρε·
χαίρε, αήττητε τροπαιοφόρε.
Χαίρε, των Μαρτύρων ο πρώτος και μέγιστος·
χαίρε, νικητής κατά πάντων θεόστεπτος.
Χαίρε, ότι τρώσεις έφερες συ εν όλη σου σαρκί·
χαίρε, ότι ενεκλείσθης εν ζοφώδει φυλακή.
Χαίρε, ότι ετέρφθης τη Δεσπότου εμφανίσει·
χαίρε, ότι εδέχθης χάριν τη Αυτού κατασπάσει.
Χαίρε, εγγύς Χριστού ο ιστάμενος·
χαίρε, Αυτού το θαρρος δεξάμενος.
Χαίρε, δι’ Ον τας κολάσεις υπέστης· χαίρε, προς Ον παρ’ ελπίδι μετέστης·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Ζέων του θείου πόθου, ώσπερ λέων, ο Μάρτυς, προς τους αγώνας ώρμησεν μόνος· εκακουχήθη γαρ εν δίψη και λιμώ, και επί ξύλω τοις ποσί κατεπιέσθη, και πόνους υπομένων τρομερούς, εβόα ούτως·
Αλληλούια.

Ήνεγκας την φρικώδη, του τροχού κακουχίαν, και όλος συ μία πληγή έστης, ω Γεώργιε, τοις ορώσί σε· αλλ’ ο θείος Άγγελος λύσας των δεσμών σε υγιή και ωραιότατον ως πριν έδειξεν τοις βοώσι·

Χαίρε, δαρθείς βουνεύροις το σώμα·
χαίρε, τυφθείς κοντώ την γαστέρα.
Χαίρε, ο τροχού υποστάς την δυσχέρειαν·
χαίρε, ο Θεού εκδεξάμενος πρόνοιαν.
Χαίρε, εν ασβέστου λάκκω εμβληθείς τω φλογερώ·
χαίρε, αβλαβής ο μείνας ενδυσάμενος Χριστόν.
Χαίρε, ο υπομείνας σιδηράς τε κρηπίδας·
χαίρε, ο βηματίσας συν αυταίς ώσπερ γίγας.
Χαίρε, αυτάς ποσί περιθέμενος·
χαίρε, αυτών τους ήλους δεξάμενος.
Χαίρε, πληγάς παντί τω σώματι ο εσχηκώς·
χαίρε, τω Θεώ τον ύμνον και το αίμά σου προσενεγκών·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Θέλων αυτόκλητος ήλθον, και θνήσκω υπέρ Χριστού προθύμως εκραύγαζε τοις παρανόμοις ο γενναίος οπλίτης· σώμά μου ο παρέδωκα τω Ιησού, όλον μεληδόν κατακόψατε, νικά γαρ Χριστού ο πόθος της σαρκός τον πόνον εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούια.

Ίδον οι παρεστώτες, θεοδώρητον θαύμα, γενόμενον διά σού αθλοφόρε· είδον ζωοθέντα νεκρόν, ον μετά ταφήν, και χρονίαν εν μνήματι κατάθεσιν, θανόντα προ Χριστού, ανέστησας ακούων παρά πάντων ούτως·
Χαίρε, τον άρχοντα άδου νικήσας·

χαίρε, νεκρόν ευχή αναστήσας.
Χαίρε, ούτος γαρ τον Χριστόν Θεόν εκήρυξε·
χαίρε, ότι και αύθις πεσών προσεκύνησε.
Χαίρε, ότι συ απέδειξας την ανάστασιν νεκρών·
χαίρε, ο το δεσμωτήριον διδακτήριον ποιών.
Χαίρε, ότι και λίθον δέχεταί σου το στήθος·
χαίρε, ότι βασάνων υπομένεις το πλήθος.
Χαίρε, δι’ ου Χριστός συνδοξάζεται·
χαίρε, δι’ ου εχθρός μυκτηρίζεται.
Χαίρε, Γεώργιε την γην ο ουρανώσας·
χαίρε, τα ουράνια άθλοις σου ο εκθαμβώσας·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Κάτω, τους εις τα άνω του βωμού ισταμένους θεούς, τους μη θεούς, διά λόγου συνέτριψας· εις μόνος Θεός εστιν ο Χριστός, του εν τω ειδώλω δαίμονος ομολογούντος μεν, αλλά μηδέποτε βοώντος ούτως·
Αλληλούια.

Λέλυται ο Διοκλητιανός της ελπίδος, και δίδωσι κατά του αγίου, και αυτής της βασιλίσσης Αλεξάνδρας, θανάτου την απόφασιν· και νυν ο μέγας του Χριστού πρωταθλητής, δέχεται χαίρων και ημών τον ύμνον, αναβοώντων πόθω·

Χαίρε, Γεώργιε χριστομάρτυς·
χαίρε, συν τη Αλεξάνδρα αύθις.
Χαίρε, βασιλέαν ελέγξας τον άθεον·
χαίρε, βασιλίδος ο δείξας το φιλόθεον.
Χαίρε, ότι ξίφος έκοψεν την ωραίαν κεφαλήν·
χαίρε, ότι στέφος είληφας άφθαρτον εν ουρανοίς.
Χαίρε, ότι το σώμά σου καταλέλοιπας εν γη·
χαίρε, ότι το πνεύμά σου έδωκας Θεού χειρί.
Χαίρε, δι’ ο οικείς τα ουράνια·
χαίρε, δι’ ο φρουρείς τα επίγεια.
Χαίρε, δι’ ου εκ κινδύνων λυτρούμεθα·
χαίρε, δι’ ου ευφροσύνης πληρούμεθα.
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Μέγαν σοι ωκοδόμησε ναόν, Κωνσταντίνος ο Μέγας, τω σω τάφω εν Λύδδα· εν ω κατετέθη θεία χάριτι, η ση αγία σορός, προς ον ενατενίζοντες, λατρείαν νυν προσφέρομεν Θεώ και ύμνον, τον χερουβικόν·
Αλληλούια.

Νυν, πανένδοξε Μάρτυς, η λαμπρά εορτή σου, δις του έτους τελείται, στρατάρχα· εν αίς, άρχοντες, λαός και άπασαι φυλαί της γης, προστρέχοντες τοις σοίς ναοίς, βοώσιν εν αγαλλιάσει ούτως·

Χαίρε, λαμπρόν της χάριτος έαρ·
χαίρε, θνητών αθάνατον νέκταρ.
Χαίρε, Εκκλησίας δόξα και θρίαμβος·
χαίρε, ευσεβών βασιλέων υπέρμαχος.
Χαίρε, ότι τη κοιμήσει σου έαρ χαίρει και σκιρτά·
χαίρε, ότι την μετάθεσιν του σκήνους σου χειμών ορά.
Χαίρε, ο αγιάζων την περίοδον πάσαν·
χαίρε, ο καταυγάζων την περίγειον πάσαν.
Χαίρε, δι’ ου σκιρτώσι φιλέορτοι·
χαίρε, εν ω θρηνούσιν οι δαίμονες.
Χαίρε, χαράς ο τρυφών ουρανίου·
χαίρε, ημάς ο πληρών παντός θείου·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Ξένα σου Μάρτυς φαίνει, τα τεράστια πάντα, Γεώργιε, και λίαν φρικώδη· τον γαρ δαίμονα προστάζει σου δεσμοίς κρατείς αμετάθετον, ταπεινώσας τον υπερήφανον, τον μη ταπεινούμενον και τω Θεώ κραυγάζειν ούτως·
Αλληλούια.

Όλος απενεκρώθη, ο το τόξον ευθύνας, του βλάψαι την εικόνα σου, Μάρτυς, εν τω ναώ σου Σαρακηνός, ου το βέλος προς εαυτόν επέστρεψεν· συ δε τούτον ανέστησας, φρικτώ θαύματι, σοι βοώντα·

Χαίρε, ναού σου η ευκοσμία·
χαίρε, στρατού σου η πανοπλία.
Χαίρε, των απίστων το τραύμα Γεώργιε·
χαίρε, των πιστών το θαύμα μυριόνικε.
Χαίρε, ότι πανταχού ηγέρθη σοι σεβάσμιος ναός·
χαίρε, ότι ση σεπτή εικών υπάρχει εν παντί Θεού ναώ.
Χαίρε, τον φονευθέντα ασεβή ο αναστήσας·
χαίρε, ο τον δυσσεβούντα Μάρτυρα Χριστού ποιήσας.
Χαίρε, ο δούς τω μεν αναζώωσιν·
χαίρε, ο δούς τω δε την συγχώρησιν.
Χαίρε, ο ομοιάζων τη ψυχή σου Αγγέλοις·
χαίρε, ο υπερβάλλων τους πολλούς εν τω κάλλει·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Πάσα τάξις Αγγέλων, και πιστών Ορθοδόξων, δοξάζει σε και απίστων, Μάρτυς· και τα σα θαυμάσια σοφέ, και την προς Θεόν παρρησίαν βλέπουσα, βοά εν παντί τόπω προς Αυτόν και μετά σού απαύστως·
Αλληλούια.

Ρύσαι, παντός κινδύνου, τους ημάς σε καλούντας, και δέχου τας ημών ικεσίας, ως εδέξω των απανταχού της Οικουμένης εν αιχμαλωσία, θρήνους και δάκρυα, ούς ως συμπαθής ηλευθέρωσας, ακούων παρά πάντων ούτως·

Χαίρε, ο Άγγελος εν ανθρώποις·
χαίρε, ο ένυλος εν Αγγέλοις.
Χαίρε, ο κατορθώσας τελειότητος μέτρον·
χαίρε, ο επιφθάσας αγιότητος ύψος.
Χαίρε, ότι πολλούς έσωσας αιχμαλώτους αθλητά·
χαίρε, ότι τούτους έπλησας της ενθέου σου χαράς.
Χαίρε, ο θριαμβεύσας κατ’ εχθρών εν πολέμοις·
χαίρε, ο ταπεινώσας τον εχθρόν θείοις έργοις.
Χαίρε, ο εν πολέμου τη τέχνη ανίκητος·
χαίρε, ο εν πάσι τοις άθλοις ακαταγώνιστος.
Χαίρε, ελπίς και χαρά αιχμαλώτων·
χαίρε, ισχύς και στοργή αδυνάτων·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Σώσον, Θεέ μου σούς δούλους, δι’ εμού, τους τιμώντάς με, ο Μάρτυς Γεώργιος κράζει· και ως Άγγελος, ως αστραπή εν ίππω λευκώ, διατρέχων γην και ουρανούς, προφθάνει πάντας πανταχού, κραυγάζων εν θριάμβω ούτως·
Αλληλούια.

Τέρπεται ο ναός σου, ο σεπτός τη ση δόξη, θαυμάτων τε δεικνύμενος κρήνη· ουκ έστιν γαρ ου γη ουδέ θάλασσα, ου πόλις ουκ έρημος, ένθα των θαυμάτων οι κρουνοί, ουχ υπερβλύζουσι τοις εκβοώσι μετά δέους ταύτα·

Χαίρε, το άστρον της εκκλησίας·
χαίρε, το άνθος αθανασίας.
Χαίρε, ποταμός των θαυμάτων αένναος·
χαίρε, ιατρός των νοσούντων ο εύσπλαγχνος.
Χαίρε, σώματος ωραιοτάτου υπεριδών όντως αγνέ·
χαίρε, ψυχής σου αθανάτου επιμελησάμενος σοφέ.
Χαίρε, υπερασπίζων τους πιστούς εν ανάγκαις·
χαίρε, ο εκφοβίζων τους απίστους πολλάκις.
Χαίρε, ο προκρίνας της ζωής υπέρ Χριστού τίμιον θάνατον·
χαίρε, ο κερδίσας δόξαν την παρ’ Αυτού την αθάνατον.
Χαίρε, το βλέπειν τοις τυφλοίς ο χαρίζων·
χαίρε, τοις νοσούσιν θείαν ίασιν δίδων·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Ύμνος μέγας σοι πρέπει, τω κοινώ ευεργέτη, Γεώργιε, του κόσμου προστάτα· συ γαρ ου λείπεις φρουρείν και σκέπειν εκ παντοίων κινδύνων και θλίψεων, τους σε ποθούντας Άγιε, και αδοντας εν τω ναώ σου ούτως·
Αλληλούια.

Φέροντες Μάρτυς νυν άνθη τη θαυματουργώ σου εικόνι, θερμώς ευχαριστούμέν σοι πάντες· και μεν τω θείω σου ναώ, υμνούμεν την σην δόξαν θεοδόξαστε, εν δε τη μνήμη Μάρτυς των θαυμάτων σου, θάμβει βοώμεν ούτως·

Χαίρε, ο πρόμαχος όρους Άθω·
χαίρε, αείρροος κρήνη θαυμάτων.
Χαίρε, του στρατού σου ο μέγας ταξίαρχος·
χαίρε, του λαού σου ο θείος ειρήναρχος.
Χαίρε, ο εν ευγενεία γένους σου διακριθείς·
χαίρε, της μονής Ζωγράφου εν τω Άθω ο λαμπτήρ.
Χαίρε, ο θαυμαστώσας σου αγίαν εικόνα·
χαίρε, ο αποστείλας μοναχοίς δώρον μέγα.
Χαίρε, ο δούς ημίν ρώσιν σώματός τε και ψυχής
χαίρε, ο δούς ημίν γνώσιν ένθεον και θαυμαστήν.
Χαίρε, τους πάσχοντας Μάρτυς ο προφθάνων·
χαίρε, πρεσβείαν Θεώ ο προσάγων·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Χάριν θείαν πλουτήσας, ω Γεώργιε μάκαρ, ο μέγιστος ημών αντιλήπτωρ, Χριστώ πρέσβευε υπέρ ημών, των προσκυνούντων οίκόν σου σεπτόν Άγιε, ποιείν Αυτού το θέλημα εν φόβω πάντοτε, ίνα κράξωμεν ούτως·
Αλληλούια.

Ψάλλοντές σου τον ύμνον, εν αγίω ναώ σού, Γεώργιε, βοώμέν σοι πάντες· τω Θεώ μη παύση του αιτείν των πταισμάτων άφεσιν, μετάνοιαν, ειρήνην τε σοίς δούλους, τοις βοώσί σοι, μεγαλομάρτυς· Χαίρε, ο άρχων Καππαδοκίας·

χαίρε, ο μύστης της θεαρχίας.
Χαίρε, των εν Άθω μονών προιστάμενος·
χαίρε, των εν θλίψει αεί παριστάμενος.
Χαίρε, άνω συν Δημητρίω παραστάτης του Χριστού·
χαίρε, κάτω των δυνάμεων ο προστάτης του στρατού.
Χαίρε, υπέρ των όλων τω Θεώ ικετεύων·
χαίρε, ο των σων δούλων εκτενώς προστατεύων.
Χαίρε, αγίων ο προφιλέστερος·
χαίρε, Μαρτύρων ο ενδοξότερος.
Χαίρε, των στρατευομένων ο γενναίος προστάτης·
χαίρε, φωτός τρισηλίου ο ενθεώτατος λάτρης·
Χαίρε, Μάρτυς Γεώργιε.

Ω Γεώργιε Μάρτυς, πρωτοστράτηγε του Βασιλέως Χριστού και δόξα στρατού σου· (γ ́) προσδεξάμενος την προσφοράν ημών, εκ παντοίων ρύσαι κινδύνων τους υμνούντάς σε και εκ πάσης ανομίας, τους Θεώ βοώντας·
Αλληλούια.

Καί πάλιν το Κοντάκιον

Ως του Χριστού Μεγαλομάρτυρα παμμέγιστον, και της Παρθένου κατά πάντα φίλον γνήσιον, ανυμνούμέν σε, Γεώργιε στρατηλάτα. αλλ’ ως έχων εξ αυτής του Όρους άπασαν προστασίαν και ημάς αεί περίσωζε τους βοώντάς σοι·

Χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

Προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης Γερόντισσας Μακρίνας, μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου ...


Έχουμε μια προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης γερόντισσας Μακρίνας, μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου, που την διηγείτο τακτικά. Την άκουσα και γω, προσωπικά, παρουσία και άλλων χριστιανών.

Μια νεαρά σχετικώς κυρία, είχε υποστεί κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου… Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα - πέντε χρόνια, την ευχή και επικαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».

«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με».

«Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».

Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της.

Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο.

Ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.

Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει.
- Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου; - Μαρία την λέγανε.
Και η άρρωστη αλλά η ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
- Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:
- Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και 'γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζεις, της είπε.
Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί, αυτό εννοούσε τώρα.

Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα.

Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινεί το σώμα της, και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.

Εγώ όμως δεν θα μείνω στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά θα παραμείνω σ’ αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; «Θέλω να με φωνάζετε». «Θέλω να με επικαλείσθε. Και ’γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε. «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με», «Υπεραγία Θεοτόκε σώσε με», «Υπεραγία Θεοτόκε σώσε το παιδί μου», και ό,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξτε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.

Θαύμα της Παναγίας Βαρνάκοβας


…Ήταν προχωρημένο το απόγευμα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Πλησίαζε η ώρα , που το Μοναστήρι θα έκλεινε τις πύλες του, όταν ήρθε βιαστικός ο τελευταίος προσκυνητής. Ένας αρκετά νέος άντρας ,από την γειτονική κωμόπολη.
Αφού προσκύνησε, γεμάτος συγκίνηση είπε:
- Στην Παναγία μας έχω μεγάλη ευγνωμοσύνη. Με γιάτρεψε διπλά και μ’ έσωσε.
Και με δυο λόγια διηγήθηκε την πράγματι συγκινητική περίπτωσή του:
- Εγώ δούλευα σαν μπαρ-μαν σ’ ένα ξενοδοχείο και δυστυχώς συνήθισα το ποτό. Επί 17 χρόνια ήμουν συνέχεια μεθυσμένος! Τελικά το οινόπνευμα μου προξένησε κύρωση στο συκώτι. Με πήγαν στο Νοσοκομείο σε κακή κατάσταση. Ο θάνατος ήταν πλέον κοντά!
Τότε μέσα σ’ αυτήν τη δυσκολία που ζούσα και στον κίνδυνο, γιατί η συνήθεια δεν με άφηνε να το κόψω, θυμήθηκα την Παναγία , που τόσες φορές είχα προσκυνήσει στη Βαρνάκοβα και Της είπα απλά αλλά με την καρδιά μου αυτά τα λόγια:
- Παναγία μου, Σε παρακαλώ, ελευθέρωσέ με από το πάθος του ποτού και σώσε με…
Κι Εκείνη με άκουσε αμέσως. Μου δυνάμωσε τη θέλησή μου και όταν αντιμετώπιζα τις αντιδράσεις του οργανισμού από την έλλειψη του ποτού, είπα στην καρδιά μου, που είχε τρελλή ταχυπαλμία:
- Αν θέλεις, σπάσε! Τουλάχιστον να πεθάνω ξεμέθυστος!
Πράγματι, σε λίγο η καρδιά μου ηρέμησε. Μετά από αυτό ήλθε αμέσως το τελικό δώρο: τελεία αποστροφή προς το ποτό. Ενώ άλλοι παλεύουν πολύ χρόνο, για να γίνει η αποτοξίνωση.
Και το δεύτερο δώρο; Το κατεστραμμένο συκώτι θεραπεύθηκε τελείως!
Τώρα πια είμαι ελεύθερος και υγιής. Πώς να μην Την ευγνωμονώ;
Όταν αργότερα έμαθε πως μερικά από τα θαυμαστά της Παναγίας θα γραφτούν σε βιβλίο, παρακάλεσε να γραφή ένα μήνυμά του ειδικά προς τους νέους ανθρώπους, σαν συμπέρασμα της πικρής εμπειρίας του:
“Οι στιγμές της χαράς, όταν είσαι ελεύθερος από εξαρτήσεις και ζεις σωστά, όπως θέλει ο Θεός, είναι απείρως περισσότερες από τις λίγες και ψεύτικες χαρές , που δίνει η ζωή της αμαρτίας, φίλοι μου…”


Από το βιβλίο: «ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑ»

Sunday, September 27, 2015

“Οι αρετές” ( από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” )


Με πολλή σοφία και γνώση ο προφήτης Δαβίδ ορίζει το διπλό περιεχόμενο της ενάρετης πολιτείας, όταν συμβουλεύει: “Φύγε μακριά από το κακό και κάνε το αγαθό” (Ψαλμ. 33:15). Για την αποφυγή του κακού γράψαμε αρκετά στο πρώτο μέρος. Στο δεύτερο θα γράψουμε για την τέλεση του αγαθού, την άσκηση των αρετών, καθώς και για την τελική Κρίση, τον παράδεισο και την κόλαση.

Θα ξεκινήσουμε, κάνοντας μια στοιχειώδη ιεράρχηση των αρετών, για να ξέρεις ποιες είναι οι ανώτερες και σπουδαιότερες.

Όλες οι αρετές χωρίζονται σε δύο τάξεις: Στις πνευμαιτκές και αόρατες, εκείνες δηλαδή που βιώνονται και καλλιεργούνται από τον άνθρωπο εσωτερικά, και στις εξωτερικές και ορατές, εκείνες που εκδηλώνονται και φαίνονται. Στην πρώτη τάξη ανήκουν οι τρεις θεολογικές αρετές -πίστη, ελπίδα και αγάπη, με κορυφαία την τελευταία, που είναι η βασίλισσα των αρετών -καθώς και άλλες όμοιες μ΄αυτές, όπως είναι η ταπείνωση, η υπομονή, η ευλάβεια, η διάκριση, η καταφρόνηση του κόσμου, η απάρνηση του ιδίου θελήματος κ.λ.π. Στη δεύτερη τάξη ανήκουν η νηστεία, η αγρυπνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή, η αναχώρηση (του μοναχού) κ.λ.π. Κι αυτές, βέβαια, πρέπει να τις ασκούμε με αγαθή προαίρεση και θεάρεστη ψυχική διάθεση, η επιτέλεσή τους όμως γίνεται με πράξεις κι εκδηλώσεις εξωτερικές, γι΄αυτό και είναι πολύ ευκολότερα αντιληπτές απ΄ό,τι οι πρώτες.

Όλες οι αρετές είναι ψυχωφελείς και αναγκαίες για τη σωτηρία μας, περισσότερο όμως οι πνευματικές, γιατί, όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα, “ο Θεός είναι πνεύμα, κι εκείνοι που τον λατρεύουν, πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά κι αληθινά” (Ιω. 4:24). Ο απόστολος Παύλος, επίσης, γράφει στον άγιο Τιμόθεο: “Να γυμνάζεσαι στην ευσέβεια. Γαιτί η εκγύμναση του σώματος λίγο ωφελεί, η ευσέβεια, όμως, είναι ωφέλιμη για όλα” (Α΄Τιμ. 4:7-8 ).

Αν όμως αξιολογούμε σαν ανώτερες τις εσωτερικές αρετές, δεν καταφρονούμε καθόλου και τις εξωτερικές, γιατί απ΄αυτές οδηγούμαστε στις πρώτες και μ΄αυτές τις αποκτάμε και τις συντηρούμε. Για παράδειγμα, η αναχώρηση λυτρώνει από πειρασμικά θεάματα, ακούσματα και συντυχίες κοσμικών ανθρώπων. Η νηστεία αδυνατίζει το σώμα, καταστέλλει τη ροπή του προς την αμαρτία, υψώνει το πνεύμα και βοηθάει έτσι στην προσευχή και στην πνευματική μελέτη. Και όλα αυτά, με τη σειρά τους, συντελούν στην απόκτηση υπομονής, ταπεινοφροσύνης, ευλάβειας κ.λ.π. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε, ότι οι εσωτερικές αρετές αποτελούν τους ποθούμενους στόχους, ενώ οι εξωτερικές τα μέσα για την πραγματοποίησή τους, οι δεύτερες πραγματώνουν τη θεραπεία, ενώ οι πρώτες τη σωτηρία. Έτσι, όλες τις αρετές τις χρειαζόμαστε για να φτάσουμε στον προορισμό μας, την αιώνια ένωση με το Θεό.

Με τη συνοπτική αυτή ανάλυση, γίνεται φανερή τόσο η παλαιότερη πλάνη των Φαρισαίων όσο και η νεότερη των Λουθηροκαλβινιστών.

Οι Φαρισαίοι, σαν κενόδοξοι και σαρκικοί, δεν έδιναν καμιά σημασία στις εσωτερικές αρετές, κάνοντας μόνο εξωτερικά καλά έργα, και μάλιστα επιδεικτικά, για να φαίνονται ενάρετοι στους ανθρώπους. Γι΄αυτό ο Κύριος τους ξεσκέπασε, τους καταδίκασε και τους ταλάνισε σκληρά:

“Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί δίνετε στο ναό το ένα δέκατο από το δυόσμο και το άνηθο και το κύμινο, και δεν τηρείτε τις σπουδαιότερες εντολές του νόμου, τη δικαιοσύνη και την ευσπλαχνία και την πιστότητα. Αυτά έπρεπε να κάνετε, χωρίς να παραμελήσετε εκείνα. Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία. Έτσι κι εσείς, εξωτερικά φαίνεστε ευσεβείς στους ανθρώπους, κι εσωτερικά είστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία” (Ματθ. 23:23, 27-28 ).

Τη φαρισαϊκή “δικαιοσύνη” ελέγχει και στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός, όταν λέει με το στόμα του προφήτη Ησαϊα: “Ο λαός αυτός με πλησιάζει με το στόμα του και με τιμάει με τα χείλη του, η καρδιά του όμως βρίσκεται πολύ μακριά από μένα” (Ης. 29:13). Και αλλού: “Τι να τις κάνω τις πολλές θυσίες σας; Το θυμίαμά σας μου φαίνεται σιχαμερό. Δεν ανέχομαι τις γιορτές της πρωτομηνιάς και τα σάββατα και τη μεγάλη ημέρα του εξιλασμού. Όταν υψώνετε τα χέρια σας σε προσευχή, θα αποστρέψω τα μάτια μου από σας” (Ησ. 1:11, 13, 15).

Γιατί ο Θεός αποστρέφεται εκείνα που πρόσταξε ο Ίδιος να τελούνται απαρασάλευτα; Γιατί δεν δέχεται πράξεις ευσέβειας, με τις οποίες απονέμεται τιμή και προσκύνηση στο άγιο όνομά Του και στη θεία μεγαλοσύνη Του; Καταδικάζει, λοιπόν, ο Κύριος αυτές τις πράξεις;… Όχι, δεν τις καταδικάζει. Τις δέχεται κι αυτές, και μάλιστα ευάρεστα, όταν όμως συνοδεύονται και από τις εσωτερικές αρετές, όπως φανερώνει στη συνέχεια του λόγου του ο προφήτης Ησαϊας: “Λουσθείτε με τη μετάνοια και γίνετε καθαροί. Αφαιρέστε τ΄αμαρτωλά πάθη από τις ψυχές σας, για να μη φαίνονται ακάθαρτες στα μάτια μου. Σταματήστε πια τις ανομίες σας. Μάθετε να κάνετε το καλό. Ζητήστε μ΄όλη σας την καρδιά το δίκαιο” (Ησ. 1:16-17).

Έτσι αιτιολογείται και η αποδοκιμασία του Φαρισαίου εκείνου, που με τόση αφροσύνη έλεγε στην προσευχή του: “Θεέ μου, σ΄ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ΄όλα τα εισοδήματά μου” (Λουκ. 18 :11-12). Βλέπεις εδώ τρία μεγάλα κακά; Την έπαρση -“δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους”, -, την περιφρόνηση του πλησίον - “ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη” - και την αυτοδικαίωση, την αυτάρκεια, την ψευδαίσθηση δηλαδή πώς είναι δίκαιος, πράγμα για το οποίο ευχαριστεί το Θεό, αντί να ζητάει το έλεος Του.

Ο κίνδυνος του φαρισαϊσμού είναι μεγάλος για όλους μας. Καλύτερα να είσαι αμαρτωλός και να ομολογείς ταπεινά την κακία σου, παρά ενάρετος τάχα και υπερήφανος. Γιατί ο αμαρτωλός, με την παραδοχή της πνευματικής του αρρώστιας, βάζει αρχή διορθώσεως, θεραπείας και σωτηρίας. Όποιος όμως δεν γνωρίζει ούτε παραδέχεται πώς είναι άρρωστος, πώς θα γιατρευτεί; Γι΄αυτό ο Κύριος είπε κάποτε στους Φαρισαίους, ότι οι τελώνες και οι πόρνες θα μπουν πρίν απ΄αυτούς στη βασιλεία Του (Ματθ. 21:31).

Οι Προτεστάντες πάλι, Λουθηρανοί και Καλβινιστές και άλλοι, διαπιστώνοντας τη φαρισαϊκή πλάνη και θέλοντας να την αποφύγουν, κατάντησαν στο άλλο άκρο και σε πλάνη χειρότερη, γιατί καταφρόνησαν ολότελα τις εξωτερικές αρετές. Ο Κύριος όμως το είπε καθαρά, όπως είδαμε πιο πάνω, σ΄ένα αγιογραφικό απόσπασμα: “Αυτά έπρεπε να κάνετε, χωρίς να παραμελήσετε κι εκείνα” (Ματθ. 23:23).

Η γνήσια χριστιανική διδασκαλία, που διαφυλάσσεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει και τα δύο άκρα, ακολουθώντας τη βασιλική και σωτήρια οδό της αληθινής εν Χριστώ δικαιοσύνης, εκείνης δηλαδή πού αποδίδει έμπρακτα την πρέπουσα αξία και αναγνωρίζει τον καθοριστικό για τη σωτηρία ρόλο τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές αρετές.

Όλες οι ενέργειές μας, εσωτερικές και εξωτερικές, στρέφονται γύρω από τρεις άξονες, σχετίζονται με τρία πρόσωπα:

το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας.

Η σχέση μας με τα τρία αυτά πρόσωπα καθορίζει την ποιότητα της πνευματικής μας ζωής. Και μια σωστή σχέση προϋποθέτει την πρέπουσα καρδιακή τοποθέτηση.


Με απλά λόγια, λοιπόν, για να το καταλάβεις καλύτερα, σου λέω μεταφορικά, πώς


απέναντι στο Θεό πρέπει να έχεις καρδιά τέκνου,

απέναντι στον πλησίον καρδιά μάνας και

απέναντι στον εαυτό σου καρδιά δικαστή.



από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Ο καρπός μιας νυχτερινής προσευχής ....


 Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…, η φωνή του Αφυπνιστή, αντήχησε μέσα στην παγωμένη νύχτα του χειμώνα και ταυτόχρονα ένας ρυθμικός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του κελλιού. Ο μοναχός ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του. Σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλο το κελλί του. Η αμέλεια ρίχνει τα πρώτα βέλη της, για να λαβώσει τον αγωνιστή.

- «Είναι νωρίς ακόμη», του ψιθυρίζει. «Κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς και αργότερα με όρεξη… θα κάνεις τα πνευματικά σου».

Ο μοναχός όμως δε φαίνεται να συμφώνησε με το λογισμό.

- «Αμήν», απαντά αμέσως. Η πρώτη νίκη της νύχτας! Και ταυτόχρονα χαρά μεγάλη στον ουρανό. Οι άγγελοι χειροκρότησαν τον αγωνιστή. Αλλά ο δαίμονας της αμέλειας δεν αποθαρρύνεται.

- «Είναι νύχτα και έχει υγρασία. Πώς θα προσευχηθείς;»

Και είναι αλήθεια πως στον Άθω αυτή την εποχή έχει υγρασία. Το «δι’ ευχών» ακούγεται και πάλι έξω από την πόρτα.

- «Αμήν! Αμήν!», ξαναφώναξε ο Αδελφός. Δεν υπέκυψε στη φωνή του Πονηρού, που προσπαθούσε να τον δελεάσει με την πρόσκαιρη απόλαυση του ύπνου.

- «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», ψέλισσε. Ύστερα επικαλέστηκε τον Κύριο: «Βοήθα με, Θεέ μου, να σηκωθώ». Ο φύλακας άγγελος της ψυχής, που αγρύπνησε όλη τη νύχτα στο κελλί του μοναχού, χαρούμενος τού έδωσε το χέρι, για να τον σηκώσει, κι έτσι ο αδελφός πετάχτηκε ολόρθος επάνω. Φόρεσε το μάλλινο χοντρό σκούφο του και ψηλαφώντας με τα ροζιασμένα χέρια του τους κρύους τοίχους, άναψε με δυσκολία το καντήλι.

Έπειτα σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια αργά-αργά κι ατένισε διστακτικά και με φόβο προς το αμόλυντο πρόσωπο του Κυρίου. Ύστερα γύρισε προς την Κυρία του Όρους. Εκεί πήρε η έκφραση του προσώπου του ένα παρακλητικό ύφος. Τέλος στράφηκε και πάλι προς τον Παντοδύναμο με αποφασιστικότητα.

- «Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…», πρόφερε με τη βραχνή φωνή του και άρχισε την προσευχή του. Αυτό ήταν όλο. Έφυγε ο δαίμων της αμελείας σκυθρωπός και κατησχυμμένος.

Στο εικονοστάσι η εικόνα του Χριστού με το Ευαγγέλιο ανοιχτό. Ο αδελφός δεν μπορεί να διακρίνει τι γράφουν οι σελίδες του, μέσα στο ταπεινό φως του κελλιού του.

- «Θα προχωρήσω κοντά να διακρίνω τι λέει», σκέφτηκε.

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ἡμᾶς…».

«Αν βάλω εγώ ένα βήμα να πλησιάσω την εικόνα Του, θα βάλει κι Εκείνος άλλα εννέα, για να σώσει την εικόνα Του, την πανάθλια ψυχή μου. Αρκεί να δει την προσπάθειά μου. Αν διώξω την αμέλεια, θα μου δώσει προσευχή. Αν διώξω τον ύπνο, θα μου δώσει τη θεία Χάρη Του.

«Μας καλεί ο Χριστός να τον πλησιάσουμε. Να αφήσουμε τα γήινα, τις αναπαύσεις, τις απολαύσεις, τις υπερβολικές μέριμνες, το άγχος, τα πάθη μας, τις μικρότητές μας, τις ατέλειές μας, την οκνηρία μας, τον πόνο, τις θλίψεις μας και να κάνουμε ένα βήμα προς Αυτόν. Αυτό το λίγο, το ένα βήμα που θα κάνουμε, θα το πολλαπλασιάσει. Θα μας ανακουφίσει από ό,τι μας βαραίνει. Θα μας γεμίσει απ’ ό,τι έχουμε ανάγκη. Θα μας λυτρώσει από όποια θλίψη πιέζει την ψυχή και το σώμα μας».

Αυτά μονολόγησε κι έπειτα έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Σε λίγο κοίταξε το εικόνισμα. Σαν να συνήλθε από τους λογισμούς του και άρχισε να γυρίζει το κομποσχοίνι. Το κομποσχοίνι μοιάζει με ιμάντα, ο οποίος κινεί τη μηχανή της ψυχής. Συνδέει το σώμα με την ψυχή. Σε λίγο, ενώ τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άρχισε να σκέφτεται τα ουράνια, να ανεβαίνει σε θεωρίες υψηλές, να σκέφτεται για τον Θεό, για τους Αγγέλους, για τη Δημιουργία του Σύμπαντος, για την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, για την Παγκόσμια Ανάσταση όλων στους εσχάτους χρόνους, για τη Δευτέρα Παρουσία, για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Θυμήθηκε θαυμαστά γεγονότα που του συνέβησαν παλαιότερα, όπου η Χάρη του Θεού ήταν εμφανής. Έφερε στο νου του αγίους και εναρέτους άνδρες με τους οποίους συναναστράφηκε στο παρελθόν και συλλογίστηκε τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν την εν Χριστώ ζωή ο καθένας. Όλα όμως αυτά ήταν εισαγωγικά για την προσευχή του.

- «Θα προσπαθήσω», λέει «να τα αφήσω όλα αυτά και να διώξω κάθε λογισμό». Του ήρθε στο νου η φράση του γέροντος απ’ το Γεροντικό «νουν τηρούμεν».

Συγκεντρώνει το νου του στα λόγια της ευχής του Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…». Λέει την ευχή αργά, ρυθμικά και με νόημα. Ακόμη όμως δεν αισθάνεται τίποτε το διαφορετικό στην ψυχή του. Τίποτε το θεϊκό. Αν και δεν το ψάχνει με άγχος. Απλά και ήρεμα και ό,τι δώσει ο Θεός. Το μόνο που θέλει είναι να ενώσει το νου του με τον Θεό.

Κάποια στιγμή φαίνεται να επιμένει περισσότερο στην ευχή· αλλά καμιά αλλοίωση στην ψυχική του διάθεση. Κάτι δεν κάνει σωστά, κάτι ξέχασε. Πέρασαν ακόμη λίγα λεπτά, αλλά τίποτε. Τότε θυμήθηκε το γραφικό: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν». Του ήρθε μάλιστα εκείνη τη στιγμή, σαν αστραπή στο νου, το πάθημα του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, που δεν ταπεινωνόταν στην προσευχή του. «Λοιπόν, πρέπει να βάλω τον εαυτό μου κάτω από όλους τους ανθρώπους, σκέφτηκε, αφού τέτοιος είμαι· ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος».

Τι το επέκεινα; Δεν παραβλέπει ο Θεός την προσπάθειά του, κι ενώ εκείνος τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άκουσε Εκείνος τη δέησή του και θέλησε να τον παρηγορήσει. Αφού ταπεινώθηκε τόσο και αγωνίστηκε τόσο, κάμφθηκε η ευσπλαχνία Του. Και τι συνέβη; Άρχισε να γεμίζει η ψυχή του από τη Χάρη του Θεού. Να αγαλλιάζει. Να ηρεμεί. Να λεπτύνεται ο νους του. Αισθάνθηκε στο νου του διαύγεια.

Του έφυγε η νύστα και η οκνηρία. Του ήρθε όρεξη για περισσότερη προσευχή. Μια χαρά ανεκλάλητος πότισε όλες τις φλέβες του. Του ήρθε μια αγάπη για τον Θεό, μια ανεξήγητη και απρόσμενη συμπάθεια προς τον πλησίον, προς όλους τους ανθρώπους. Πέφτει κάτω στο έδαφος, γονατίζει και χύνει δάκρυα· δάκρυα ασταμάτητα. «Ήμαρτον Θεέ μου», κραυγάζει με λυγμούς, «και ουκ ειμί άξιος ατενίσαι εις το ύψος του ουρανού». Δεν μπορεί να πει άλλα λόγια. Το μόνο που κάνει είναι το ότι προφέρει ακαταπαύστως τη μονολόγιστη ευχή του Ιησού. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, Ιησού μου γλυκύτατε»…

Έχει προχωρήσει η νύχτα. Ξάφνου ακούγεται η καμπάνα που προειδοποιεί πως σε λίγο θα αρχίσει η ακολουθία. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες. Εγείρεται, και αρχίζει να ετοιμάζεται για τη νυχτερινή ακολουθία. Σε λίγο ακούγεται ο ρυθμικός χτύπος του ταλάντου.

- «Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν σοι, Αγαθέ…», κάποιος από τους αδελφούς στην Εκκλησία άρχισε να αναγινώσκει το Μεσονυκτικό. Οι Πατέρες ένας-ένας κατεβαίνουν στο καθολικό*. Ανάμεσά τους κι ο αγωνιστής αδελφός. Χαιρετούν τα εικονίσματα. Καταλαμβάνουν τα στασίδια σαν μέλισσες που μπαίνουν στις φωλιές τους. Εκεί θα συνεχίσουν την υπόλοιπη νύχτα πάλι με προσευχή. Το πνευματικό νέκταρ, που απήλαυσαν προ ολίγου στο κελλί τους, αυξάνεται. Αλλάζει χρώμα, γίνεται μέλι, γλυκαίνει το νου και τρέφει την ψυχή. Η ευχή του Ιησού τρέχει συνέχεια στο στόμα τους.

Ο αδελφός όρθιος ατενίζει την εικόνα του Παντοκράτορος στο τέμπλο. Έτσι προσηλωμένος στις θείες θεωρίες, ούτε κατάλαβε πότε έφθασε η ακολουθία στην Απόλυση.

- «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Ο εφημέριος με το βλέμμα προσηλωμένο κάπου βαθιά στο δάπεδο, στα τρία μέτρα, κάνει την απόλυση κι επισφραγίζει τη νυχτερινή ακολουθία. Ο αδελφός εξέρχεται μεταρσιωμένος, κρατώντας μια πνευματική ανθοδέσμη με άνθη ευωδιαστά. Είναι οι καρποί της χθεσινής νύχτας. «Δόξα σοι ο Θεός…», προφέρει το στόμα του και χάνεται μέσα σ’ ένα υπέροχο αγιορείτικο λυκαυγές, που άρχισε να απλώνει στον ορίζοντα τα θαυμάσια χρώματά του…

Saturday, September 26, 2015

Πρὸς Ἡσυχαστὲς Πατέρες ( Βίβλο του Αββά Βαρσανουφίου )


Ὁ αύτός παρεκάλεσε τόν μέγαν Γέροντα εὔξασθαι ὑπέρ αὐτοῦ τοῦ ἐξελθεῖν ἀπό τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.


Ἄκουσον, ἀδελφέ ἀγαπητέ, καί δός τήν καρδίαν σου φυλάξαι τά λαλούμενά σοι θεῖα ρήματα, οὐκ ἐξ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Ὁ Ἰησοῦς ἰατρός ἐστι τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Εἰ τραῦμα ἔχεις, εἰσάγω σε πρός αὐτόν καί δέομαι αὐτοῦ θεραπεῦσαι σε, ἄν καί σύ θελήσῃς˙ δοτήρ γάρ ἐστι πάντων τῶν ἀγαθῶν δωρημάτων˙ παρέχει δέ σοι οὐ μόνον τά αἰτήματά σου, ἀλλ᾿ ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτεῖς. Υἱός Θεοῦ καί φῶς καί δύναμίς ἐστιν ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου σαρκωθείς Μαρίας, ὅς ἐπί γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη. Καί ἑαυτόν προσήνεγκε θυσίαν ζῶσαν εὐάρεστον τῷ Θεῷ καί Πατρί ἡμῶν, τοῦ κατασκευάσαι ἡμᾶς ἑαυτῷ λαόν περιούσιον, ζηλωτήν καλῶν ἔργων, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον. Ὁ ταῦτα δι᾿ ἡμᾶς ὑπομείνας, ὑπογραμμόν ἡμῖν κατέλιπεν ὑπομονῆς καί χαίρει ὅταν αἰτῶμεν αὐτόν. Αἰτῶ αὐτόν φωτίσαι σου τήν καρδίαν˙ συγκοπίασον καί ἵδρωσον καί αὐτός. Λέγει γάρ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ˙ «δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Προσέρχομαι οὖν αὐτῷ ὑπέρ σοῦ μετά ἀναιδείας πολλῆς, ἐάν μή καί σύ προσέρχῃ, αἰσχύνη ἐστί μεγάλη. Ἰησοῦς οὐδένα ἀποβάλλεται˙ καί γάρ τῇ ἐνδεκάτῃ ὥρᾳ ἐμισθώσατο ἐργάτας εἰς τόν ἑαυτοῦ ἀμεπελῶνα. Κολλήθητι αὐτῷ καί ποίησον μικρόν κόπον, ἵνα ἀπολάβῃς τόν μισθόν τοῖς ἅπασιν ἴσως. Ἄνθρωπος γέγονεν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ διά σέ, γενοῦ καί σύ δι᾿ αὐτόν θεός. Νοῦν σοί ἔδωκεν ὁ Θεός, αὐτόν αὐτῷ δός εἰς τόν οὐρανόν, τά ἄνω ζητῶν, τά ἄνω φρονῶν, ὅπου αὐτός τυγχάνει. Ἐκεῖ γάρ δυσωπῷ ἵνα φθάσῃς, σύν πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσι τό ὄνομα αὐτοῦ˙ τούτῳ γάρ τῷ τρόπῳ ἐλευθεροῦταί τις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.

(σελ. 254) Ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς Ἀποστόλοις˙ ὑμεῖς ἐστε τό ἅλας τῆς γῆς˙ γῆν τό σῶμα ἐκάλεσε˙ φησί γάρ γῆ εἶ, καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ. Γενοῦ σεαυτῷ ἅλας ἁλίζον καί ἀναξηραῖνον τάς σηπεδόνας καί τούς σκώληκας, τοῦτ᾿ ἔστι τούς κακούς λογισμούς˙ καί εἰ τοῦτο ποιήσεις, συγκοπιῶ καί <συναλίζω> σοι, ἵνα μή ὀζέσωσι καί ἀηδίσωσιν ἀλλήλους. Σωθῆναι ἡμᾶς θέλει ὁ Θεός καί Σωτήρ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἡμῶν ἐστι τό βοᾶν ἀδιαλείπτως˙ σῶσόν με Κύριε, καί σώζει σε. Καί γάρ ἐβόησαν τινές καί εἰσῆλθον εἰς τόν λιμένα τοῦ θελήματος αὐτοῦ, εἰς ὅν ἐλπίζω σε εἰσελθεῖν, ἐάν δώσῃς μοι χεῖρα κατά τό δυνατόν. Νόησον τά ρηθέντα καί ἀκολουθήσας, φθάνεις κατά τόν εἰπόντα, οὕτω τρέχετε ἵνα καταλάβητε.

Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ, ἵνα μή κατακριθῶ λαλῶν καί μή ποιῶν.


από τη Βίβλο του Αββά Βαρσανουφίου

Παρακλητικός Κανών στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία


Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί
καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ὁ Ἱερεύς: Ὅτι Σου ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα, γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού, ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού, τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία.
Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Ἀπαμαυρώσασα συντόνω ἀσκήσει τοῦ παναλάστορος, ὁσία Μαρία, τό πρόσωπον ἀνέδραμες συνεῖναι Χριστῷ ἐν τοῖς θείοις δώμασι καί Αὐτόν ἰκετεύειν δοῦναι τοῖς ἰκέταις σου εἰρηναῖον τόν βίον καί νοσημάτων τάραχον δεινόν ἠμῶν κοπᾶσαι, Αἰγύπτου ὀσφράδιον.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Θεοτοκίον
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι, εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου,επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός,
ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου,αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν, ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα, τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον σού μόσχους.

Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Μαρία ὁσία, Χριστοῦ λαμπάς πυρφόρε, εἰκόνας τῶν παθῶν μου ἐκ τῆς ἐμῆς ψυχῆς ταῖς ἀπαύστοις σου πρεσβείαις πρός ὄν ἠγάπησας τάχος ἑξάλειψον.
Ἐν κόλποις, Μαρία, τοῦ Ἀβραάμ σκηνώσασα χάριν εὖρες Κύριον δυσωπεῖν, ὑπέρ ἱκετῶν σου τῶν ποθούντων, εὐαρεστῆσαι Αὐτῶ ἔργοις πρέπουσι.
Τόν βίον μου, οἶμοι, ἐν ἠδοναῖς ἀσώτως ὁ τάλας δαπανήσας νῦν ἐκζητῶ, ὁσία Μαρία, τάς εὐχᾶς σου, ἴνα σωθῶ πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

Θεοτοκίον
Ἀποκρουσον πάσας τάς προσβολᾶς ἐχθροῦ του βεβήλου προσευχαίς σου ταῖς ρυπτικαῖς, Ἁγνή, πρός ὄν ἔτεκες ἀφράστως, καί ζοφερῶν περιστάσεων ρύσαι μέ.

Ὠδή γ'. Οὐρανίας ἁψίδος
Νῦν προσπίπτω σοί, Μῆτερ, ἀναβοών, προφθασον, Αἰγυπτίων εὖχος, Μαρία, καί ἀνακούφισον ἐκ κατωδύνων παθῶν τόν σέ προφρόνως ὑμνοῦντα ὡς ἐρήμου ἴασμον ἄγαν
ἠδύπνευστον.
Ὁλοτρόπως θελχθεῖσα τῷ τοῦ Χριστοῦ ἔρωτι καί τοῦ Παρακλήτου ρωσθεῖσα σθένει κατήσχυνας, Μαρία, τόν δυσμενῆ, οὐ καί ἠμᾶς ἀποκροῦσαι τούς πιστούς ἀξίωσον βέλη τά πύρινα.
Ἰορδάνου, Μαρία, τοῖς ἱεροῖς νάμασι βίου ἀποπλύνασα ρύπον ἄφθορον ἔνδυμα περιεβλήθης λαμπρόν της σωστικῆς μετανοίας γενομένη πρέσβειρα πάντων πρός Κύριον.

Θεοτοκίον
Ἀσυγχύτως, Παρθένε, ὁ τοῦ παντός αἴτιος ἐξ ἁγνῶν αἱμάτων σου σῶμα, Δέσποινα, βρότειον λαβῶν τό γένος ἠμῶν ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας ἔσωσε καί ἔδειξε κόσμου σέ σώτειραν.
Διασωσον ἐξ ἐπηρείας τοῦ δαίμονος σούς ἰκέτας, μετανοίας πυρσέ λαμπρέ, Μαρία πανεύφημε, τούς σπεύδοντας πόθω ταῖς σαῖς πρεσβείαις.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Αἴτησις καί τό Κάθισμα.
Ἦχος β'. Πρεσβεία θερμή
Μαρία σεπτή, Αἰγύπτου θεῖον βλάστημα, ἐρήμου φωστήρ τοῦ Ἰορδάνου πάμφωτε, μετανοίας πύλας μοί σωτηρίους τάχος ὑπάνοιξον καί τῷ Σωτήρι πρέσβευε Χριστῷ διδόναι ἐμῶν πταισμάτων ἄφεσιν.
Ὠδή δ'. Εἰσακήκοα Κύριε.
Σκοτισθεῖσαν τοῖς πάθεσι τήν ψυχήν μου, δέομαι, φωταγώγησον ταῖς ἀκτίσι τῶν καμάτων σου τῶν ὑπερφυῶν, Μαρία ἔνδοξε.
Δακρυβρέκτους ἀγῶνάς σου τούς ἐν τή ἐρήμω ἰδών ὁ Κύριος σέ, Μαρία, ἐκραταίωσε καί τῆς μετανοίας βάθρον ἔδειξεν.
Ἐγκρατείας κατέταμες ξίφει τῆς σαρκός σου, ὀρέξεις πάνσεπτε, ἡ σαρκός ἠμῶν σκιρτήματα σαῖς λιταῖς, Μαρία, καταστέλλουσα.

Θεοτοκίον
Ἱλασμός, Μητροπάρθενε, γένους τῶν μερόπων καί ἀπολύτρωσις πέλεις, ὅθεν δυσωποῦμεν σέ, ἐκ φθορᾶς τούς δούλους σου ἀνάγαγε.

Ὠδή ἐ'. Φώτισον ἠμᾶς
Ξένωσον τόν νοῦν τοῦ ἰκέτου σου συγχύσεως κοσμικῆς, Μαρία, μῆτερ θαυμαστή, ξενοτρόπως ἐν ἐρήμω ἡ ἀσκήσασα.
Ὅλη καθαρά τῷ Νυμφίω σου ἀνέδραμες ὑπαντῆσαι. Ὤ πρεσβεύεις ἐκτενῶς ὑπέρ πάντων, ὤ Μαρία, τῶν τιμώντων σέ.
Νέκρωσον ἠμῶν ἁμαρτάδας καί διέγειρον πρός ἀπάθειαν, Μαρία, τούς πιστῶς ὡς ζωῆς σέ ἀνυμνοῦντας θείας μέτοχον.

Θεοτοκίον
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ παναμώμητε, ὁρμήματα τῶν παθῶν μου καταπράϋνον ταχύ, καί τόν νοῦν μου πρός ἐγρήγορσιν ἀναστησον.

Ὠδή ς'. Τήν δέησιν ἐκχεῶ
Οὐράνιον πολιτείαν, ἔνδοξε, κτησαμένη εὐσεβείας, Μαρία, φωστήρ γεγένησαι καί ἐποπτεύειν κατηξιώθης τόν θρόνον τοῦ Κτίσαντος, πρός Ὄν καί πάντας τούς πιστῶς σέ, ὁσία, γεραίροντας ἔλκυσον.
Ἱκέτευε τόν Χριστόν γενέσθαι μέ κοινωνόν τῆς οὐρανῶν Βασιλείας, ἡ τῶν ἀχράντων Αὐτοῦ Μυστηρίων ἐκ τῶν χειρῶν κοινωνήσασα, εὔφημε, τοῦ θεοφόρου Ζωσιμᾶ πρίν ἄν ζῆν ἐκμετρήσης, πανεύφημε.
Τά ὕδατα Ἰορδάνου, πάνσοφε, διεπέρασας ἁβρόχως καί ἦλθες τῷ ἱερῶ Ζωσιμά ὑπαντῆσαι καί ἱστορῆσαι αὐτῶ τήν σήν βίωσιν, Μαρία, πάντων τῶν δεινῶς τρυχομένων χαρά καί ἀντίληψις.

Θεοτοκίον
Ρανίδας μου τῶν δακρύων, δέομαι, παναμώμητε, ἀποσμηξον, Κόρη, τῷ μανδηλίω θερμῶν πρεσβειῶν σου πρός τῆς χαρᾶς ἀενάου τόν Κύριον ὁμίχλην λύπης ἄπ ἐμοῦ ζοφερᾶς ἀπελαύνουσα τάχιστα.
Διασωσον ἐξ ἐπηρείας τοῦ δαίμονος σούς ἰκέτας, μετανοίας πυρσέ λαμπρέ, Μαρία πανεύφημε, τούς σπεύδοντας πόθω ταῖς σαῖς πρεσβείαις.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως ἔπ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Κοντάκιον.
Ἦχος δ'. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου
Ἡ δαπανήσασα βίον τό πρότερον ταῖς ἁμαρτίαις, Χριστοῦ νύμφη πάγκαλος λαμπροῖς κατορθώμασιν ὕστερον, Μαρία, ὤφθης, διο χάριν εἴληφας πρεσβεύειν ὑπέρ τῶν τιμώντων
σέ.

Προκείμενον
Ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον καί προσέσχε μοί καί εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Στίχος. Καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξη καί ἀγαλλιάσονται ἐπί τῶν κοιτών αὐτῶν.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον Κέφ. κέ΄ 1-13.
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην, ὠμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἴτινες λαβοῦσαι τάς λαμπάδας αὐτῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δέ ἤσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι, καί αἵ πέντε μωραί, αἴτινες μωραί, λαβοῦσαι τάς λαμπάδας ἑαυτῶν, οὐκ ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον. Αἵ δέ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετά τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δέ τοῦ νυμφίου, ἐνύσταξαν πᾶσαι, καί ἐκάθευδον. Μέσης δέ νυκτός κραυγή γέγονεν. Ἰδού ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἵ παρθένοι ἐκεῖναι, καί ἐκόσμησαν τάς λαμπάδας αὐτῶν. Αἵ δέ μωραί ταῖς φρονίμοις εἶπον, Δότε ἠμίν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἵ λαμπάδες ἠμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δέ αἵ φρόνιμοι, λέγουσαι, Μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἠμίν καί ὑμίν, πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τούς πωλοῦντας, καί ἀγοράσατε ἐαυταῖς. Ἀπερχομένων δέ
αὐτῶν ἀγορᾶσαι, ἦλθεν ὁ νυμφίος, καί αἵ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τούς γάμους, καί ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δέ ἔρχονται καί αἵ λοιπαί παρθένοι, λέγουσαι, Κύριε, Κύριε,
ἀνοιξον ἠμίν. Ὁ δέ ἀποκριθεῖς εἶπεν, Ἀμήν λέγω ὑμίν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὔν, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν, ἐν ἡ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.

Δόξα Πατρί καί Υἵω καί Ἅγιω Πνεύματι.
Ταῖς τῆς σῆς Ὁσίας, πρεσβαίαις Ἐλεήμων, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν. 

Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβαίαις Ἐλεήμων, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β'. Ὅλην ἀποθέμενοι
Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.
Πόνοις χαλινώσασα ἀσκητικοῖς τῆς σαρκός σου φοβερά σκιρτήματα τῆς ψυχῆς σου φρόνημα τό ἀδάμαστον ἀπασιν ἔδειξας τοῖς πιστοῖς, Μαρία, Ἰορδάνου ἐνδιαίτημα, ὁσίων καύχημα καί ἀσκητριῶν ἐγκαλλώπισμα διο καί ταῖς πρεσβείαις σου πάθη καταστέλλειν χαμαίζηλα σέ τῶν ἀνυμνούντων καί πόθω γεραιρόντων τήν σεπτήν καί πανσεβάσμιον μνήμην σου, οὐρανόθεν εἴληφας.

Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού, ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον
ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια, πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού, προστασίαις
τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων, ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων,
ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί
Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών τῶν ἁγίων ἐνδόξων
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων
ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας,
καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς. 


Ὠδή ζ'. Παῖδες Ἑβραίων
Ἴσχυσας ἀνδρικῶς παλαῖσαι παριδοῦσα τῆς σῆς φύσεως τό χαῦνον κατά τοῦ πονηροῦ, Μαρία, καί βραβεῖα λαβεῖν τῆς ἄνω κλήσεως, φῶς λαμπρόν ἐσκοτισμένων.
Βίου σου τάς ἀτασθαλίας, θεοφρούρητε, ἀπέλασον, Μαρία, ἡ ἀχλύν τῶν παθῶν διώξασα δυνάμει τῆς χάριτος καί Ἄγγελος ἐπί γής λαμπρός ὀφθεῖσα. Ὄντως ψυχῆς σου τό ἑδραῖον ἀπεθαύμασεν ὁ Ζωσιμᾶς, Μαρία, ὁ γνωστόν εἰς ἠμᾶς ποιήσας τόν σόν βίον τόν θαυμαστόν, ἀρχέτυπον ψυχοτρόφου μετανοίας.

Θεοτοκίον
Ὕμνους προσάγω σοί ἀπαύστως, τή μητρί τοῦ Λυτρωτοῦ μου καί Θεοῦ μου ἱκετεύων πιστώς εἰρήνην δώρησαι μοί κάτ ἄμφω καί ὁμόνοιαν, Μητροπάρθενε Μαρία.

Ὠδή ἡ'. Τόν Βασιλέα
Σταυρόν τόν θεῖον, ὄν ἐν Σιῶν ἠμποδίσθης θαυμαστῶς προσκυνῆσαι προστάτην ἔσχες εἴτα, μῆτερ Μαρία, ἐν ἐρήμω.
Μαρία, κούφως τῷ ποταμῶ Ἰορδάνη χάριν εὖρες πολλήν ἐπιβαίνειν καί ἀεί πρεσβεύειν ὑπέρ τῶν σέ ὑμνούντων.
Ἁγιωσύνης ἀδιατάρακτε στύλε, καθαγίασον πάντας, Μαρία, σέ ὑμνολογοῦντας ὡς βάθρον μετανοίας.
Θεοτοκίον
Ρερυπωμένον τή κοινωνία τοῦ σκότους ἀποκάθαρον, Θεογεννῆτορ, καί πρός τοῦ Υἱοῦ σου ὁδήγησον μέ φέγγος.

Ὠδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον
Ἰλύος ἁμαρτίας κάθαρον δυσώδους, κεκαθαρμένη Μαρία, σούς πρόσφυγας ταῖς πρός Θεόν σου πρεσβείαις, Αἰγύπτου σέμνωμα.
Ἀκοίμητον λαμπάδα θείας μετανοίας κατέγνωμεν σέ, Μαρία διόπερ σέ ἀνευφημοῦντες πρεσβείας τάς σᾶς αἰτούμεθα.
Χριστοῦ μυροδοχεῖον εὔχρηστον, Μαρία, τήν δυσωδίαν παθῶν μου ἑξάλειψον καί πρός λειμώνας ἀρρήτου ὀσμῆς μέ ἴθυνον.

Θεοτοκίον
Μανίας, Θεοτόκε, τοῦ ἐχθροῦ συντήρει ἠμᾶς ἀτρώτους ἐξ ὕψους παρέχουσα, δεδοξασμένη, ἀπαύστως τήν εὐλογίαν σου.

Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καί τά Παρόντα Μεγαλυνάρια
Χαίροις, μετανοίας ὑπογραμμός, χαίροις, ἀπαθείας καί νηστείας τερπνός λειμών, χαίροις, Ἰορδάνου ἐρήμου ὄρνις θεία, Μαρία, Αἰγυπτίων κύδος περίλαμπρον.
Τήν μεμεστωμένην ταῖς ἠδοναῖς τῆς πορνείας πρῶτον μελωδήσωμεν ἐκτενῶς, τήν φανείσαν εἴτα πυξίον μετανοίας, Μαρίαν, καί Κυρίου νύμφην πανένδοξον.
Τήν παθῶν κηλίσι καί ἡδονῶν βεβορβορωμένην, τήν καθάρασαν ἑαυτήν ὕδατι νηστείας καί θείας μετανοίας, Μαρίαν τήν ὁσίαν ἐγκωμιάσωμεν.
Τῆς Αἰγύπτου εὖχος περιφανές, χεύμασι δακρύων καί ἱδρώτων σου ταῖς ροαῖς χθόνα τῆς ἐρήμου κατήρδευσας, Μαρία, καί μετανοίας ἄνθη εὔοσμα ἤνθησας.
Εἶδε καί ἐθαύμασε Ζωσιμᾶς ὁ θεοφρων, μῆτερ, σήν ἰσάγγελον βιοτήν καί τήν σοί οἰκοῦσαν, Μαρία, θείαν χάριν, δί ἤς κατηξιώθης βλέπειν τά μέλλοντα.
Παῦσον ἰκεσίαις σου πρός Θεόν τάς ἐπαναστάσεις τοῦ σαρκίου τάς ζοφερᾶς καί τόν νοῦν, Μαρία, εἰρήνευσον τῶν πίστει ὑμνούντων ὡς ὁσίων σέ ὑποτύπωσιν.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.

Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ὁ Ἱερεύς: Ὅτι Σου ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Καί τό Ἀπολυτίκιον
Ἦχος ἅ'. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Τόν ποδήρη χιτώνα τῆς ψυχῆς σου τόν γέμοντα ρύπου βδελυροῦ τοῖς δακρύων ὀχετοίς σου ἀπέπλυνας, Μαρία, ἐνδιαίτημα σεπτόν ἐρήμου, καί αὐτόν ἐπιμελῶς μετανοίας  μαργαρίταις καί προσευχῆς σαπφείροις κατεκόσμησας Δόξα τῷ σέ κρατύναντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ σωφρονήσαντι, δόξα τῷ δωρουμένω διά σου ἠμίν τά κρείττονα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α'. Τόν συνάναρχον Λόγον
Τόν ρυπώδη ψυχῆς σου ἀποκαθάρασα χιτώνα ρείθροις δακρύων τῆς μετανοίας στολήν ἐνεδύθης θεία χάριτι περίλαμπρον καί Βασιλείας οὐρανῶν ἠξιώθης, θαυμαστή Μαρία, Αἰγύπτου θρέμμα, ἤς καί ἠμᾶς ἀπολαῦσαι τους σέ τιμώντας καταξίωσον.

Ἐκτενής καί Ἀπόλυσις, μέθ ἤν ψάλλομεν τό ἑξῆς
Ἦχος β'. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου
Δέχου τάς αἰτήσεις εὐμενῶς τῶν σοί προστρεχόντων, Μαρία, καί δίδου πάσιν ἀεί τοῖς πιστῶς προφέρουσι σόν θεῖον ὄνομα εὐλογίαν ὡς ἔχουσα πολλήν παρρησίαν πρός  Χριστόν τόν Κύριον, Ὅνπερ λυπήσασα πρῶτον ἁμαρτίαις ποικίλαις εἴτα κατεφαίδρυνας πόνοις τοῖς ἀσκητικοίς σου καί τοῖς δάκρυσι.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.

Δίστιχον: Μετανοίας βάθρον ἀναδεῖξον, Μαρία, Χαραλάμπη πρεσβείας σᾶς ἐκζητούντα.

Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασάμενη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ Ἀθληφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Φανούριο.




Η μνήμη του Αγίου Φανουρίου, εορτάζεται τη 27η Αυγούστου.

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί. Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.

 

Τό Τρισάγιον (τρεῖς φορές).

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

 

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

 

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Ἱερεύς·

Ὅτι Σου ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

 

Ψαλμόν ΡΜΒ΄ (142).
Κύριε, εἰσάκουσoν τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου.
Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.
Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.

Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι.
Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.
Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ´ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.
Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοὶ ἤλπισα.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.
Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου· Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με.
Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου. Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σου εἰμί.

Ἦχος δ´.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β´.
Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ´.
Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καί ἐστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἦχος δ´.
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ. Τῷ τοῦ Σωτῆρος εὐκλεεῖ ἀθλοφόρῳ, καὶ τῶν Ῥοδίων ἀκραιφνεῖ πολιούχῳ, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες, Ἅγιε Φανούριε, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, λύτρωσαι τοὺς δούλους σου, τοὺς τιμῶντάς σε πόθῳ, σὺ γὰρ θεόθεν δέδοσαι ἡμῖν, θεῖος προστάτης, καὶ φύλαξ σωτήριος.

Δόξα Πατρὶ και Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Τῷ τοῦ Σωτῆρος εὐκλεεῖ ἀθλοφόρῳ, καὶ τῶν Ῥοδίων ἀκραιφνεῖ πολιούχῳ, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες, Ἅγιε Φανούριε, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, λύτρωσαι τοὺς δούλους σου, τοὺς τιμῶντάς σε πόθῳ, σὺ γὰρ θεόθεν δέδοσαι ἡμῖν, θεῖος προστάτης, καὶ φύλαξ σωτήριος.
Καὶ νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο, ἐκ τοσούτων κινδύνων; τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ὁ Ν´ (50ος) Ψαλμός.
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνον με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου, καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντός.
Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα· ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.
Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.
Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ´ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.
Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ, πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιὼν καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.
Ὠδὴ α´.Ἦχος πλ. δ´. Ὑγρὰν διοδεύσας. Φωνῆς στεναγμοῦ μου ὡς συμπαθής, Φανούριε Μάρτυς, ἐνωτίσθητι εὐμενῶς, καὶ λῦσον παθῶν τὴν καταιγίδα, τὴν ἐπελθοῦσαν δεινῶς τῇ καρδίᾳ μου.

Ῥανίσι τῶν θείων σου πρεσβειῶν, ψυχῆς μου τὰ ἕλκη, ἐναπόπλυνον Ἀθλητά, καὶ σβέσον τοῦ σώματος τὴν νόσον, ταῖς ἐπομβρίαις τῆς σῆς ἀντιλήψεως.

Ὁλόσωμον δέδεγμαι τὴν πληγήν, ἐχθροῦ ταῖς βολῖσι, καὶ νενέκρωμαι τὴν ψυχήν, σὺ οὖν θεραπεύεις με Μάρτυς, πρὸς ζωηφόρους ὁδοὺς κατευθύνων με.

Ὑπάρχων ἀνάπλεως φωτισμοῦ, Φανούριε Μάρτυς, ὡς διάκονος τοῦ φωτός, νοός μου ἀπέλασον τὸ σκότος, καὶ ἀρετῶν τῷ φωτί με καταύγασον.

Θεοτοκίον. Ῥημάτων ἐξεπλήρωσας νομικῶν, ὡράθης Παρθένε, ὡς γεννήσασα τὸν Θεόν, τὸν πάλαι λαλήσαντα ἐν νόμῳ, δι´αἰνιγμάτων καὶ τύπων Πανάμωμε.

Ὠδὴ γ´. Οὐρανίας ἀψῖδος.
Ἐμπεσὼν τῷ πελάγει, τῶν πειρασμῶν ἔνδοξε, τῷ τῆς ἀπωλείας πυθμένι, ἤδη καθέλκομαι, σὺ μὲ κυβέρνησον, πρὸς σωτηρίας λιμένα, οἷα κυβερνήτης μου, σοφὲ πανάριστος.
Ἱλασμὸς γενηθήτω, καὶ τῶν κακῶν λύτρωσις, ἡ μαρτυρική σου πρεσβεία, Μάρτυς Φανούριε, τοῖς προσιοῦσι σοι, καὶ ὁλικῶς ἀφορῶσι, πρὸς τὴν ὀξυτάτην σου, μάκαρ προμήθειαν.

Μαρτυρίου τὴν τρίβον, πανευκλεῶς ὥδευσας, ὅθεν πρὸς ὁδὸν μαρτυρίου, τοῦ σὲ δοξάσαντος, κἀμὲ ὁδήγησον, τὸν ἐν αἱρέσεσι Μάρτυς, πάσης παραβάσεως, περιπλανώμενον.

Θεοτοκίον. Ἐπουράνιε πύλη, δι´ἧς ἡμῖν ἔλαμψεν, ὁ Δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, καθάπερ ἄνθρωπος, πύλας μοι ἄνοιξον, τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καὶ πυλῶν με λύτρωσαι, τοῦ ᾅδου Δέσποινα.

Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου Ἀθλοφόρε, ὅτι πάντες τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχομεν, ἵνα ῥυσθῶμεν Φανούριε πάσης βλάβης.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα μνημονεύει ὁ ἱερεύς, δι´ οὓς ἡ παράκλησις γίνεται. Κάθισμα. Ἦχος β´. Πρεσβεία θερμή.
Πλεόντων σωτήρ, ἀδικουμένων σύμμαχος, πενθούντων χαρά, καὶ αἰχμαλώτων λύτρωσις, δεικνύμενος Φανούριε, ὡς ταχὺς ὀρθοδόξων ἐπίκουρος, μὴ διαλίπῃς ἀτρώτους τηρεῖν, ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἀλάστορος τοὺς δούλους σου.
Ὠδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε.
Τὴν λιθώδη καρδίαν μου, καὶ πεπωρωμένην ψυχὴν κατάνυξον, ὁ τῶν λίθων τὰ προσκρούματα, Μάρτυς ὑπομείνας ὥσπερ ἄσαρκος.

Ἀναβλύζεις ἑκάστοτε, τὰ τῶν ἱαμάτων θεῖα χαρίσματα, τοῖς προστρέχουσι τῇ σκέπῃ σου, καὶ τῶν νοσημάτων ἐξαίρεις καύσονα.

Ἰατήριον ἄμισθον, τοῖς ἐν ἀσθενείαις γενοῦ Φανούριε, καὶ τοῖς πάσχουσιν ἀντίληψις, καὶ τοῖς αἰχμαλώτοις ἀπολύτρωσις.

Σωτηρίας ἱμάτιον, ἐν τῇ ἀπεκδύσει σαρκὸς ἠμφίεσαι, ὅθεν ἔνδυσον Φανούριε, τὴν γεγυμνωμένην ψυχήν μου χάριτι.

Θεοτοκίον. Στάμνος ἔμψυχος πέφηνας, τῆς ζωῆς τὸ μάννα κόσμῳ πηγάσασα, τὸν ζωώσαντα τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὴν ἁμαρτίαν θανατώσαντα.

Ὠδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς. Ἄνωθεν ἡμᾶς, ἐποπτεύεις ἐκλυτρούμενος, ἐκ παντοίων ἀναγκῶν καὶ συμφορῶν, τοὺς ἐν πίστει εὐφημοῦντάς σε Φανούριε.

Ἵλεων ἡμῖν, τῇ ἐνθέρμῳ μεσιτείᾳ σου, τοῦ ἐλέους Ἀθλητὰ τὸν θελητὴν, ἀπεργάζου τοῖς ἀφρόνως ἁμαρτάνουσι.

Σώματος πληγάς, ἐνεγκὼν στεῤῥῶς Φανούριε, ἰατρεύεις τῶν σωμάτων καὶ ψυχῶν, ἀῤῥωστίας καὶ ὀδύνας Θείῳ Πνεύματι.

Θεοτοκίον. Φέγγος ἀστραπῆς, τοῦ υἱοῦ σου Κόρη ἔλαμψε, τοὺς ἐν σκότει καθημένους καὶ σκιᾷ, καὶ ζωῆς τὰς φωταυγείας ἐδωρήσατο.

Ὠδὴ στ´. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ. Ἀνάγκας σου τῆς ψυχῆς τὸν ἔρωτα, ὡς λαμπάδα πρὸς Χριστὸν Ἀθλοφόρε καταναλίσκεις τῆς πλάνης τὴν ὕλην, καὶ καταθάλπεις πιστῶν τὰ φρονήματα, διὸ κατάφλεξον κἀμοῦ, τὰ σαθρὰ καὶ γεώδη νοήματα.

Νεκρώσεως τῷ καρπῷ ἐζώγρημαι, καὶ τοῦ θείου ἀπεῤῥίφθην νυμφῶνος, τὰ τῆς φθορᾶς περικείμενος φύλλα, καὶ τοῦ θανάτου προφέρων τὴν ἄκανθαν, σὺ οὖν με ζώωσον σοφέ, καὶ τῆς πρώην με δόξης ἀξίωσον.

Ὁλόκληρον σεαυτὸν προσήγαγες, τῷ Δεσπότῃ προσφορὰν καὶ θυσίαν, ὅθεν κἀμὲ ἐνδυνάμωσον Μάρτυς· αὐτῷ λατρεῦσαι ὁσίως Φανούριε, καὶ θῦσαι τούτῳ καθαρῶς, καθαρᾶς πολιτείας ἀκρότητα.

Θεοτοκίον. Ὑψαύχενα δυσμενῆ ὑπόταξον, ταῖς ποσὶν ἡμῶν Πανάμωμε Κόρη, ἡ τὴν πεσοῦσαν ὑψώσασα φύσιν, τῇ ὑψηλῇ καὶ ἀῤῥήτῳ κυήσει σου, καὶ ταπεινώσασα ἐχθροῦ, ἐπηρμένου μετέωρον φρόνημα.

Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου Άθλοφόρε, ὅτι πάντες τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχομεν, ἵνα ῥυσθῶμεν Φανούριε πάσης βλάβης.

Ἄχραντε ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Εἶτα μνημονεύει ὁ ἱερεύς, δι´ οὓς ἡ παράκλησις γίνεται.
Ἦχος β´. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Ὑπερήφανον ὄμμα κατέβαλες, τῇ γενναίᾳ ἀθλήσει σου ἔνδοξε, ἐξ οὗ ἀπάλλαξον καὶ ἡμᾶς, τῆς ἐνεργείας Ἀθλητά, ἵνα ἡσύχιον ζωήν, ἐν ὁμονοίᾳ ἀγαστῇ, οἱ βοῶντες διάγωμεν, πλήρωσον τὰς αἰτήσεις, καὶ ἔμπλησον εὐφροσύνης, τοὺς προσιόντάς σοι, πιστῶς, ὦ Φανούριε πανθαύμαστε.
Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον·
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.

Στίχ. Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσιν.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (ι´32-36, ια´ 1)
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ´ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. Ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς, καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ· καὶ ἐγένετο, ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα Μαθηταῖς αὐτοῦ, μετέβη ἐκεῖθεν, τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν.
Δόξα Πατρὶ και Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ταῖς τοῦ Ἀθλοφόρου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Θεοτοκίον.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχ. Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Καὶ τὸ παρὸν Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ῥόδον ὡς μυρίπνοον, καὶ θησαυρὸς ζωηφόρος, ἐν Ῥόδῳ κρυπτόμενος, Μάρτυς πεφανέρωσαι τοῖς ἱκέταις σου, καὶ ζωῆς ἔμπνευσας, τὰς ὀσμὰς ἐν κόσμῳ, καὶ ὀσμὴν θανάτου ἤλασας, καὶ ἀπεδίωξας, τὰς δυσώδεις νόσους Φανούριε, ὧν περ τῆς λύμης λύτρωσαι, τοὺς σοὶ προσιόντας ἐκ πίστεως, πάσης ἐπηρείας, καὶ βλάβης καὶ μανίας ἀπηνοῦς, διαφυλάττων μακάριε, τοὺς προσκαλουμένους σε.
Ὠδὴ ζ´. Παῖδες Ἑβραίων. Ῥείθροις τῶν θείων σου θαυμάτων, ἀποξήρανον βυθὸν τῶν παθημάτων, καὶ πρὸς ὕδωρ τροφῆς, ἐξ αὐχμηρᾶς ἐρήμου, ὁδήγησον Φανούριε, τοὺς πιστῶς σε ἀνυμνοῦντας.

Ἴδοιμι ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης, σὲ συλλήπτορα καὶ θεῖον ἀρωγόν μου, τὰ λυποῦντα ταχύ, σκεδάζοντα παμμάκαρ, καὶ θείαν μοι δωρούμενον, λύτρωσιν καὶ εὐφροσύνην.

Ἔλαμψας Μάρτυς ἐν τῇ Ῥόδῳ, ὡς νεόφωτον καὶ φωτοφόρον ἄστρον, ἰαμάτων αὐγάς, καὶ φέγγος χαρισμάτων, ἀστράπτον τοῖς καθεύδουσιν, ἐν τῷ σκότει τῆς ἀπάτης.

Θεοτοκίον. Πῖον καὶ σύσκιον ὡράθης, καὶ ἀλάξευτον καὶ φωτοφόρον ὄρος, οἷς ἐν τύποις ποτέ, ἐλάλησεν ὁ λόγος, ὧν βλέποντες τὴν ἔκτασιν, εὐφημοῦμέν σε Παρθένε.

Ὠδὴ η´. Τὸν ἐν Ὄρει ἁγίῳ.
Ῥυπτικῇ σου πρεσβείᾳ ἐκκαθαίρεις, τῶν ψυχῶν τὰς οὐλὰς, καὶ καρδιῶν τὰ βάρη, καὶ ἀλγηδόνας παύεις τὰς τοῦ σώματος, καὶ βραβεύεις πᾶσι, κατ´ἄμφω εὐρωστίαν Φανούριε θεόφρον.
Ἐν καμίνῳ βληθεὶς οὐ κατεφλέχθης, τῆς ζωῆς γὰρ ὡς πῦρ, ἐκέκτησο τὸ ὕδωρ, ἀλλὰ κἀμοῦ κατάφλεξον Φανούριε, τὰς δεινὰς προλήψεις καὶ τὰς ἐνθυμήσεις, ὥσπερ ἀγροῦ καλάμην.

Στρατευθεὶς τῷ καλέσαντί σε λόγῳ ἠγωνίσω λαμπρῶς, κατὰ τῆς ἀνομίας, ὅθεν κἀμὲ τῆς κλήσεως ᾗ κέκλημαι, ἄξιον ἐργάτην, ἀνάδειξον παμμάκαρ, εὐχαῖς σου εὐπροσδέκτοις.

Θεοτοκίον.
Βασιλείας οἰκήτοράς με δεῖξον, τῆς ἀλήκτου Ἁγνή, ὡς τέξασα ἀσπόρως, τὸν βασιλέα πάντων καὶ Δεσπόζοντα, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πύλη, ἁπάντων τῶν αἰώνων.
Ὠδὴ θ´. Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ.
Ἐλαίῳ τῶν ἀγώνων σου Ἀθλητά, ἱλαρύνεις ἡμῶν τὴν διάνοιαν, καὶ ψυχικά, ἕλκη τε καὶ μώλωπας χαλεπούς, ἀνακαθαίρεις πάντοτε, καὶ τὰ τῶν σωμάτων ὀδυνηρά, νοσήματα ἰᾶσαι, ὡς χάριν κεκτημένος, παρὰ Θεοῦ Μάρτυς Φανούριε.
Ἰσχύϊ ἀριστεύσας παντουργικῇ, τοῦ ἐχθροῦ εἰς ἀνίσχυρον φρύαγμα, τὸ καθ´ἡμῶν, σβέσον Ἀθλοφόρε ὁλοσχερῶς, καὶ σθένος καὶ κραταίωμα, καὶ ἰσχύος πύργος διαπαντός, γενοῦ τοῖς σοῖς ἱκέταις, Φανούριε παμμάκαρ, τῶν ἀθλοφόρων ἐγκαλλώπισμα.

Ἀκοίμητος προστάτης καὶ ἀρωγός, ἀντιλήπτωρ γενοῦ καὶ ὑπέρμαχος, καὶ βοηθός, τοῖς προσκαλουμένοις εἰλικρινῶς, τὸ ἱερόν σου ὄνομα, Μάρτυς Ἀθλοφόρε θαυματουργέ, ἐξ ἔριδος καὶ φθόνου, ἀπάτης τε καὶ δόλου, ἡμᾶς ῥυόμενος Φανούριε.

Ἰλύος κἀμὲ ὕψωσον ἐμπαθοῦς, καὶ πικρᾶς συνηθείας Φανούριε, ᾗ ἐκ παιδός, εἴκων ἐγεώργησα τοὺς καρπούς, τῆς ἁμαρτίας, Ἅγιε, ψυχῇ τε καὶ σώματι ῥυπωθείς, μὴ με παρίδῃς Μάρτυς, σὺ γὰρ τῶν ἐν ἀνάγκαις, ὁ ἑτοιμότατος ἐπίκουρος.

Θεοτοκίον.
Σκηνὴ ἡ πολυώνυμος τοῦ Θεοῦ, ἡ περίδοξος πόλις τοῦ Κτίσαντος, ἐν ᾗ Χριστός, εἴργασται θαυμάσια φοβερά, τὸν γὰρ Ἀδὰμ ἀνέλαβε, τοῦτον ἀναπλάσας ἐκ τῆς ἀρᾶς, σὺ εἶ Παρθενομῆτορ, διὸ μὴ στερηθείην, τῆς προστασίας σου ὁ ἄθλιος.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ καλλονή, καὶ τῶν ἰαμάτων ὁ χειμάῤῥους ὁ δαψιλής, χαίροις τῶν Ῥοδίων, ὁ μέγας πολιοῦχος, Φανούριε ἀξίως ἀντιδεδόξασαι.

Τὶς τῶν παλαισμάτων σου τὴν πληθύν, ἐξείπῃ ἀξίως καὶ τῶν πόνων τὸ καρτερόν; σὺ γὰρ τῶν βασάνων, τὰ εἴδη καθυπέστης, ὡς ἄσαρκος νεκρώσας τὸν παναλάστορα.

Ὡς ἄστρον ἐν Ῥόδῳ ἀρτιφανές, Φανούριε ὤφθης, εἰ καὶ ἤθλησας πρὸ πολλοῦ, καὶ καταφωτίζεις πιστῶν τὰς διανοίας, βολαῖς τῶν σῶν ἀπείρων θαυμάτων ἔνδοξε.

Πυρὸς ἀκμαιότερος ἀληθῶς, καὶ σιδήρου Μάρτυς, εὐτονώτερος ὁραθείς, τὴν οἰκονομίαν ἐτράνωσας τοῦ λόγου, τοῖς ἔργοις βεβαιώσας ὃ ἀνεκήρυξας.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας εὐλαβῶς, τῷ σεπτῷ ναῷ σου, καὶ αἰτοῦντας ἀπὸ ψυχῆς, λύσιν ὀφλημάτων, καὶ ῥῶσιν καὶ ὑγείαν, μὴ παύσῃ ἐποπτεύων, παραμυθούμενος.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ἅγιοι πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς

 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι

καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε, ἐλέησον. Κύριε, ἐλέησον. Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι,

καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

Ἦχος δ´. Βασίλειον διάδημα. Οὐράνιον ἐφύμνιον ἐν γῇ τελεῖται λαμπρῶς ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, Ἀγγέλων πολίτευμα, ἄνωθεν ὑμνῳδίαις, εὐφημοῦσι τοὺς ἄθλους, κάτωθεν Ἐκκλησία, τὴν οὐράνιον δόξαν, ἣν εὗρες πόνοις καὶ ἄθλοις τοῖς σοῖς, Φανούριε, ἔνδοξε.

Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Ἦχος β´. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σὲ νεκρόν.
Ὤφθης ὥσπερ λύχνος φαεινός, Μάρτυς ἐναθλήσας νομίμως, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅθεν σοῦ δεόμεθα, μακρὰν ἀπέλασον, ἐξ ἡμῶν ταῖς πρεσβείαις σου, παθῶν τὴν ὁμίχλην, καὶ τῶν περιστάσεων, πικρὰν σκοτόμαιναν, φέγγος δὲ ἀνάτειλον πᾶσι, θείας θυμηδίας καὶ δόξης, ἀξιομακάριστε Φανούριε.
Ὁ Ἱερεύς· Δι´ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Ὁ χορός· Ἀμήν.